HR PROFESSIONAL - Business Studies: από τη θεωρία στην πράξη

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Training & Development

Business Studies: από τη θεωρία στην πράξη

9 Σεπτεμβρίου 2011 | 13:17 Γράφει η Τζένη  Αναγνωστοπούλου Topics: Business Education,Εκπαιδευτικοί Οργανισμοί Σχετικές Εταιρίες: ICAP

Οι πανεπιστημιακές σπουδές θεωρούνται σήμερα εκ των ων ουκ άνευ και η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου αποτελεί για πολλούς νέους τη φυσική πορεία μετά το πρώτο πτυχίο. Εφόσον βέβαια η κατοχή ενός μεταπτυχιακού δεν αποτελεί πλέον ένα επιπρόσθετο προσόν αλλά μία απαραίτητη προϋπόθεση για την αγορά εργασίας, η σωστή επιλογή του προγράμματος είναι καθοριστικής σημασίας για την επαγγελματική εξέλιξη ενός ατόμου.

Αλλαγές προ των (πανεπιστημιακών) πυλών
Κατά κοινή ομολογία, η χώρα μας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη από κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής πλευράς, περίοδο μετά τη μεταπολίτευση. Τα νέα δεδομένα στα οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε είναι πρωτόγνωρα για όλους και οι αλλαγές που συμβαίνουν ταχύτατα σε διάφορους τομείς συνήθως μας καταλαμβάνουν εξαπίνης.

Οι αλλαγές που προανήγγειλε στα μέσα του καλοκαιριού, το υπουργείο Παιδείας και οι οποίες αφορούν τη λειτουργία των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, θεωρούνται ασφαλώς σαρωτικές καθώς μεταμορφώνουν όλα όσα ξέραμε για τα πανεπιστήμια για περισσότερα από 30 χρόνια. Οι τριετείς σπουδές υπό προϋποθέσεις, η συγκέντρωση ακαδημαϊκών μονάδων για την απόκτηση πτυχίου, η διοργάνωση από τα Ιδρύματα ταχύρρυθμων, μονοετών ή διετών προγραμμάτων κατάρτισης είναι μερικές από τις αλλαγές που περιλαμβάνει το σχέδιο νόμου φανερώνοντας την πρόθεση της κυβέρνησης να εναρμονιστεί η Ελλάδα με τον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Όπως δήλωσε η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου όταν έδωσε στη δημοσιότητα το σχέδιο νόμου, οι αλλαγές που προτείνονται έχουν στόχο να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φοιτητών, της κοινωνίας αλλά και της οικονομίας και τα πτυχία να ανταποκρίνονται στην αγορά εργασίας.

Ταυτόχρονα, οι αντιδράσεις για τις επιχειρούμενες αλλαγές από την ακαδημαϊκή κοινότητα υπήρξαν άμεσες: στην 67η Σύνοδο των Πρυτάνεων που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουλίου, οι Πρυτάνεις των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της χώρας, καταδίκασαν τον νέο Νόμο Πλαίσιο για τα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, χαρακτηρίζοντάς τον ως «ένα χαμηλής ακαδημαϊκής στάθμης νομοθέτημα». Επιπλέον, στη Σύνοδο στην οποία συμμετέχουν Πρυτάνεις και Αντιπρυτάνεις και από τα 24 Πανεπιστήμια της χώρας, εκφράστηκε η αντίθεση στο σχέδιο νόμου «που οδηγεί στη διάλυση του ελληνικού πανεπιστημίου».

Από την άλλη, μέχρι τα τέλη Ιουλίου, περισσότεροι από 300 πανεπιστημιακοί είχαν υπογράψει κείμενο υποστήριξης της μεταρρύθμισης στα ΑΕΙ με την υπογράμμιση ότι «το καλό πανεπιστήμιο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανταπεξέλθει μια χώρα στο διεθνή ανταγωνισμό».

Όποιες και αν είναι τελικά οι εξελίξεις στο χώρο των Πανεπιστημίων, είναι γεγονός, ότι παρά τις καλές προθέσεις και το κατά γενική ομολογία υψηλό επίπεδο σπουδών που προσφέρουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, το κενό που δημιουργούνταν μεταξύ των πανεπιστημιακών πτυχίων και της αγοράς εργασίας έτεινε αυξανόμενο (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων). Είναι γεγονός ότι η επέκταση της Ανώτατης Εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του αριθμού των πανεπιστημιακών αποφοίτων στην αγορά εργασίας δημιουργώντας όχι απλά κορεσμό πτυχιούχων αλλά και πτυχίων χωρίς αντίκρισμα.

Ωστόσο, παρά την κοινή παραδοχή ότι κατά τη σύνδεση του Πανεπιστημίου/ΑΤΕΙ με την αγορά εργασίας, εντοπίζονται συγκεκριμένα προβλήματα με χαρακτηριστικό το υψηλό ποσοστό ανεργίας των πτυχιούχων, είναι γεγονός ότι οι προοπτικές για την απασχόληση είναι ευνοϊκότερες για αυτά τα άτομα σε σχέση με τους απόφοιτους Λυκείου.

Αυτό διαπιστώθηκε και από την πρόσφατη Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ. ΣΤΑΤ.). Η κατανομή της ανεργίας, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (23,4%). Ακολουθούν τα άτομα που έχουν τελειώσει μερικές τάξεις δημοτικού (18,9%) και οι απόφοιτοι τριτάξιας μέσης εκπαίδευσης (18,2%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (9,8%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (10,6%) (Πίνακας).

 Ανεργία (%) κατά φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης

 Επίπεδο εκπαίδευσης

 Α' τρίμηνο

 Επίπεδο εκπαίδευσης

 2010

 2011

 Επίπεδο εκπαίδευσης  Άρρενες  Θήλεις  Σύνολο  Άρρ.  Θήλ.  Σύν.
 Σύνολο  9,0  15,5  11,7  13,3  19,5  15,9
 Διδακτορικό ή μεταπτυχιακό  5,5  9,6  7,4  10,6  8,7  9,8
 Τριτοβάθμια Εκπαίδευση  4,9  9,2  7,1  7,4  13,7  10,6
 Πτυχίο Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης  8,8  18,3  13,4  13,0  23,3  17,9
 Απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης  10,0  18,1  13,2  14,1  22,9  17,6
 Απολυτήριο Τριτάξιας Μέσης Εκπαίδευσης  11,8  18,7  14,0  16,3  22,3  18,2
 Απολυτήριο Δημοτικού  8,8  13,8  10,6  14,4  15,4  14,8
 Μερικές τάξεις Δημοτικού  9,0  15,3  11,5  21,9  12,8  18,9
 Δεν πήγε καθόλου σχολείο  20,6  11,9  18,1  27,5  17,0  23,4

 Πηγή: ΕΛ. ΣΤΑΤ. Έρευνα Εργατικού Δυναμικού


Αλλαγές προ των (πανεπιστημιακών) πυλών
Κατά κοινή ομολογία, η χώρα μας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη από κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής πλευράς, περίοδο μετά τη μεταπολίτευση. Τα νέα δεδομένα στα οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε είναι πρωτόγνωρα για όλους και οι αλλαγές που συμβαίνουν ταχύτατα σε διάφορους τομείς συνήθως μας καταλαμβάνουν εξαπίνης.

