Θετικές είναι οι προοπτικές για την περαιτέρω αποκλιμάκωση  της ανεργίας στην Ελλάδα, τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Αlpha Bank. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν στην σχετική έκθεση οι αναλυτές της τράπεζας, το μέσο ποσοστό της ανεργίας, κατά τη διάρκεια του 2023, υποχώρησε σε 10,6% έναντι 12,4% το 2022, που αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, η σωρευτική μείωση του ποσοστού της ανεργίας στην Ελλάδα το 2023, σε σύγκριση με το 2019, πριν από την πανδημία, ήταν η μεγαλύτερη στην Ε.Ε. των 27 (7,3 ποσοστιαίες μονάδες). Για την περαιτέρω μείωση ωστόσο της ανεργίας, η Alpha Bank παραθέτει δύο βασικές προϋποθέσεις:

  1. Τη διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τη μείωση του παραγωγικού κενού (output gap) της χώρας, το οποίο ορίζεται ως το πραγματικό ΑΕΠ μείον το δυνητικό ΑΕΠ και εκφράζεται ως ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ. Το τελευταίο αντικατοπτρίζει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, καθώς είναι το προϊόν που μπορεί να παράξει η οικονομία, κάνοντας χρήση στον μέγιστο βαθμό και με τον πιο αποδοτικό τρόπο των παραγωγικών συντελεστών κεφαλαίου και εργασίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το παραγωγικό κενό αναμένεται να περάσει σε θετικό έδαφος το 2023 (0,3% του δυνητικού ΑΕΠ) και να διευρυνθεί το 2024 (1%) και το 2025 (1,7%).
  2. Τη μείωση της διαρθρωτικής ανεργίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το φυσικό ποσοστό της ανεργίας διαμορφώθηκε σε 9,4% στην Ελλάδα, το 2023, έναντι 6,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και ήταν το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά από το αντίστοιχο της Ισπανίας. Ενας από τους σημαντικότερους ερμηνευτικούς παράγοντες της υψηλής διαρθρωτικής ανεργίας στην Ελλάδα είναι η αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας, όπως υποδηλώνει η μείωση του ποσοστού της ανεργίας και η ταυτόχρονη αύξηση των κενών θέσεων εργασίας.