Νέα άνοδο για την ανεργία τον Δεκέμβριο που σκαρφάλωσε στο 21% από 20,9% το Νοέμβριο και 14,8% το Δεκέμβριο του 2010. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι το νέο άλμα στην ανεργία των νέων ηλικίας έως και 25 ετών, που πλέον οι άνεργοι είναι περισσότεροι από τους εργαζόμενους. Το ποσοστό της ανεργίας αποτελεί αρνητικό ρεκόρ από τότε που υπάρχουν στατιστικά στοιχεία στην Ελλάδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον Ιανουάριο του 2012 που θα ανακοινωθούν περίπου σε ένα μήνα, θα περιλαμβάνουν την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της ανεργίας, ώστε να συμπλεύσει η Ελλάδα με την Eurostat. Αν και είναι πολύ δύσκολο αυτήν τη στιγμή να υπολογιστεί η επίπτωση που θα έχει η αλλαγή στο ποσοστό της ανεργίας, εν τούτοις οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα «δείξουν» ανεργία κατά μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα, από ό,τι σήμερα.

Και αυτό διότι με βάση τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τον περασμένο Νοέμβριο η ανεργία ήταν 20,9%, ενώ σύμφωνα με την Eurostat που λαμβάνει υπόψη και την εποχικότητα, η ανεργία ήταν στο 19,9%. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ο αριθμός των ανέργων για το Δεκέμβριο έφτασε τα 1.033.507 άτομα. Μέσα σε έναν χρόνο από το Δεκέμβριο του 2010 έως το Δεκέμβριο του 2011, ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 299.862 άτομα ή ποσοστό 40,9%, ενώ σε σχέση με το Νοέμβριο, η αύξηση ήταν σχετικά μικρή 0,38% ή 3.920 άτομα.

Στους νέους η ανεργία καλπάζει, φθάνοντας στο ποσοστό 51,1%, από 39% που ήταν ένα χρόνο πριν. «Θύμα» της καλπάζουσας ανεργίας είναι και οι γυναίκες. Μία στις τέσσερις, είναι χωρίς δουλειά με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 25,3%, ποσοστό υπερδιπλάσιο από ό,τι τρία χρόνια πριν. Και στους άνδρες όμως τα πράγματα δεν είναι ιδιαίτερα καλά. Το ποσοστό φτάνει το 17,7%, ενώ το 2008 ήταν μόλις 6,5%. Σε ό,τι αφορά την κατάταξη των ανέργων ανά ηλικία, εκτός από τους νέους που το ποσοστό έχει ξεφύγει από κάθε πρόβλεψη και λογική, υψηλά ποσοστά παρατηρούνται για την ομάδα ηλικίας 25 – 34 ετών με 28,7% και 35 – 44 που είναι στο 17,9%.

Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας εμφανίζονται στην Ήπειρο – Δυτική Μακεδονία με 24,5%, Μακεδονία – Θράκη με 23,1%, στην Αττική με 21,5%, ενώ πάνω από το 20% είναι στη Θεσσαλία – Στερεά Ελλάδα με 21%.