Οι αλλαγές που προανήγγειλε στα μέσα του καλοκαιριού, το υπουργείο Παιδείας και οι οποίες αφορούν τη λειτουργία των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, θεωρούνται ασφαλώς σαρωτικές καθώς μεταμορφώνουν όλα όσα ξέραμε για τα πανεπιστήμια για περισσότερα από 30 χρόνια. Οι τριετείς σπουδές υπό προϋποθέσεις, η συγκέντρωση ακαδημαϊκών μονάδων για την απόκτηση πτυχίου, η διοργάνωση από τα Ιδρύματα ταχύρρυθμων, μονοετών ή διετών προγραμμάτων κατάρτισης είναι μερικές από τις αλλαγές που περιλαμβάνει το σχέδιο νόμου φανερώνοντας την πρόθεση της κυβέρνησης να εναρμονιστεί η Ελλάδα με τον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Όπως δήλωσε η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου όταν έδωσε στη δημοσιότητα το σχέδιο νόμου, οι αλλαγές που προτείνονται έχουν στόχο να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φοιτητών, της κοινωνίας αλλά και της οικονομίας και τα πτυχία να ανταποκρίνονται στην αγορά εργασίας.

Ταυτόχρονα, οι αντιδράσεις για τις επιχειρούμενες αλλαγές από την ακαδημαϊκή κοινότητα υπήρξαν άμεσες: στην 67η Σύνοδο των Πρυτάνεων που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουλίου, οι Πρυτάνεις των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της χώρας, καταδίκασαν τον νέο Νόμο Πλαίσιο για τα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, χαρακτηρίζοντάς τον ως «ένα χαμηλής ακαδημαϊκής στάθμης νομοθέτημα». Επιπλέον, στη Σύνοδο στην οποία συμμετέχουν Πρυτάνεις και Αντιπρυτάνεις και από τα 24 Πανεπιστήμια της χώρας, εκφράστηκε η αντίθεση στο σχέδιο νόμου «που οδηγεί στη διάλυση του ελληνικού πανεπιστημίου».

Από την άλλη, μέχρι τα τέλη Ιουλίου, περισσότεροι από 300 πανεπιστημιακοί είχαν υπογράψει κείμενο υποστήριξης της μεταρρύθμισης στα ΑΕΙ με την υπογράμμιση ότι «το καλό πανεπιστήμιο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανταπεξέλθει μια χώρα στο διεθνή ανταγωνισμό».

Όποιες και αν είναι τελικά οι εξελίξεις στο χώρο των Πανεπιστημίων, είναι γεγονός, ότι παρά τις καλές προθέσεις και το κατά γενική ομολογία υψηλό επίπεδο σπουδών που προσφέρουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, το κενό που δημιουργούνταν μεταξύ των πανεπιστημιακών πτυχίων και της αγοράς εργασίας έτεινε αυξανόμενο (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων). Είναι γεγονός ότι η επέκταση της Ανώτατης Εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του αριθμού των πανεπιστημιακών αποφοίτων στην αγορά εργασίας δημιουργώντας όχι απλά κορεσμό πτυχιούχων αλλά και πτυχίων χωρίς αντίκρισμα.

Ωστόσο, παρά την κοινή παραδοχή ότι κατά τη σύνδεση του Πανεπιστημίου/ΑΤΕΙ με την αγορά εργασίας, εντοπίζονται συγκεκριμένα προβλήματα με χαρακτηριστικό το υψηλό ποσοστό ανεργίας των πτυχιούχων, είναι γεγονός ότι οι προοπτικές για την απασχόληση είναι ευνοϊκότερες για αυτά τα άτομα σε σχέση με τους απόφοιτους Λυκείου.

Αυτό διαπιστώθηκε και από την πρόσφατη Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ. ΣΤΑΤ.). Η κατανομή της ανεργίας, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (23,4%). Ακολουθούν τα άτομα που έχουν τελειώσει μερικές τάξεις δημοτικού (18,9%) και οι απόφοιτοι τριτάξιας μέσης εκπαίδευσης (18,2%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (9,8%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (10,6%) (Πίνακας).

 Ανεργία (%) κατά φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης

 Επίπεδο εκπαίδευσης

 Α' τρίμηνο

 Επίπεδο εκπαίδευσης

 2010

 2011

 Επίπεδο εκπαίδευσης  Άρρενες  Θήλεις  Σύνολο  Άρρ.  Θήλ.  Σύν.
 Σύνολο  9,0  15,5  11,7  13,3  19,5  15,9
 Διδακτορικό ή μεταπτυχιακό  5,5  9,6  7,4  10,6  8,7  9,8
 Τριτοβάθμια Εκπαίδευση  4,9  9,2  7,1  7,4  13,7  10,6
 Πτυχίο Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης  8,8  18,3  13,4  13,0  23,3  17,9
 Απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης  10,0  18,1  13,2  14,1  22,9  17,6
 Απολυτήριο Τριτάξιας Μέσης Εκπαίδευσης  11,8  18,7  14,0  16,3  22,3  18,2
 Απολυτήριο Δημοτικού  8,8  13,8  10,6  14,4  15,4  14,8
 Μερικές τάξεις Δημοτικού  9,0  15,3  11,5  21,9  12,8  18,9
 Δεν πήγε καθόλου σχολείο  20,6  11,9  18,1  27,5  17,0  23,4

 Πηγή: ΕΛ. ΣΤΑΤ. Έρευνα Εργατικού Δυναμικού



Πτυχιούχοι και ανεργία
Τα σχετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας κατά τη διαδικασία μετάβασης των νέων αποφοίτων ΑΕΙ και ΑΤΕΙ στην αγορά εργασίας αποτελούν αδιαμφισβήτητη διαπίστωση της τρέχουσας ελληνικής πραγματικότητας και εγείρουν ερωτήματα για το αν η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση εφοδιάζει τους νέους, εκτός από τις απαραίτητες γνώσεις και με τα απαιτούμενα προσόντα για να εισέλθουν στον επαγγελματικό στίβο.

Η διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή η αποφοίτηση από ένα Ίδρυμα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, βελτιώνει συνήθως σημαντικά, την πιθανότητα εύρεσης εργασίας και εξασφαλίζει υψηλότερες αποδοχές στους εργαζόμενους πτυχιούχους, σε σύγκριση με όσους σταματούν τις σπουδές τους μετά το Λύκειο, τεκμηριώνεται επαρκώς και από τα ευρήματα της Μελέτης για την Απασχόληση των Πτυχιούχων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που ανέθεσε η Μορφωτική και Αναπτυξιακή Πρωτοβουλία, πριν από μερικά χρόνια, σε ερευνητική ομάδα, με μέλη από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ) και το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Επιπλέον, πλήθος ερευνών και μελετών από τη διεθνή βιβλιογραφία αποδεικνύει ότι το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι ιδιαίτερα οξυμένο σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες και ότι η διάρκεια μετάβασης από την Εκπαίδευση στην Απασχόληση έχει επιμηκυνθεί αρκετά κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Στη χώρα μας, μάλιστα, η κατάσταση είναι σοβαρότερη από ότι στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της παραπάνω Μελέτης, η έρευνα στις επιχειρήσεις και σε πτυχιούχους εργαζόμενους κατέγραψε τις αποκλίσεις μεταξύ της «ποιότητας» της ζήτησης από μέρους των επιχειρήσεων και αυτής της προσφοράς, δηλαδή των νεοεισερχομένων στην αγορά πτυχιούχων. Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων υποστήριξε ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των υποψηφίων εργαζομένων, όπως η ευσυνειδησία, το πνεύμα συνεργασίας και η προσαρμοστικότητα είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην επιλογή. Σε δεύτερη θέση εμφανίζονται χαρακτηριστικά που αφορούν βασικές γνώσεις χρήσης σύγχρονου λογισμικού γραφείου, οι ξένες γλώσσες κτλ.

