Τα μεταπτυχιακά προγράμματα, τα diplomas και τα certificates αποτελούν μια σημαντική επένδυση, η οποία συμβάλει στην ανάπτυξη και στην εξέλιξη των εργαζομένων, αλλά και της επιχείρησης, ενώ η πανδημία του Covid 19 επέβαλε την μεγαλύτερη υιοθέτηση και του Distance Learning. Με ποια κριτήρια, όμως, επιλέγεται το κατάλληλο πρόγραμμα;

Η εκπαίδευση αποτελεί ιστορικά το μέσο χάρη στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί η επαγγελματική, αλλά και η προσωπική εξέλιξη του ατόμου. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου οι ανάγκες, λόγω και της συνεχούς τεχνολογικής προόδου, αυξάνονται με ταχύτατο ρυθμό, κάθε στέλεχος οφείλει να επενδύσει στον εαυτό του και να εξοπλιστεί με όλο και περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες, κάνοντας πράξη την περίφημη Δια Βίου Μάθηση. Ένας αποτελεσματικός τρόπος για να τα καταφέρει είναι τα διάφορα μεταπτυχιακά προγράμματα, diplomas ή / και certificates, τα οποία, χωρίς αμφιβολία, αποτελούν επιπρόσθετα εφόδια που αποφέρουν πολλαπλά οφέλη.

Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής Δημήτριος Α. Γεωργακέλλος, Διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων για Στελέχη, Πανεπιστήμιο Πειραιώς: «Οι συνεχείς μεταβολές στο εργασιακό και επιχειρηματικό περιβάλλον καθιστούν απαραίτητη τη δια βίου εκπαίδευση των στελεχών, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής τους εξέλιξης και της προσωπικής τους ανάπτυξης. Γενικά, τα μεταπτυχιακά προγράμματα προσφέρουν γνώσεις, πιστοποιημένα προσόντα, δεξιότητες και ικανότητες που καθιστούν τα στελέχη ικανά να καθιερωθούν στην αγορά εργασίας και να πετύχουν επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση. Ειδικότερα, τα προγράμματα ΜΒΑ, πέραν των ανωτέρω, παρέχουν όλο το γνωσιακό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο στις ανώτερες και ανώτατες διοικητικές θέσεις των επιχειρήσεων, πολλαπλασιάζοντας, ουσιαστικά, την αξία των προηγούμενων σπουδών των στελεχών. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο ότι το καλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό μπορεί να αποτελέσει φορέα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, με συνέπεια, αξιοποιώντας τις γνώσεις που αποκτά ο εργαζόμενος, η επιχείρηση να γίνεται πιο αποδοτική, παραγωγική και ευέλικτη, ικανοποιώντας τους στρατηγικούς της στόχους».

Επομένως, με δεδομένο ότι το ανθρώπινο δυναμικό μιας επιχείρησης είναι αυτό που προσφέρει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, η διαρκής εξέλιξη του συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην ευκολότερη επίτευξη των εταιρικών στόχων. Εφόσον, δηλαδή, οι οργανισμοί αποφασίσουν να επενδύσουν στην περαιτέρω ανάπτυξη των στελεχών τους, τότε θα αποκομίσουν και οι ίδιες μια σειρά από σημαντικά οφέλη.

