Σημαντικά όρια θέτει με πρόσφατη απόφασή του ο Άρειος Πάγος στη συμπεριφορά ανώτερων ιεραρχικώς προσώπων προς υφισταμένους στο χώρο εργασίας.

Το δικαστήριο έκρινε άκυρη ως καταχρηστική καταγγελία συμβάσεως εργασίας εργαζομένης, η οποία έλαβε χώρα για το λόγο ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν στις διαρκείς φιλοφρονήσεις του Διευθυντή της και στο γενικότερο ενδιαφέρον που αυτός εξεδήλωνε καθημερινά απέναντί της.

Σύμφωνα με το ιστορικό της απόφασης, ο Διευθυντής Προσωπικού της επιχείρησης, στην οποία παρείχε την εργασία της η μισθωτή, απευθυνόταν σε αυτήν με ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια για την εξωτερική της εμφάνιση και την εν γένει παρουσία της ως γυναίκα, τα οποία ξεπερνούσαν τα όρια της αβρότητας και συναδελφικότητας.

Σε καθημερινή βάση και αρκετές φορές ημερησίως την «επισκεπτόταν» στο χώρο εργασίας της, σημειώνοντας, χωρίς να συντρέχει κάποιος αντικειμενικός λόγος, την ιδιότητα και τη θέση του στην εταιρεία. Λόγω της άσκησης έντονης ψυχολογικής πίεσης σε αυτήν, η εργαζόμενη εξέφρασε το πρόβλημά της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εταιρείας, ο οποίος απηύθυνε συστάσεις προς το πρόσωπό του, γεγονός το οποίο τον εξόργισε και έτσι επί τη ευκαιρία ανάληψης καθηκόντων νέου γενικού διευθυντή εισηγήθηκε την απόλυσή της, η οποία και έγινε εν τέλει δεκτή.

Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο αξίωνε προκειμένου για την ακυρότητα της απόλυσης ως καταχρηστικής την ύπαρξη και σεξουαλικής παρενόχλησης, θεωρώντας (ο ΑΠ) ότι αρκεί απλώς και μόνον η εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος που, όταν αποκρούστηκε, προκάλεσε καταγγελία της σχέσεως εργασίας λόγω εμπάθειας.

Στην ελληνική νομοθεσία η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας ρυθμίζεται από τις διατάξεις του νόμου 3896/2010, ο οποίος ψηφίσθηκε σε εναρμόνιση με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ορίζεται δε «ως οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης, λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος».

Με οδηγό την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο χώρο εργασίας, ο νόμος εξομοιώνει τη σεξουαλική παρενόχληση με δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, είναι δε αδιάφορο εάν προέρχεται από προϊστάμενο ή υπεύθυνο επαγγελματικής εκπαίδευσης, υφιστάμενο, συνάδελφο, εκπαιδευόμενο ή ακόμη και πελάτη.

Θέλοντας ο νομοθέτης να προστατεύσει το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε εργαζομένου στη θέση εργασίας και τη διατήρησή της, ρητά απαγορεύει την καταγγελία ή με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σχέσεως εργασίας, όταν συνιστά εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη λόγω μη ενδοτικότητας του εργαζομένου σε σεξουαλική ή άλλη εις βάρος του παρενόχληση. Ο ίδιος νόμος ορίζει ως αρμόδιο φορέα για την τήρηση της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο χώρο εργασίας την, συνταγματικώς κατοχυρωμένη, ανεξάρτητη αρχή του Συνηγόρου του Πολίτη. Το ζήτημα όμως της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας δεν αντιμετωπίζεται νομοθετικά μόνον ως διάκριση λόγω φύλου, αλλά έχει και την ποινική του διάσταση.

Έτσι ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή ύψους τουλάχιστον 1000,00 € για το αδίκημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, όταν αυτό τελείται κατ’ εκμετάλλευση της εργασιακής θέσης του παθόντος ή της θέσης προσώπου που έχει ενταχθεί στη διαδικασία αναζήτησης θέσης εργασίας. Γίνεται δεκτό ότι εκμετάλλευση υπάρχει, όταν ο δράστης επωφελείται από μια κατάσταση, τη χρησιμοποιεί δηλαδή ως ευκαιρία για να επιτύχει κάποιο σκοπό, χωρίς να προϋποτίθεται κατ’ ανάγκην σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης.

Με βάση τα ως άνω ισχύοντα, γίνεται φανερό ότι ο έλληνας νομοθέτης, άλλοτε συμμορφούμενος με ευρωπαϊκές οδηγίες, και άλλοτε μονοπωλώντας τη νομοθετική πρωτοβουλία, λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της ισότητας των δυο φύλων στον ευαίσθητο χώρο εργασίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κάνοντας δεκτό ως βάσιμο λόγο για την ακυρότητα της απόλυσης και την απλή ακόμη εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, που λόγω εμπάθειας οδήγησε στην καταγγελία, χαράζει πλέον ιδιαιτέρως αυστηρά όρια στη συμπεριφορά στελεχών επιχειρήσεων προς εργαζομένους.