Στην εποχή μας, προβλέπεται ότι ο κάθε άνθρωπος αλλάζει πέντε έως επτά ειδικότητες (επαγγέλματα ή πλαίσια απασχόλησης) στη διάρκεια της ζωής του. Η ασφάλεια στην εργασία συνδέεται με την απασχολησιμότητα, δηλαδή την απόκτηση δεξιοτήτων που μπορούν να επενδυθούν σε νέες ευκαιρίες απασχόλησης όταν αυτές εμφανιστούν. Παρόλο που οι εργοδότες αναλαμβάνουν την επιμόρφωση των εργαζομένων σε νέες δεξιότητες, σημαντική ευθύνη για την απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων εναπόκειται και στον εργαζόμενο.

Η σημασία του μεταπτυχιακού
Είναι γεγονός ότι κανένας απόφοιτος πανεπιστημίου δεν είναι σε θέση, με το που ολοκληρώσει τις σπουδές του να αναλάβει καθήκοντα σε μία δουλειά με τις θεωρητικές γνώσεις που απέκτησε στη σχολή του. Μία περίοδος όπου ο νέος εργαζόμενος μαθαίνει τις διαδικασίες και τις λειτουργίες ενός εργασιακού περιβάλλοντος, καθώς και το αντικείμενο της δουλειάς, θεωρείται συνήθως αναγκαία.

Παράλληλα, η ασυνέχεια που παρατηρείται στη μετάβαση από το πτυχίο στην αγορά εργασίας είναι ένας από τους βασικούς λόγους που οδηγεί ολοένα και περισσότερους απόφοιτους να παρακολουθήσουν ένα μεταπτυχιακό που θα διευκολύνει την είσοδό τους στον εργασιακό στίβο.

Ο Dr. Δημήτριος Καβάκας, Executive Director of Enrolment του American College of Thessaloniki υποστηρίζει: «Η γνώση είναι ένας από τους κύριους πυλώνες για την ενίσχυση και προώθηση της ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας. Για να μπορέσει κάποιο στέλεχος να εξελιχθεί και να ανταποκριθεί στις σημερινές απαιτήσεις πρέπει να επενδύσει σε εκπαίδευση πέρα από πτυχιακές σπουδές. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται μ’ ένα μεταπτυχιακό τίτλο».

Η Αλεξάνδρα Καώνη, MBA, M.Phil, Υποψήφια Διδάκτωρ, University of Leicester, Υπεύθυνη Εταιρικών Υποθέσεων του New York College, αναφέρει: «Ένα Μαστερ κρατά τον/την υποψήφιο/α στην κούρσα για αναζήτηση εργασίας. Οι επιπλέον δεξιότητες που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς, σε συνάρτηση με τις προσωπικές ιδιότητες, θα του δώσουν το προβάδισμα, που σε συνδυασμό με το ταλέντο και τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στην αλλαγή, θα του/της εξασφαλίσουν την εργασία».

Αν και η παράδοση των μεταπτυχιακών μέχρι πριν λίγα χρόνια αποτελούσε χαρακτηριστικό των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια, χιλιάδες είναι οι νέοι ή και τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα στην Ελλάδα που βρισκόμενοι αντιμέτωποι με τον ανταγωνισμό της αγοράς, επιλέγουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους με ένα master. Οι αριθμοί καταδεικνύουν με σαφήνεια τη στροφή των φοιτητών στα μεταπτυχιακά:

Κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 1996-1997 περίπου 12.000 άτομα παρακολούθησαν προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Το 2000-2001 οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έγιναν 25.744 και το 2005-2006 έφτασαν τις 68.597 (Πηγή: Ημερησία). Όπως προκύπτει, σε διάστημα μίας δεκαετίας σημειώθηκε αύξηση μεγαλύτερη του 470% του αριθμού των μεταπτυχιακών φοιτητών στη χώρα μας. Αντίστοιχη αύξηση παρατηρήθηκε στο ίδιο διάστημα και στον αριθμό των προσφερόμενων προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών.

Στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα στην αγορά των μεταπτυχιακών, αναφέρεται η Δρ. Αρετή Κρέπαπα, Assistant Dean - DEREE-The American College of Greece η οποία υποστηρίζει ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για δύο κυρίως λόγους: «α) διότι η αγορά εργασίας είναι πιο δύσκολη και οι νέοι επιδιώκουν να αυξήσουν τα προσόντα τους για να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί και β) διότι ακόμα και μεταξύ των ήδη εργαζομένων, υπάρχει η ανάγκη της συνεχούς βελτίωσης ώστε να μπορούν να εξελίσσονται πιο γρήγορα και να φτάνουν ψηλότερα στον τομέα τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι τώρα πλέον οι υποψήφιοι σπουδαστές είναι πολύ πιο επιλεκτικοί: επιδιώκουν σπουδές όχι μόνο για τα τυπικά προσόντα αλλά και για την ουσιαστική γνώση που προσφέρουν».

Σπουδές σε κρίση (;)
Η παγκόσμια οικονομική κρίση που έχει αφήσει τα σημάδια της σε όλους σχεδόν τους τομείς, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την προσφορά και τη ζήτηση των μεταπτυχιακών σπουδών. Οι φοιτητές επιδιώκουν να αποκτήσουν γνώσεις και δεξιότητες που θα τους καθιστούν ανταγωνιστικότερους στην αγορά εργασίας (άρα και πιο περιζήτητους) και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τροποποιούν τα προγράμματα σπουδών τους για να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες και απαιτήσεις.

Όσον αφορά τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται οι εργαζόμενοι που επιλέγουν να παρακολουθήσουν κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, η Δρ. Αρ. Κρέπαπα αναφέρει ότι «η μεγάλη πλειοψηφία προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα και από μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις. Όμως, βλέπουμε αύξηση και στους νέους οι οποίοι επιθυμούν να αποκτήσουν δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση».