Σύμφωνα με τον Δρ Στέφανο Ζάρκο, Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών προγραμμάτων Alba Graduate Business School, Τhe American College of Greece, Ακαδημαϊκό Διευθυντή των Alba MBA, MSc in Finance, MSc in International Business & Management, MSc in Entrepreneurship και Associate Professor in the Practice of Finance: «Ζούμε σε μία εποχή συνεχών αλλαγών και καλούμαστε να διαχειριστούμε μία πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή που είχαμε συνηθίσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Στο παρελθόν, η βασική πρόκληση για τα στελέχη ήταν να προβλέψουν το μέλλον. Σήμερα, με τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο πεδίο της τεχνολογίας, της οικονομίας και της κοινωνίας, η πραγματικά μεγάλη πρόκληση για τα στελέχη έγκειται στο να κατανοήσουν την πραγματικότητα στην οποία βρίσκονται και να αντιληφθούν το πώς οι εξελίξεις επηρεάζουν την επιχείρησή τους μέρα με τη μέρα. Ενώ στο παρελθόν η συνεχής εξέλιξη, η επιμόρφωση και η εξειδίκευση ήταν κοινό γνώρισμα των πετυχημένων στελεχών που οδήγησαν την εταιρεία τους στο μέλλον με όραμα και διορατικότητα, τα παραπάνω, πλέον, αποτελούν αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για την επαγγελματική επιβίωση σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Ο μόνος τρόπος να διαχειριστούμε τη νέα πραγματικότητα και να αντεπεξέλθουμε στις προκλήσεις της είναι να γίνουμε μέρος αυτής».


ΤΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΟΦΕΛΗ
Η ζήτηση για απόκτηση μεταπτυχιακών τίτλων και γενικότερα για περεταίρω σπουδές από τα στελέχη αυξάνεται συνεχώς. Σύμφωνα με το National Center for Education Statistics (NCES), ο αριθμός των προσφερόμενων Masters στις ΗΠΑ παρουσίασε αύξηση της τάξης του 70% από το 2000 έως και το 2017, ενώ προβλέπεται ότι η εγγραφή τόσο σε μεταπτυχιακά όσο και διδακτορικά προγράμματα θα αυξηθεί κατά 3% μέχρι το 2028. Οι αριθμοί αυτοί δεν προκαλούν εντύπωση, αν κάποιος αναλογιστεί τα πολλαπλά οφέλη που προκύπτουν. Συγκεκριμένα, ορισμένα από τα εν λόγω οφέλη είναι:

