Η έννοια της ανεξαρτησίας των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) είναι εμπεδωμένη στην λειτουργία πολλών αγορών παγκοσμίως, καθώς αποτελεί θεσμική αναγκαιότητα σε πολλές χώρες και οργανισμούς. Πρόκειται για ένα ακόμα συμπέρασμα της νέας μελέτης της Alexander Hughes, Global Governance Review 2022, η οποία δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα. Αυτό το γεγονός κρίνεται ως ιδιαίτερα θετικό, καθώς η ανεξαρτησία των μελών ενός Δ.Σ. αποτελεί ζωτικής σημασίας προϋπόθεση για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του. Η μελέτη δείχνει ότι στην Δυτική Ευρώπη τα ανεξάρτητα μέλη Δ.Σ. αγγίζουν το 56%, ενώ στις Η.Π.Α. το 83%.

Περαιτέρω, οι γυναίκες τείνουν να λειτουργούν πιο συχνά ως ανεξάρτητα μέλη Δ.Σ. (74% σε σύγκριση με 52% στους άντρες), γεγονός το οποίο μπορεί να είναι απόρροια της προσπάθειας των εταιρειών να επιφέρουν διττό θετικό αντίκτυπο με μια μόνο τοποθέτηση. Η νέα οδηγία (CSRD), η οποία θεσμοθετήθηκε από την Ε.Ε. τον Απρίλιο του 2021, είναι μία μόνο από τις πολυάριθμες και ολοένα αυξανόμενες νομικές απαιτήσεις που επιβάλλονται στις εταιρείες για τα θέματα Δ.Σ. Η πίεση συνεπώς πράγματι υφίσταται και δεν οφείλεται μόνο στις αλλαγές του νομοθετικού πλαισίου αλλά και στην ανησυχία και προσμονή των μετόχων να μειώσουν το ρίσκο που προκύπτει γύρω από το ζήτημα της ανεξαρτησίας των μελών Δ.Σ.

Όπως αναφέρεται στην έρευνα, η λειτουργία των μελών του Δ.Σ.  – αν και αυξάνεται σε αρμοδιότητες – παραμένει πάντοτε απλά συμβουλευτική, καθώς η ευθύνη διαχείρισης των καθημερινών θεμάτων ανήκει τελικά στους Διευθύνοντες Συμβούλους. «Είναι αναγκαίο συνεπώς να εξασφαλίζεται ένα ανοιχτό και εποικοδομητικό περιβάλλον στο οποίο ενισχύεται η ανοιχτή ανταλλαγή απόψεων και δημιουργικών ιδεών» επισημαίνεται. Και  μελέτη καταλήγει: «Τα μέλη Δ.Σ. δεν θα πρέπει να  περιορίζουν την δραστηριότητά τους μόνο σε θεσμικά θέματα, αλλά να συνεισφέρουν και σε θέματα Ανθρωπίνου Δυναμικού, Ψηφιοποίησης, Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης κλπ. ώστε να ενισχύουν και να υποστηρίζουν μια εταιρική κουλτούρα καινοτομίας και δημιουργικότητας».

Γενικότερα, ως βασικά συμπεράσματα της μελέτης της Alexander Hughes προκύπτουν τα εξής: Η Εταιρική Διακυβέρνηση εξελίσσεται, ενώ οι προκλήσεις της διαφορετικότητας, εταιρικής υπευθυνότητας και βιώσιμης ανάπτυξης, που προστίθενται σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας, καθώς και οι αυξανόμενες απαιτήσεις για διαφάνεια από την αγορά, τους πελάτες και τους μετόχους, ωθούν τις εταιρείες να εφαρμόσουν νέες πολιτικές και στρατηγικές.