Σχετικά με το κατά πόσο η οικονομική ύφεση έχει επηρεάσει την αγορά των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, ο Νικόλαος Α. Μυλωνόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πληροφοριακών Συστημάτων και Αντιπρύτανης του ALBA Graduate Business School αναφέρει: «Η οικονομική κρίση έχει, προφανώς, περιορίσει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα σε πολλά κοινωνικά στρώματα. Το πρόβλημα όμως δεν σχετίζεται σχεδόν καθόλου με την οικονομική στενότητα, αλλά με το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί και οδηγεί πολλούς ανθρώπους στην αναβλητικότητα και τη στάση αναμονής. Παρόλα αυτά, η εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι σημαντική αξία για τις ελληνικές οικογένειες. Ακόμα περισσότερο, η υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακή εκπαίδευση αναγνωρίζεται τώρα - στο μέσο της κρίσης - ως καθοριστικό εφόδιο για να αντιμετωπίσει κανείς τις προκλήσεις της ίδιας της κρίσης. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να βλέπουμε όλο και περισσότερους υποψήφιους φοιτητές που είναι πιο επιλεκτικοί, πιο απαιτητικοί, αλλά και πιο αποφασισμένοι ως προς την αξία που θέλουν να αποκομίσουν από το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που επιλέγουν».

«Η κρίση αύξησε τη ζήτηση για ποιοτικά προγράμματα σπουδών που εγγυούνται την μελλοντική σταδιοδρομία», αναφέρει ο Dr. Δ. Καβάκας και συμπληρώνει: «Ταυτόχρονα όμως στρέφει τους ενδιαφερομένους σε σοβαρά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που προσφέρουν υποτροφίες σε αυτούς που θέλουν και έχουν τα προσόντα αλλά όχι και τους πόρους να σπουδάσουν».

Είναι γεγονός ότι καθώς ο ανταγωνισμός μεγαλώνει, όλοι οι εργαζόμενοι και οι εν δυνάμει εργαζόμενοι, καλούνται να έχουν όλο και περισσότερες γνώσεις, εφόδια και δεξιότητες. Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών αν και δεν εξασφαλίζουν a priori μία θέση εργασίας, σίγουρα αποτελούν ένα επιπλέον προσόν για τους κατόχους τους, ευνοώντας τις προοπτικές εξέλιξης και εργασιακής αποκατάστασης. Δεν έχουν όμως τα ίδια αποτελέσματα όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα. Υπάρχουν μεταπτυχιακοί τίτλοι με περισσότερο κύρος και άλλοι που προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες στους νέους να διεκδικήσουν θέσεις εργασίας και να βελτιώσουν τις προοπτικές σταδιοδρομίας τους.

Σπουδές με ζήτηση
Χιλιάδες είναι τα άτομα που κάθε χρόνο εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και είναι γεγονός ότι παρά την αύξηση των προγραμμάτων, η ζήτηση που υπάρχει ξεπερνάει κατά πολύ την προσφορά θέσεων στα προγράμματα σπουδών που λειτουργούν στα ΑΕΙ της χώρας μας. Με τον όρο «μεταπτυχιακές σπουδές» εννοούνται προγράμματα εξειδίκευσης ή μετεκπαίδευσης των πτυχιούχων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο επιστημονικό πεδίο που τους ενδιαφέρει.

Οι εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία επιβάλλουν αλλαγές και στις προσφερόμενες σπουδές, τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έτσι, σήμερα, εκτός από τους παραδοσιακά αντικείμενα σπουδών όπως η οικονομική επιστήμη και τα χρηματοοικονομικά (που περιλαμβάνουν τη λογιστική, τη Διοίκηση Επιχειρήσεων, το Μάρκετινγκ κτλ), ο τομέας των κατασκευών (πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτεκτονική κτλ) και η μηχανολογία (μηχανολόγοι, ηλεκτρολόγοι, αυτοματισμοί κτλ), ολοένα και περισσότερο αυξάνονται και οι σπουδές σε θέματα όπως η ψυχολογία (συμβουλευτική, ανθρώπινο δυναμικό κτλ), η υψηλή τεχνολογία (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική κτλ) και φυσικά θέματα περιβάλλοντος και πράσινης ενέργειας (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, οργανικά απόβλητα κτλ). Το πιο δημοφιλές μεταπτυχιακό για τους εργαζόμενους που θέλουν να βελτιώσουν την εργασία τους και να διεκδικήσουν ανώτερες θέσεις γενικού Management σε επιχειρήσεις και οργανισμούς είναι το MBA (Master in Business Administration).

Οι γνώσεις που προσφέρει ένα MBA εξασφαλίζουν στους συμμετέχοντες ότι θα κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται, δομείται και διοικείται μία επιχείρηση ενώ παράλληλα καλύπτονται όλοι οι τομείς που επηρεάζουν την πορεία ενός οργανισμού όπως το Marketing, η Λογιστική, τα Χρηματοοικονομικά, η Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων, τα Πληροφοριακά Συστήματα κτλ.

Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που θέλουν να εξειδικευτούν στον τομέα στον οποίο απασχολούνται, επιλέγουν να κάνουν ένα Master στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Από τα πιο διαδεδομένα Masters είναι αυτά στον τομέα του Ανθρώπινου Δυναμικού, της Διαφήμισης, των Οικονομικών, του Μάρκετινγκ, της τραπεζικής κτλ. Τα Master είναι προγράμματα που απαιτούν σπουδές διάρκειας 9-12 μηνών (στα Βρετανικά κυρίως πανεπιστήμια) και οι βασικές του διακρίσεις (εκτός του MBA) είναι το MA (Master of Arts), MSc (Master of Science), LLM (Master of Laws), MPhil (Master of Philosophy), Med (Master in Education) και MRes (Master of Research).

Τα προγράμματα που απευθύνονται σε εργαζόμενους προσφέρονται με τρόπο ώστε να τους διευκολύνουν να συνδυάζουν εργασία και σπουδές. Τόσο στο εξωτερικό όσο και στη χώρα μας, προσφέρονται μεταπτυχιακά σε part time ωράρια ενώ μεγάλη απήχηση τα τελευταία χρόνια έχουν και τα προγράμματα που στηρίζονται στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση και το e-learning.

«Ο υποψήφιος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει τον τομέα σπουδών του όχι ανάλογα με το πόσο καλές είναι οι προοπτικές απασχόλησής του στο δημόσιο τομέα, αλλά με γνώμονα τις προσωπικές του φιλοδοξίες, ικανότητες, και προοπτικές σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον εργασίας» υποστηρίζει η Α. Καώνη και συμπληρώνει: «Σε αυτό το πλαίσιο, ειδικότητες που σχετίζονται με νέες τεχνολογίες και τις εφαρμογές τους, Επικοινωνία, Γλώσσες και Ψυχολογία είναι ελκυστικές».

H Μαρία-Βασιλική Δουκάκη, Marketing and International Relations Manager, MBA International στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει σχετικά: «Τα ΜΒΑ προγράμματα εξελίσσονται σε παγκόσμιο επίπεδο, ακολουθώντας τις ανάγκες των φοιτητών. Δημιουργούν πιο ευέλικτα μοντέλα σπουδών τα οποία συνδυάζουν παρακολούθηση μαθημάτων με φυσική παρουσία , projects και εξ αποστάσεως παρακολούθηση. Μερικά παραδείγματα τα "blended learning MBAs", "fast track MBAs", και "distance learning MBAs". Επίσης πολλά Πανεπιστήμια αναπτύσσουν “Global MBAs” προσφέροντας μαθήματα σε campuses σε 2-3 διαφορετικές χώρες ανάλογα με το αντικείμενο σπουδών και το έτος φοίτησης».