  • Εξέλιξη της καριέρας: Η απόκτηση ενός μεταπτυχιακού συνεπάγεται και μια εξέλιξη της καριέρας του εκάστοτε εργαζομένου, με πολλές επιχειρήσεις να ζητούν τέτοιου είδους πιστοποιήσεις από τα διευθυντικά τους στελέχη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα πολλών στελεχών, τα οποία, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν κάποιο MBA ή MSC, νιώθουν την ύπαρξη μιας «γυάλινης οροφής» που τα περιορίζει στο να ανελιχθούν σε υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις. Επιπλέον, το Bureau of Labor Statistics (BLS) των ΗΠΑ διαπιστώνει ότι η απασχόληση που απαιτεί σπουδές μεταπτυχιακού επιπέδου αναμένεται να αυξηθεί σχεδόν κατά 17% μέχρι το 2026. Πολλές, μάλιστα, είναι και οι μελέτες που δείχνουν ότι οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων είναι περισσότερο πιθανό να επιτύχουν την ανέλιξή τους σε managers στις εταιρείες που συμπεριλαμβάνονται στη λίστα Fortune 500, σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους.
  • Ανάπτυξη επαγγελματικών σχέσεων: Ένα από τα οφέλη που δεν αναγνωρίζεται εκ πρώτης όψεως είναι αυτό της ανάπτυξης διαπροσωπικών σχέσεων κατά τη διάρκεια της περάτωσης των εκάστοτε σπουδών. Στις πλείστες των περιπτώσεων, τα άτομα τα οποία συμμετέχουν σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα είναι φιλόδοξα, στοχεύοντας στην ανάπτυξη της καριέρας τους. Έτσι, εξαιτίας της ομαδικής δουλειάς που απαιτείται και του έντονου περιβάλλοντος που επικρατεί, μπορούν να δημιουργηθούν σχέσεις που δεν θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθούν σε κάποια άλλη περίσταση και που, πιθανότατα, θα καταστούν σημαντικές στην μετέπειτα επαγγελματική πορεία. Για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά υψηλό το ενδεχόμενο, λόγω των συγκεκριμένων σχέσεων, είτε να υπάρξει μια κοινή συμφωνία ή συνεργασία δύο εταιρειών είτε να προκύψει μια ευκαιρία ανάληψης κάποιας κενής θέσης εργασίας.
  • Προοπτική υψηλότερων αποδοχών: Δεν αποτελεί μυστικό ότι, σε γενικές γραμμές, τα στελέχη που είναι κάτοχοι κάποιου μεταπτυχιακού τίτλου αμείβονται περισσότερο σε σχέση με τα άλλα στελέχη ενός οργανισμού, με το BLS να καταγράφει ότι οι συνηθέστερες διάμεσες εβδομαδιαίες αποδοχές των κατόχων μεταπτυχιακού τίτλου είναι τα 1.434 δολάρια, ενώ των απλών πτυχιούχων τα 1.198,4 δολάρια. Σημειώνεται βέβαια ότι η συγκεκριμένη διαφορά στις απολαβές μπορεί να μην είναι τόσο φανερή σε τομείς που δεν απαιτούν μεταπτυχιακό τίτλο, αλλά τον προσμετρούν στα ατού του εργαζομένου.
  • Προσωπική ανάπτυξη: Οι υψηλότερες αποδοχές ή / και η κατάληψη μιας ανώτερης ιεραρχικά θέσης αποτελούν «εξωτερικά» προνόμια, αλλά ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα αποτελεί και μια εξαιρετική ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη. Αυτό συμβαίνει διότι συμβάλλει στο να ξεφύγει το άτομο από την comfort zone του και να τολμήσει, αυξάνοντας την αυτοπεποίθηση και την ικανότητά του να ηγείται. Επίσης, η ολοκλήρωση ενός MBA προγράμματος απαιτεί από τους συμμετέχοντες να αναπτύξουν αφενός σημαντικές δεξιότητες διαχείρισης χρόνου και αφετέρου τη διατήρηση αυτοπειθαρχίας, προσόντα τα οποία θα τους βοηθήσουν να διακριθούν στην μελλοντική τους πορεία.
  • Ευκαιρία για μεταστροφή στην καριέρα: Πολλά στελέχη επιλέγουν κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα ακριβώς επειδή επιθυμούν μια μεταστροφή στην καριέρα τους και τη μετάβαση από ένα industry σε κάποιο άλλο, αφού ένα MBA μπορεί να «ανοίξει» τον δρόμο προς ορισμένες ευκαιρίες που δεν θα ήταν διαθέσιμες διαφορετικά.
  • Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: Η κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου αποτελεί ξεκάθαρα ένα επιπλέον προσόν, το οποίο μπορεί να κάνει τη διαφορά στη διεκδίκηση μιας θέσης. Και αυτό διότι οι εργοδότες αναγνωρίζουν ότι οι κάτοχοι ενός μεταπτυχιακού είναι πειθαρχημένοι και φιλόδοξοι, καθώς και ότι μπορούν να φέρουν σημαντική γνώση στην επιχείρηση, εξού και οι κάτοχοι μεταπτυχιακών διπλωμάτων σπάνια δυσκολεύονται να προσληφθούν.
  • Καλύτερη εκμάθηση των managerial skills: Ένας σημαντικός αριθμός στελεχών που κάνει αίτηση σε κάποιο πρόγραμμα στοχεύει στην ανάληψη ενός ρόλου manager και θεωρεί ότι δεν έχει τις απαιτούμενες δεξιότητες. Μέσα από ένα ΜΒΑ, παρέχεται η δυνατότητα για εκμάθηση των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση πραγματικών καταστάσεων, τη διαχείριση των εργαζομένων, καθώς και του πώς να αξιοποιηθεί ο ρόλος του manager προκειμένου να προωθηθούν οι στόχοι του οργανισμού.
  • Ανάπτυξη δεξιοτήτων επιχειρηματικότητας: Η επιλογή ενός προγράμματος δεν συνεπάγεται απαραιτήτως τη διεκδίκηση μιας υψηλότερης θέσης. Ένας σημαντικός αριθμός των συμμετεχόντων σε μεταπτυχιακά προγράμματα αποσκοπεί στην ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων που θα τους επιτρέψουν να δημιουργήσουν και να οργανώσουν τη δική τους επιχείρηση, με τη φύση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων να τα καθιστά ικανά στο να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, όπως είναι λογικό, υπάρχουν ορισμένες προκλήσεις, οι οποίες οφείλουν να αντιμετωπιστούν. Έτσι, η απόκτηση ενός μεταπτυχιακού τίτλου, πολλές φορές, συνεπάγεται ένα σημαντικό χρηματικό κόστος και μια μεγάλη δέσμευση χρόνου, με αρκετές επιπτώσεις τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική ζωή του ατόμου, ενώ η επιτυχημένη περάτωση των σπουδών δεν εγγυάται απαραίτητα μια επιτυχημένη καριέρα. Εντούτοις, όλα τα παραπάνω μπορούν να ξεπεραστούν μέσα από την επιλογή του κατάλληλου προγράμματος.


ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Η συνεχής εκπαίδευση, καθώς και η απόκτηση γνώσης και κατάρτισης αποτελεί ένα εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για μια επιτυχημένη πορεία του εργαζομένου και κατ’ επέκταση της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Με την πληθώρα, όμως, των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των μεταπτυχιακών τίτλων που υπάρχουν, η επιλογή οφείλει αφενός να καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, και αφετέρου να είναι στοχευμένη ανάλογα με τις ανάγκες που χρειάζεται να ικανοποιηθούν. Επομένως, με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή ενός εκπαιδευτικού προγράμματος;

Όπως εξηγεί ο Δρ. Σ. Ζάρκος: «Η παρακολούθηση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος αποτελεί μία πολύ σημαντική επένδυση σε επίπεδο οικονομικού κόστους και προσωπικής προσπάθειας. Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να γίνει μία προσεκτική επιλογή προγράμματος ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή απόδοση από αυτή την επένδυση. Στα βασικά κριτήρια επιλογής βρίσκουμε τα παρακάτω:

    1. Σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών που αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.
    2. Ανάπτυξη δεξιοτήτων και χρήση νέων τεχνολογικών εργαλείων, που προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο που λειτουργούν οι επιχειρήσεις.
    3. Ισορροπία μεταξύ της θεωρίας και της πρακτικής εφαρμογής της, ώστε να αναπτύσσεται τόσο η αναλυτική σκέψη όσο και η ικανότητα επίλυσης πρακτικών προβλημάτων.
    4. Διδακτικό προσωπικό με σημαντικό ερευνητικό έργο και εμπειρία διδασκαλίας σε στελέχη επιχειρήσεων.
    5. Φήμη και ιστορία του εκπαιδευτικού φορέα, σχέσεις με την επιχειρηματική κοινότητα και συνεισφορά του στην επαγγελματική εξέλιξη των αποφοίτων του».

Επιπρόσθετα, η επιλογή ενός εκπαιδευτικού προγράμματος θα ήταν χρήσιμο να γίνεται με βάση τα εξής στοιχεία:

