Σε ένα εργασιακό τοπίο όπου τα ποσοστά ανεργίας έχουν φτάσει στο 26,4% για το γενικό πληθυσμό και στο 58,4% για τους νέους, όπου η πλειοψηφία των εταιρειών έχει προχωρήσει σε μειώσεις προσωπικού και γίνεται λόγος για απολύσεις ακόμη και στον παραδοσιακά «ασφαλή» δημόσιο τομέα, η κλασική έννοια της εργασιακής ασφάλειας έχει πάψει να υφίσταται.

Ταυτόχρονα η ζυγαριά για την ευθύνη της διαχείρισης καριέρας και εύρεσης εργασίας έχει μετακινηθεί δραστικά προς την πλευρά του ατόμου αντί προς αυτήν του οργανισμού ή του κράτους όπως ήταν στο παρελθόν. Η ατομική επένδυση στην ανάπτυξη της καριέρας καθώς και των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που συμβάλλουν στην εύρεση και διατήρηση εργασίας θα πρέπει να αποτελεί πλέον προτεραιότητα. Κατά συνέπεια, η απασχολησιμότητα (employability) αναδεικνύεται ως η σύγχρονη μορφή εργασιακής ασφάλειας στις νέες συνθήκες απασχόλησης που διαμορφώνονται. Στη διεθνή βιβλιογραφία δεν υπάρχει συναίνεση για έναν ορισμό της απασχολησιμοτητας.

Ο Harvey (2001)  για παράδειγμα την ορίζει ως «την τάση του ατόμου να επιδείξει χαρακτηριστικά και συμπεριφορές που οι εργοδότες περιμένουν ότι θα είναι σημαντικά για την αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων στο μέλλον». Πιο πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2011) την ορίζει ως την ικανότητα του ατόμου να βρει εργασία, η οποία εξαρτάται τόσο από ατομικούς (γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις) όσο και από συστημικούς παράγοντες σχετικούς με την αγορά εργασίας της κάθε χώρας.

Παρά την έλλειψη συναίνεσης, οι περισσότεροι ορισμοί συγκλίνουν σε δύο βασικούς παράγοντες απασχολησιμότητας: (α) στις ατομικές διαφορές, γνώσεις, εκπαιδευτικά προσόντα, δεξιότητες και χαρακτηριστικά και (β) σε περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η αγορά εργασίας και το εκπαιδευτικό σύστημα μεταξύ άλλων. Τους κρίσιμους, λοιπόν, παράγοντες απασχολησιμότητας στην Ελλάδα σήμερα – με ιδιαίτερη έμφαση στη νεανική απασχολησιμότητα – εξετάζει η νέα έρευνα του Τμήματος Εφαρμοσμένης Έρευνας του ALBA Graduate Business School at The American College of Greece, μία πρωτοβουλία της Citi Ελλάδας, που χρηματοδοτεί το Citi Foundation.

Το πρώτο στάδιο της συγκεκριμένης έρευνας, το οποίο περιλάμβανε focus groups με διευθυντές ανθρώπινου δυναμικού, headhunters και εκπροσώπους δημόσιων/συλλογικών φορέων έχει ολοκληρωθεί. Κάποια πρώτα ενδιαφέροντα συμπεράσματα από τα focus groups:
– Ως δεξιότητες καθοριστικές για την απασχολησιμότητα στις παρούσες συνθήκες επισημάνθηκαν η προσαρμοστικότητα, η ευελιξία, η ευρύτητα σκέψης, η ικανότητα διαχείρισης πολυσύνθετης ατζέντας, η συναισθηματική σταθερότητα, καθώς και η προθυμία μετεγκατάστασης και η διαπολιτισμική επικοινωνία. 

– Σημειώθηκε η ανάγκη ανάπτυξης νέων τεχνικών δεξιοτήτων (κυρίως στον τραπεζικό κλάδο όπως και σε αυτόν των καταναλωτικών προϊόντων) καθώς το αντικείμενο εργασίας αλλάζει ραγδαία και οι εργαζόμενοι πρέπει να προσαρμόζονται άμεσα στις νέες απαιτήσεις.

– Διαπιστώθηκε, για άλλη μια φορά, το χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων που προσφέρονται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και εκείνων που αναζητούν οι επιχειρήσεις. Οι ικανότητες αποτελεσματικής διαχείρισης και ευελιξίας καριέρας, παρότι είναι δεξιότητες που μπορούν να διδαχθούν, δεν αποτελούν μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Επισημάνθηκε επίσης ότι τα πανεπιστήμια θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε ομαδικές εργασίες, στην έκθεση των φοιτητών σε διαφορετικές κουλτούρες μέσω προγραμμάτων ανταλλαγής φοιτητών (π.χ. Erasmus) και στην εξασφάλιση πρακτικής άσκησης ώστε οι απόφοιτοι να εντάσσονται ευκολότερα στο εργασιακό περιβάλλον.

– Καταγράφηκαν οι ελλείψεις που παρουσιάζουν οι εταιρείες σε δομές υποδοχής της νέας γενιάς υπαλλήλων αλλά και της αρμονικής συνύπαρξης και συνεργασίας τους με την προηγούμενη γενιά.

– Τέλος, τονίστηκε η σημασία της ορθολογικοποίησης των κλάδων που θα παίξουν αναπτυξιακό ρόλο στη χώρα και η ανάγκη δημιουργίας από τον ΟΑΕΔ μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας πληροφόρησης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Το δεύτερο στάδιο της έρευνας, το οποίο περιλαμβάνει ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο στον ευρύτερο οικονομικά ενεργό πληθυσμό (εργαζόμενοι–άνεργοι), με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους κάτω των 29 ετών ξεκινάει άμεσα. Όσοι επιθυμούν να συμμετέχουν συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο, μπορούν να επισκέπτονται την ιστοσελίδα του ALBA. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα θα έχουν την ευκαιρία να βελτιώσουν έμπρακτα την απασχολησιμότητα τους καθώς θα μπορούν να λάβουν μέρος σε κλήρωση για υποτροφίες σε μεταπτυχιακά προγράμματα και ανοιχτά σεμινάρια του ALBA καθώς και σε σεμινάρια του kariera.gr που είναι και ο χορηγός επικοινωνίας της έρευνας.

1 Harvey, L. (2001). Defining and measuring employability. Quality in Higher Education, 7, 97–109.