Για το ίδιο θέμα, τοποθετείται και η Δρ. Αρ. Κρέπαπα: «Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση σίγουρα κερδίζει έδαφος, αλλά ο ομφάλιος λώρος με την τάξη δεν έχει ακόμα κοπεί. Η άμεση επαφή σπουδαστή - καθηγητή είναι ανεκτίμητης σημασίας, για εκπαιδευτικούς αλλά και για ψυχολογικούς λόγους. Έτσι, σχεδιάζονται προγράμματα με όλο και μεγαλύτερη ευελιξία (απογευματινά, Σαββατοκύριακο, φοίτηση part-time κ.ά.) για να μπορεί όποιος θέλει να τα ενσωματώσει στην καθημερινή του ζωή. Επίσης, χρησιμοποιείται η τεχνολογία ώστε να ελαχιστοποιούνται τα εμπόδια (γραφειοκρατικά, αποστάσεις κ.ά.) τόσο στη σχέση του καθηγητή με τον σπουδαστή όσο και στη σχέση του τελευταίου με το σχολείο. Στόχος είναι ο χρόνος του σπουδαστή να χρησιμοποιείται μόνο για να μαθαίνει».

Όσον αφορά τα μεταπτυχιακά προγράμματα με τη μεγαλύτερη απήχηση στους εργαζόμενους, η Μ.Β. Δουκάκη υποστηρίζει: «Πέρα από την προφανή επιλογή προγραμμάτων μερικής φοίτησης που τους επιτρέπουν να εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους, τα στελέχη των επιχειρήσεων τείνουν να επιλέγουν ΜΒΑ προγράμματα τα οποία μπορούν να τους προσφέρουν, εκτός των σφαιρικών γνώσεων, ευελιξία, δυνατότητες δικτύωσης, εμπλοκή σε διεθνοποιημένο περιβάλλον, και κατά κύριο λόγο επαγγελματική ανέλιξη ή επανατοποθέτηση στην αγορά εργασίας».

Ο Ν. Α. Μυλωνόπουλος αναφέρει σχετικά: «Εκτός από το MBA που είναι και το μεγαλύτερο σε αριθμό φοιτητών, απροσδόκητα μεγάλη ζήτηση έχει και το MSc in Finance. Επιπλέον, το MSc in International Business and Management προσελκύει τρομερό ενδιαφέρον και πολλές αιτήσεις από πρόσφατους κυρίως αποφοίτους πρώτου πτυχίου».

Η εξειδίκευση που παρέχει ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα, αν και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις πολύτιμες γνώσεις που αποκτά κανείς από την προϋπηρεσία σε έναν συγκεκριμένο τομέα, διευκολύνει την ταχύτερη ένταξη του υποψηφίου στην επιχείρηση και την καλύτερη απόδοσή του στους τομείς δράσης που καλείται να αναλάβει.

Business Studies: αυτό που θέλει η επιχείρηση
Ολοένα και περισσότερες εταιρείες ζητούν υποχρεωτικά ή προαιρετικά μεταπτυχιακούς τίτλους. Προς αυτή την κατεύθυνση δεν κινούνται μόνο οι πολυεθνικές και οι μεγάλες ελληνικές αλλά και μικρότερες εταιρείες που επιδιώκουν να έχουν στο δυναμικό τους εργαζόμενους που διαθέτουν μεταπτυχιακό με σκοπό την άμεση αξιοποίηση των γνώσεων και της εξειδίκευσής τους.

Όπως υποστηρίζει η Μ.Β. Δουκάκη «τα μηνύματα της αγοράς δείχνουν πως η κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου θεωρείται πλέον δεδομένη προϋπόθεση ώστε να είναι κανείς ανταγωνιστικός κυρίως για middle management θέσεις, ειδικά σε περιόδους κρίσης όπου δημιουργούνται συνθήκες ασφυκτικής πίεσης». Και συμπληρώνει: «Βλέποντας και την άλλη όψη αυτού του νομίσματος, σε περιόδους κρίσης δημιουργούνται οι συνθήκες και οι βάσεις για τις ευκαιρίες του μέλλοντος. Οι φοιτητές και απόφοιτοι των καλύτερων μεταπτυχιακών προγραμμάτων οριοθετούν τις εξελίξεις, καινοτομούν, εισάγουν ένα νέο μοντέλο υπεύθυνου manager και ξεχωρίζουν, κάτι που φυσικά το αναγνωρίζει και αξιοποιεί η αγορά».

Οι εργαζόμενοι που έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές είναι πράγματι πολύτιμοι για έναν οργανισμό. Καθώς όμως η υπερπροσφορά μεταπτυχιακών στην αγορά εργασίας έχει -κατά κάποιο τρόπο- «υποβιβάσει» την αξία του, το μυστικό βρίσκεται στη διαφοροποίηση.

Τα προγράμματα σπουδών που προσφέρουν όχι μόνο το θεωρητικό υπόβαθρο στους βασικούς κλάδους της Διοίκησης Επιχειρήσεων αλλά και μέσα από συγκεκριμένες θεματικές, μπορούν να αναπτύξουν τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, εκτιμώνται ιδιαίτερα από τις επιχειρήσεις.

Το Master in Business Administration (MBA) καλύπτει όλο το φάσμα των λειτουργιών μιας επιχείρησης, από τη διοίκηση των ανθρώπων και την παραγωγή μέχρι το μάρκετινγκ, τα χρηματοοικονομικά και τη μηχανογράφηση.

Η απόκτηση του MBA είναι ένας σπουδαίος τρόπος για να «αναβαθμιστεί» η καριέρα ενός στελέχους.

Οι κάτοχοι πτυχίου ΜΒΑ βλέπουν να αυξάνεται ο μισθός τους, να έχουν περισσότερες ευκαιρίες προαγωγής και εργασιακή ικανοποίηση. Όποιος και αν είναι ο τομέας στον οποίο απασχολείται ένας επαγγελματίας, ένα πτυχίο ΜΒΑ είναι το πιο κατάλληλο εφόδιο για μία managerial θέση στον κλάδο του.

Οι φοιτητές business σπουδών λαμβάνουν γνώσεις που προέρχονται από μία ισορροπημένη και ευρεία εκπαίδευση η οποία περιλαμβάνει πλήθος μαθημάτων σε τομείς όπως τα οικονομικά, το management, η οργανωσιακή ψυχολογία και συμπεριφορά, το μάρκετινγκ κτλ. Φυσικά, προσφέρονται και μαθήματα που είναι επικεντρωμένα σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς τομείς και στην πολιτική για τις επιχειρήσεις για την επίλυση προβλημάτων.

Οι θεματικές που διδάσκονται στα Business studies επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα «τι είναι μία επιχείρηση», διερευνώντας όλες τις λειτουργίες της όπως η διαχείριση των ανθρώπων, το μάρκετινγκ, η λογιστική και τα οικονομικά. Παρουσιάζονται τα διαφορετικά εσωτερικά και εξωτερικά στοιχεία μίας επιχείρησης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί.

Τα Business Studies περιλαμβάνουν τις θεωρητικές και πρακτικές πτυχές μίας επιχείρησης και του management και προσφέρουν εστιασμένες γνώσεις που επικεντρώνονται σε θέματα που καλύπτουν από το σχεδιασμό μίας μικρής επιχείρησης μέχρι τον ευρύτερο ρόλο που διαδραματίζει η διαχείριση, τα χρηματοοικονομικά, οι εργασιακές σχέσεις, το μάρκετινγκ και οι επιπτώσεις από το παγκόσμιο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Πιο αναλυτικά οι γνώσεις που προσφέρονται σε business studies αφορούν:
  • Aνεξάρτητες λειτουργίες μίας επιχείρησης:
    - Προσδιορισμός επιχειρηματικών λειτουργιών - σχέση με την «αλυσίδα αξιών».
    - Συντονισμός επιχειρηματικών λειτουργιών (προγραμματισμός και έλεγχος, δομές, καταμερισμός εργασίας, διάρκεια ελέγχου, αλυσίδα διοίκησης).
  • Αλληλεξάρτηση μεταξύ των επιχειρηματικών λειτουργιών:
    - Ο ρόλος των επιχειρήσεων, οργάνωση ενεργειών, purchasing/ διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας, προγραμματισμός, τεχνολογία, έλεγχος που περιλαμβάνει την απογραφή και τη διαχείριση της ποιότητας κτλ.
  • Εργασιακές σχέσεις:
    - Ο ρόλος των εργασιακών σχέσεων, το «human resource cycle» (προσδιορισμός αναγκών σε προσωπικό, προσλήψεις, επιλογή, ανάπτυξη - εκπαίδευση και διατήρηση βάσεων δεδομένων, retaining, χρηματικά/μη χρηματικά benefits), δικαιώματα και υποχρεώσεις (συμβάσεις εργασίας, ίσες ευκαιρίες, πολιτική κατά των διακρίσεων, υγεία και ασφάλεια στην εργασία) κτλ.
  • Μάρκετινγκ:
    - Ο ρόλος του μάρκετινγκ, προσδιορισμός της αγοράς - στόχου, πρακτικές προώθησης κτλ.
  • Λογιστικά - Χρηματοοικονομικά:
    - Ο ρόλος των λογιστικών-χρηματοοικονομικών (πηγές εσόδων, κεφάλαια, δάνεια, μετοχές, ισολογισμοί, ταμειακές ροές, προϋπολογισμοί κτλ).

Οι σπουδές με business προσανατολισμό, βοηθούν σημαντικά τα άτομα να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν αποτελεσματικά στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Με την ολοκλήρωση ενός τέτοιου κύκλου σπουδών, τα άτομα αναπτύσσουν γενικά και ειδικά προσόντα, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας, της ανάλυσης, της επίλυσης προβλημάτων, της λήψης αποφάσεων, της κριτικής σκέψης και της επικοινωνίας. Αυτές οι δεξιότητες ενισχύουν την αυτοπεποίθηση αλλά και την ικανότητα να συμμετέχουν αποτελεσματικά, όχι μόνο ως μέλη του επιχειρηματικού κόσμου αλλά και ως πληροφορούμενοι πολίτες που ασχολούνται με ζητήματα που απορρέουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα που επηρεάζει τη ζωή τους.

Οι σπουδές με business προσανατολισμό, επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν βοηθούν μόνο τα άτομα που θέλουν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις αυτές στην καριέρα τους αλλά προωθούν και την πνευματική, κοινωνική και ηθική ανάπτυξη αλλά και την κριτική σκέψη για το ρόλο των επιχειρήσεων και των ηθικών τους ευθυνών προς την κοινωνία. Παρέχονται επομένως χρήσιμες γνώσεις και δεξιότητες για τη ζωή.


Κριτήρια επιλογής μεταπτυχιακού
Δεδομένου ότι η συνέχιση των σπουδών αποτελεί σημαντικό βήμα για την επαγγελματική σταδιοδρομία, είναι απαραίτητο οι ενδιαφερόμενοι να κάνουν μία σωστή επιλογή μεταξύ των ποικίλων προσφερόμενων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, ώστε αυτό που τελικά επιλέξουν να ανταποκρίνεται στο επίπεδο γνώσεων, τα ενδιαφέροντα και τις επαγγελματικές προσδοκίες.

Η επιλογή των μεταπτυχιακών σπουδών, εκ των πραγμάτων δεν είναι μία εύκολη απόφαση καθώς τα ιδρύματα που προσφέρουν τέτοια προγράμματα είναι πολλά. Έτσι, πολλά είναι και τα κριτήρια που πρέπει να εξετάσει ο ενδιαφερόμενος πριν την επιλογή του όπως αν είναι διατεθειμένος να αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο και κόπο για την ολοκλήρωση ενός μεταπτυχιακού προγράμματος, αν οι συγκεκριμένες σπουδές συνδέονται άμεσα με τους επαγγελματικούς του στόχους και τη σταδιοδρομία που επιδιώκει όπως επίσης να σκεφτεί αν η επαγγελματική εμπειρία που θα αποκτήσει αν δεν κάνει μεταπτυχιακές σπουδές είναι πιο σημαντική για την εργασία που επιθυμεί.

Εφόσον τα ξεκαθαρίσει αυτά και η απόφαση για παρακολούθηση μεταπτυχιακού είναι συνειδητή και οριστική, προτού το άτομο επιλέξει το μεταπτυχιακό, θα πρέπει να εξετάσει, ανάμεσα στα μεταπτυχιακά που τον ενδιαφέρουν, παράγοντες όπως η δομή του προγράμματος, οι τομείς εξειδίκευσης, οι δυνατότητες αξιοποίησης της μεταπτυχιακής ειδίκευσης στον εργασιακό χώρο που αφορά το άτομο, η επάρκεια του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων του εκπαιδευτικού ιδρύματος που το προσφέρει κτλ.

Καλό είναι, παράλληλα με τα παραπάνω, να έχει στο νου του και τα κριτήρια εισαγωγής στο μεταπτυχιακό που τον ενδιαφέρει. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εγγραφή σε κάποιο από τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών διαφοροποιούνται από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο και από τμήμα σε τμήμα, ενώ εξαρτώνται και από την κατεύθυνση σπουδών που θέλει να ακολουθήσει ο υποψήφιος.

Σημαντική παράμετρος επιπλέον θεωρείται και το κόστος των διδάκτρων ή και τα έξοδα διαβίωσης τα οποία διαφέρουν ανάλογα τη σχολή, το τμήμα, την πόλη, τη χώρα, την τοποθεσία του ιδρύματος και την κατεύθυνση των σπουδών. Φυσικά, οι σπουδές στα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας μας δεν είναι μονόδρομος.

Η αυξημένη ζήτηση για μεταπτυχιακές σπουδές σε συνδυασμό με την ανάγκη εξειδίκευσης, έχει στρέψει το ενδιαφέρον πολλών είτε σε ιδρύματα του εξωτερικού είτε σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σχολές της Ελλάδας, πολλά από τα οποία συνεργάζονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού. Και σε αυτή την περίπτωση η επιλογή δεν είναι εύκολη υπόθεση και χρειάζεται λεπτομερής εξέταση διαφόρων παραμέτρων όπως το πρόγραμμα σπουδών, η αναγνώριση του πτυχίου, η συσχέτιση με την αγορά εργασίας, το κόστος, οι υποδομές, η βιβλιοθήκη που διαθέτει κτλ.

Τα τρία βασικά κριτήρια που πρέπει να αξιολογούν οι ενδιαφερόμενοι προτού επιλέξουν μεταπτυχιακό, σύμφωνα με τον Dr. Δ. Καβάκα είναι: «πρώτον, η ποιότητα των σπουδών η οποία να συνδέεται άμεσα με την αγορά εργασίας, δεύτερον οι υποδομές τόσο σε κτιριακό και τεχνολογικό επίπεδο, όσο και σε ακαδημαϊκό προσωπικό, που εγγυούνται την ποιότητα των σπουδών και τρίτον η φερεγγυότητα και ιστορία του εκπαιδευτικού οργανισμού».

Ο Ν. Α. Μυλωνόπουλος, αναφέρει σχετικά: «Η μόνη έγκυρη εξωτερική πιστοποίηση ενός προγράμματος σπουδών είναι η πιστοποίηση από διεθνείς ανεξάρτητους φορείς που ειδικεύονται στην αξιολόγηση συγκεκριμένων προγραμμάτων. Για τα προγράμματα ΜΒΑ ένας τέτοιος διεθνής φορέας είναι το ΑΜΒΑ και για τα MSc, τo EFMD/EPAS. Επιπλέον, μπορεί και πρέπει καθένας να εντοπίζει και να συγκρίνει τα βιογραφικά των καθηγητών που διδάσκουν: τι ακαδημαϊκό έργο έχουν, τι διεθνή αναγνώριση; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών αποτελεί σημαντική επένδυση, όχι τόσο ως προς το κόστος, αλλά για την προσπάθεια και τον προσωπικό χρόνο που απαιτείται. Ένα μεταπτυχιακό το κάνει καθένας μόνο μια φορά. Δεν πρόκειται να το επαναλάβει αν δεν μείνει ικανοποιημένος. Επομένως είναι σημαντικό κάθε υποψήφιος να διαμορφώνει πάντα την προσωπική του άποψη από πρώτο χέρι, πριν πάρει την τελική του απόφαση: να ζητήσει να παρακολουθήσει λίγο μάθημα, να μιλήσει απευθείας με φοιτητές και αποφοίτους, να γνωρίσει προσωπικά τους ίδιους τους καθηγητές που διδάσκουν τα μαθήματα».

Τέλος, για τα κριτήρια επιλογής τοποθετείται και η Α. Καώνη η οποία αναφέρει: «Τα κριτήρια επιλογής πρέπει να συμπεριλαμβάνουν αξιολόγηση του προγράμματος σπουδών έτσι ώστε να επιβεβαιώνουν ότι υπάρχουν μαθήματα αιχμής με παράλληλη ανάπτυξη δεξιοτήτων καινοτομίας, επιχειρηματικότητας, ξένων γλωσσών και νέων τεχνολογιών, το διδακτικό προσωπικό να έχει διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία και γνώση της αγοράς και ο εκπαιδευτικός φορέας να είναι πολυπολιτισμικός, σε επίπεδο συνεργασιών, φοιτητών, καθηγητών και κουλτούρας εκπαιδευτικού συστήματος».

Case Study: Xerox: Μαθήματα ταπείνωσης και αυτογνωσίας για νέα ταλέντα
Σε μία από τις διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του McGill η καθηγήτρια Margaret Graham, γνωστή για την αγάπη της σε εταιρείες με μεγάλη έφεση στην καινοτομία, μας ανέφερε τη μέθοδο κοινωνικοποίησης που ακολουθούσε συστηματικά η Xerox, για όλους εκείνους τους καλοσπουδασμένους «φωστήρες» που μόλις πριν λίγο είχαν αποφοιτήσει από μεταπτυχιακά προγράμματα κορυφαίων πανεπιστήμιων των Ηνωμένων Πολιτειών και τους οποίους είχε εν τέλει επιλέξει για να αποτελέσουν τα νέα στελέχη της.

Μια συστηματικότερη μελέτη της κ. Graham είχε δείξει ότι για περίοδο αρκετών μηνών δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να επιτελούν καθήκοντα, τα οποία δεν απαιτούσαν την ύπαρξη καμίας εξειδικευμένης γνώσης (π.χ. φωτοτύπηση εγγράφων). Ουσιαστικά τίποτα από όλα όσα είχαν μάθει μέχρι στιγμής στα μεταπτυχιακά τους μαθήματα. Λαμβάνοντας ένα πρώτο μικρό μάθημα ταπείνωσης αλλά και αυτογνωσίας πριν να αρχίσουν να εκπαιδεύονται και να εντρυφήσουν στα νέα τους καθήκοντα. Ένα μάθημα το οποίο, οι σχεδιαστές του, ήλπιζαν ότι θα τους μείνει ανεξίτηλο για τη μετέπειτα σταδιοδρομία τους στην εταιρεία αυτή.

Χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο την παραπάνω περιπτωσιολογική μελέτη, δε μπορώ να μιλήσω με πλήρη βεβαιότητα αν εφάμιλλοι μέθοδοι κοινωνικοποίησης μπορούν να εφαρμοστούν αβίαστα και γενικευμένα σε όλες τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, φαίνονται να είναι αναγκαίες για αποφοίτους μεταπτυχιακών προγραμμάτων που υστερούν σε ουσιαστική εργασιακή εμπειρία. Αυτοί χρειάζεται να λάβουν ανάλογα μαθήματα αυτογνωσίας τα οποία θα τους βοηθήσουν να δοκιμάσουν τις αντοχές τους αλλά και να επαναπροσανατολιστούν μέσα στο νέο εταιρικό τους περιβάλλον.

Ενώ για όσες επιχειρήσεις θα τολμήσουν να το παραδώσουν θα είναι σίγουρες ότι το «σιτάρι έχει ξεκαθαρίσει πλέον από τη φυρά». Φυρά που θα μπορούσε μεταγενέστερα να επιβεί επιζήμια για την καλή και εύρυθμη λειτουργία τους. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μεγάλες επιχειρήσεις ήρθαν σε δυσχερή θέση από αποφοίτους ευρέως γνωστών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Μην πάτε μακριά απλώς θυμηθείτε το παράδειγμα της Arthur Andersen.

Δρ. Φιλόθεος Νταλιάνης, Training & Compliance Manager, Makro Cash & Carry, Ελλάς

Viewpoint: Η εξειδίκευση ενδυναμώνει την εταιρεία
Σήμερα, η αξία μιας επιχείρησης φαίνεται μέσα από την ποιότητα και τα εφόδια των ατόμων που την αποτελούν. Όσο περισσότερα εφόδια διαθέτουν, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουν για ανάπτυξη και τόσο περισσότερο συνεισφέρουν στην ευημερία και πρόοδο της εταιρείας. Τα εφόδια αυτά δεν είναι άλλα από τα προσωπικά χαρακτηριστικά και ταλέντα του εργαζόμενου αλλά κυρίως από όλα όσα απέκτησε στη διάρκεια των χρόνων μέσω των σπουδών του. Τη σημερινή εποχή, οι προπτυχιακές σπουδές δεν επαρκούν πλέον - ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα στελέχη είναι τεράστιος.

Όλο και περισσότερα στελέχη επιχειρήσεων αποφασίζουν τη συνέχιση των σπουδών τους με έναν ή και περισσότερους μεταπτυχιακούς τίτλους. Η συνέχιση των σπουδών είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα στελέχη μιας εταιρείας και αυτό που ξεχωρίζει ουσιαστικά κάποιον έναντι κάποιου άλλου και τον κάνει πιο αρεστό και επικρατέστερο σε μια εταιρεία.

Ο μεταπτυχιακός τίτλος είναι ένα σημαντικό και απαραίτητο βήμα στην πορεία στελεχών που θέλουν να συμπεριληφθούν στη λίστα των επικρατέστερων για δυναμικές και σημαντικές θέσεις εργασίας, για προαγωγή, για μετακίνηση στο εξωτερικό, για μια λαμπρή, με μέλλον και διάρκεια καριέρα. Η παγκοσμιοποίηση, έρχεται να ενισχύσει αυτή την αναγκαιότητα των μεταπτυχιακών τίτλων μιας και ο ανταγωνισμός και οι απαιτήσεις αυξάνονται όταν πλέον ένα στέλεχος αναμετριέται όχι μόνο με τους εγχώριους ανθρώπινους πόρους αλλά και με αντίστοιχους ξένων χωρών. Μια εταιρεία που απαρτίζεται από στελέχη κατόχους μεταπτυχιακών, είναι άκρως ανταγωνιστική και σύγχρονη.

Μπορεί να ανταποκριθεί και να συμβαδίσει με τις αλλαγές και τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Μπορεί να επενδύσει στους ανθρώπους της μιας και γνωρίζει πως έχουν «εκτεθεί» σε σύγχρονα και ανταγωνιστικά ερεθίσματα μέσα από τις μεταπτυχιακές σπουδές τους και έχουν προχωρήσει σε ένα πιο ανεπτυγμένο επίπεδο γνώσεων και εμπειριών. Υπάρχει η βάση για καινοτομίες και νεοτερισμούς. Φρέσκιες ιδέες πέφτουν πιο συχνά στο τραπέζι συνεδριάσεων, η εξειδίκευση ενδυναμώνει την εταιρεία και την κάνει πιο ανταγωνιστική.

Φυσικό είναι λοιπόν, η κάθε εταιρεία να αποζητά και να προτιμά τα στελέχη της να διαθέτουν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (και μάλιστα αν προέρχεται από καλό και επιφανές πανεπιστήμιο, ακόμη καλύτερα).

Αγγελική Παπαγεωργίου, Learning and Development Manager, Marks & Spencer, Greece & Associate Territories

Case Study: «... και στην αγγελία που θα ανεβάσουμε να συμπληρώσουμε στα απαραίτητα προσόντα: κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών...»
Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών έχουν την τιμητική τους κατά τη διαδικασία ανεύρεσης του κατάλληλου υποψηφίου, έχουν όμως και κατά την διαδικασία επιλογής τους;Η προσφορά υποψηφίων στην αγορά εργασίας είναι πλέον ιδιαίτερα αυξημένη σε σύγκριση με τη ζήτηση, γεγονός που προσφέρει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να αυξήσουν σημαντικά τα κριτήρια για την ανεύρεση του κατάλληλου υποψηφίου.

Η επιλογή όμως του κατάλληλου υποψηφίου είναι τρισδιάστατη διαδικασία, υποψήφιος-θέση-εταιρεία και όχι μόνο δύο διαστάσεων, υποψήφιος - θέση: εξαρτάται τόσο από το match του υποψηφίου με τα προσόντα που απαιτούνται για τη θέση, συμπεριλαμβανομένου και μεταπτυχιακού τίτλου, όσο και με το match με την εταιρεία, τη φιλοσοφία και την κουλτούρα της.

Πόσες φορές έχει τύχει να περάσει στο shortlist κάποιο εξαιρετικό βιογραφικό που πληροί όλα τα τυπικά προσόντα για τη θέση, και αρκετές φορές με όχι μόνο έναν μεταπτυχιακό τίτλο, και απλά στη συνάντηση να μην υπάρχει η «χημεία»; Καθώς τα competencies που φαίνεται να διαθέτει ο κατά τ’ άλλα ιδανικός υποψήφιος βάσει του CV του, προσφέρουν τις απαραίτητες ενδείξεις ότι δεν θα δέσει με την ομάδα και να μπορέσει τόσο εκείνος να αναδείξει τα τυπικά του προσόντα αλλά και να τα επωφεληθεί αντίστοιχα και η ομάδα. Η διαφορετικότητα είναι πάντα επιθυμητή σε μία εταιρεία, και αποτελεί ένα πολύ δυνατό εφόδιο επιβίωσης, χρειάζεται όμως να γνωρίζουν όλοι έστω μία κοινή γλώσσα για να μπορέσουν να επικοινωνήσoυν αποτελεσματικά.

Τα πάντα σε μία εταιρεία σχεδιάζονται βάσει μιας συγκεκριμένης γραμμής και επιθυμητής πορείας από το όραμα και τους εταιρικούς στόχους, μέχρι τα συστήματα επιβράβευσης και το περιβάλλον εργασίας. Στοχεύοντας λοιπόν σε συγκεκριμένο target group, είναι αναποτελεσματικό από την μεριά της εταιρείας να επιλέξει εκείνους τους τυπικά ιδανικούς υποψηφίους, τους οποίους και ενδεχομένως να μην τους εκφράζει η κουλτούρα της εταιρείας. Έτσι και στην adidas Group, υπάρχουν και απορροφούνται high performers χωρίς μεταπτυχιακό τίτλο.

Στα πλαίσια ανάπτυξής τους όμως, προσφέρεται στους εργαζόμενους με υψηλές προοπτικές ανάπτυξης (high potentials) η δυνατότητα υποστήριξης σε συμμετοχή σε πρόγραμμα σχετικό με το αντικείμενό τους, που θα τους δώσει και ακαδημαϊκά το υπόβαθρο για μελλοντικές απαιτήσεις, ενισχύοντας τις γνώσεις που έχουν αποκομίσει βάσει της εμπειρίας τους.

Παράλληλα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πληροφόρηση, ο τρόπος σκέψης που προσφέρονται μέσω ενός προγράμματος, η αλληλεπίδραση με άλλους συμμετέχοντες και η μικρογραφία του επαγγελματικού περιβάλλοντος που έχουν καταφέρει κάποια προγράμματα να δημιουργήσουν, προσομοιώνοντας τον εργασιακό χώρο στα θρανία μέσω case studies, story-telling και εισηγητών από την αγορά, δίνουν τα εφόδια σε όσους πραγματικά θέλουν να εκμεταλλευτούν ότι τους προσφέρεται στο εκάστοτε πρόγραμμα, ώστε να πολλαπλασιάσουν τις δυνατότητές τους.

Αμαλία Επισκόπου, Talent Management & Learning Manager, adidas Group - South East Europe

 

HR Professional (T. 79)
« 1 2 3 4 ... 7 »
Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο HR Professional Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες


ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Industries

Τρόφιμα - Ποτά

Banking / Finance

International

Τουρισμός

Αυτοκινητοβιομηχανία

Δημόσιος Τομέας

Υγεία & Ομορφιά

Ευρωπαική Ένωση

Εκπαιδευτικοί Οργανισμοί

Συμβουλευτικές Εταιρείες

Καύσιμα

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778