  • Την ακαδημαϊκή του κατάταξη: Ένας από τους παράγοντες που φαίνεται ότι συνεπικουρεί στην επιλογή ενός εκπαιδευτικού προγράμματος είναι η θέση που καταλαμβάνει στο εθνικό ranking. Οι σχετικές κατατάξεις είναι σε θέση να προσφέρουν μια καλύτερη εικόνα για το πώς ένα πρόγραμμα ανταγωνίζεται τα υπόλοιπα της χώρας. Σε αυτές τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψιν, συνήθως, μια σειρά από παραμέτρους όπως το ποσοστό αποφοίτησης, το κόστος της φοίτησης και οι προοπτικές πρακτικής άσκησης. Ωστόσο, πέρα από το διαδίκτυο και τις δημοσιεύσεις τέτοιων λιστών κατάταξης, μια καλή πηγή πληροφόρησης για τη φήμη που συνοδεύει το εκάστοτε εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτελεί και η συζήτηση με φίλους, συναδέλφους ή καθηγητές.
  • Την γνώμη των φοιτητών και των αποφοίτων: Μία καλή μέθοδος για να γίνει κατανοητό το κλίμα που επικρατεί σε ένα πρόγραμμα, άρα και το αν ικανοποιεί τις ανάγκες που υπάρχουν, είναι η συγκέντρωση των απόψεων είτε των ατόμων που ήδη φοιτούν σε αυτό είτε των αποφοίτων του. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί τόσο από κάποιες συζητήσεις δια ζώσης όσο και μέσα από το διαδίκτυο. Με απλά λόγια, το ζητούμενο εδώ είναι η ποιότητα της καθημερινότητας των φοιτούντων. Είναι, δηλαδή, οι συμμετέχοντες ευχαριστημένοι; Το πρόγραμμα έχει, όντως, εξυπηρετήσει τους εκπαιδευτικούς του σκοπούς;
  • Την εμπειρία και την εξειδίκευση του διδακτικού προσωπικού: Θα ήταν χρήσιμο να αναζητηθεί η εκπαιδευτική, αλλά και η εργασιακή εμπειρία των διδασκόντων του προγράμματος έτσι ώστε να γίνει ξεκάθαρο το πεδίο των προσφερόμενων γνώσεων. Μέσα από την ανάγνωση των βιογραφικών των καθηγητών ή από μια online αναζήτηση, ο καθένας μπορεί να συλλέξει πληροφορίες που θα τον βοηθήσουν στο να δει κατά πόσο τα προσόντα τους μπορούν, όντως, να καλύψουν τις εκπαιδευτικές του ανάγκες.
  • Την μεθοδολογία που ακολουθείται: Κάθε πρόγραμμα αξιοποιεί διαφορετικές μεθόδους διδασκαλίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιες είναι σωστές και κάποιες όχι. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό το άτομο να γνωρίζει τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για να καταλάβει αν ταιριάζει στο ίδιο, αλλά και στο σκοπό του. Έτσι, κάποιος μπορεί να θέλει να εστιάσει σε πιο πρακτικές γνώσεις, ενώ κάποιος άλλος σε περισσότερο θεωρητικές και αναλυτικές ικανότητες.
  • Το υποστηρικτικό πλαίσιο και τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες: Η εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί πολλές φορές να αποβεί αρκετά στρεσογόνα, τόσο εντός όσο και εκτός της αίθουσας διδασκα- λίας. Ως εκ τούτου, θα ήταν συνετό ο υποψήφιος να γνωρίζει αν το εκάστοτε πρόγραμμα παρέχει κάποιου είδους υποστηρικτικό πλαίσιο, όπως μέντορες ή ακόμα και κάποια ψυχολογική υποστήριξη. Επίσης, είναι σημαντικό να γνωρίζει τις επιλογές που παρέχονται, πέρα από τα προσφερόμενα μαθήματα, όπως πρακτικές ασκήσεις, μαθητείες, εργαστήρια κ.ά., καθώς και αν το πρόγραμμα εστιάζει μόνο στην τοπική – εθνική αγορά ή υιοθετεί μια διεθνή οπτική του επιχειρηματικού κόσμου.
  • Τις αποδοχές των αποφοίτων: Όταν παρατηρείται ένας υψηλός μέσος όρος αρχικών αποδοχών στους πρόσφατα αποφοιτούντες ενός προγράμματος, συνήθως σημαίνει ότι υπήρξε μια ικανοποιητική προετοιμασία για τον εργασιακό βίο. Έτσι, παρότι δεν αποτελεί πάντα το ασφαλέστερο κριτήριο, η γνώση της εναρκτήριας μισθολογικής εικόνας των αποφοίτων βοηθά στην αξιολόγηση του αν το πρόγραμμα πραγματικά προσφέρει την εκπαίδευση που ζητείται.
  • Την τοποθεσία: Εφόσον αναφερόμαστε στην παραδοσιακή, δια ζώσης, εκπαίδευση, τότε είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η τοποθεσία της εκάστοτε σχολής, αφού, εκτός από το θέμα της ευκολίας των μετακινήσεων, τίθεται και ζήτημα ως προς τις ευκαιρίες που παρέχονται. Έτσι, το που εδρεύει η εκάστοτε σχολή είναι σαφέστατα σημαντικό για κάποιον, ο οποίος θέλει να βρίσκεται κοντά στον τόπο κατοικίας ή εργασίας του, αλλά επηρεάζει και τις επαγγελματικές διασυνδέσεις και ευκαιρίες.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Καθηγητή Δ. Γεωργακέλλο: «Η κρίση της ελληνικής οικονομίας έχει επηρεάσει σχεδόν όλους τους τομείς της χώρας και φυσικά τον τομέα της εκπαίδευσης. Οι πλέον απαιτητικοί υποψήφιοι φοιτητές επιλέγουν μεταπτυχιακά προγράμματα που είναι αναγνωρίσιμα με κύρος και προσφέρουν υψηλό επίπεδο σπουδών. Αναζητούν ένα σύγχρονο και εξωστρεφές πρόγραμμα σπουδών, προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Σύγχρονο, καθώς σήμερα οι εξελίξεις στον τομέα των επιχειρήσεων είναι ραγδαίες οπότε και τα εκπαιδευτικά προγράμματα θα πρέπει να ενημερώνονται αντίστοιχα. Εξωστρεφές, ώστε να διασφαλιστεί η άμεση σύνδεση με τον κόσμο των επιχειρήσεων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Προσαρμοσμένο, ώστε να εφοδιάζει τα στελέχη με γνώσεις και ικανότητες που μπορούν να εφαρμόσουν την επόμενη ημέρα στην επαγγελματική τους καθημερινότητα».


Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ DISTANCE LEARNING
Μία από τις επιλογές των υποψηφίων που τα τελευταία χρόνια κερδίζει συνεχώς έδαφος είναι το Distance Learning. Σχετική έρευνα που διεξήχθη το 2018 από το Learning House and Aslanian Market Research επιβεβαιώνει ότι η ζήτηση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης στις ΗΠΑ παρουσιάζει μεγάλη άνοδο. Σύμφωνα, λοιπόν, με την εν λόγω έρευνα, το 86% των online εκπαιδευόμενων θεωρούν την αξία του προγράμματος στο οποίο συμμετέχουν ανάλογη ή και περισσότερη του κόστους του, ενώ το 85% των ερωτηθέντων που παρακολουθούσαν μαθήματα τόσο δια ζώσης όσο και διαδικτυακά, αναφέρει ότι η online εκπαίδευση είναι εξίσου καλή, αν όχι και καλύτερη, από την παρακολούθηση των μαθημάτων σε κάποια αίθουσα. Τέλος, οι 2 στους 3 που παρακολούθησαν κάποιο πρόγραμμα εξ αποστάσεως εξήγησαν ότι πέτυχαν τον στόχο που τους είχε κινητοποιήσει να εγγραφούν στο πρόγραμμα. Με την έξαρση, ωστόσο, της πανδημίας του Covid 19, η ζήτηση για απομακρυσμένη εκπαίδευση και κατάρτιση όχι απλά εκτοξεύθηκε, αλλά φαίνεται να αποτελεί μονόδρομο.

Με τον όρο Distance Learning αναφερόμαστε στη διαδικασία κατά την οποία οι φοιτητές αξιοποιούν το διαδίκτυο, προκειμένου να συμμετέχουν και να ολοκληρώσουν τα εκάστοτε μαθήματα, χωρίς να επιβάλλεται η φυσική παρουσία τους σε κάποια αίθουσα διδασκαλίας ή σχολή. Η στροφή ενός στελέχους προς το Distance Learning συνοδεύεται από μία σειρά από πλεονεκτήματα, ορισμένα εκ των οποίων είναι:

  • Ευελιξία: Από τη στιγμή που δεν απαιτείται η φυσική παρουσία ή η τήρηση ενός προκαθορισμένου προγράμματος, το κάθε στέλεχος μπορεί να διαμορφώσει το δικό του πρόγραμμα από οπουδήποτε και με το δικό του ρυθμό.
  • Εκμάθηση και Εργασία: Παρακολουθώντας κάποιο πρόγραμμα απομακρυσμένης εκπαίδευσης, ένα στέλεχος δεν χρειάζεται, συνήθως, να μειώσει το ωράριο εργασίας του, πόσο μάλλον να απέχει από τα επαγγελματικά του καθήκοντα. Η φύση των προγραμμάτων αυτών είναι τέτοια που επιτρέπει την επιτυχή ολοκλήρωσή τους, ενώ παράλληλα διατηρείται το αναγκαίο εισόδημα του εργαζομένου.
  • Άρση των γεωγραφικών περιορισμών: Από τη στιγμή που ένα πρόγραμμα Distance Learning μπορεί να περατωθεί από οπουδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει κάποιος γεωγραφικός περιορισμός. Αυτό σημαίνει ότι ένα στέλεχος είναι σε θέση να παρακολουθήσει ακόμα και ένα διεθνές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, χωρίς να χρειαστεί να προβεί σε τεράστιες αλλαγές στην καθημερινότητά του.
  • Οικονομικότερες σπουδές: Η online εκπαίδευση συμβάλλει στη μείωση του κόστους που μπορεί να απαιτείται για καύσιμα, πάρκινγκ, βιβλία κ.ά, ενώ, αφού η πλειοψηφία των προγραμμάτων αυτών επιτρέπει έναν προσωπικό ρυθμό, υπάρχει η πιθανότητα για συντομότερη χρονική διάρκεια, σε σχέση με ένα «παραδοσιακό» πρόγραμμα. Εκτός των άλλων, τα προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης τείνουν να έχουν και φθηνότερα δίδακτρα.
  • Εξοικείωση με την τεχνολογία: Το γεγονός ότι η απομακρυσμένη εκπαίδευση αξιοποιεί την τεχνολογία, παρέχει τη δυνατότητα στα στελέχη να εξοικειωθούν με αυτή και να αποκτήσουν επιπλέον δεξιότητες.

Ωστόσο, η επιλογή ενός προγράμματος απομακρυσμένης εκπαίδευσης παρουσιάζει και αρκετές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων είναι η αμφισβητούμενη αξιοπιστία και ποιότητά τους, η πιθανή ελλιπής εξατομικευμένη εκπαίδευση, η ενδεχόμενη απουσία ανατροφοδότησης, αλλά και το διαφορετικό κοινωνικοποιητικό, και όχι μόνο, περιβάλλον μάθησης. Έτσι, είναι σημαντικό, εφόσον κάποιος επιλέξει τη λύση του Distance Learning, να λάβει υπόψιν του ορισμένα κριτήρια, τα οποία θα τον βοηθήσουν αφενός να απεμπλακεί από τα μειονεκτήματα αυτά, αλλά και να καλύψει τις ανάγκες που έχει.

ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος έχει οδηγήσει σε πολλούς διαφορετικούς τύπους απομακρυσμένης εκπαίδευσης, με τα στελέχη να έχουν μια πληθώρα επιλογών. Ορισμένοι από τους συνηθέστερους τύπους είναι τα μαθήματα μέσω video conferences, η ανάθεση εργασιών με ορισμένο χρονικό περιθώριο εκπλήρωσής τους και τα webinars. Πώς, όμως, μπορεί να γίνει η κατάλληλη επιλογή, προκειμένου ένα πρόγραμμα Distance Learning να είναι πιο αποτελεσματικό; Μερικά βασικά στοιχεία, τα οποία θα ήταν καλό να λαμβάνονται υπόψιν πριν την επιλογή ενός τέτοιου προγράμματος είναι:

  • Ευκολία στη χρήση: Κλειδί εδώ αποτελεί η απλότητα. Θα ήταν χρήσιμο, δηλαδή, το πρόγραμμα που θα επιλεγεί να είναι φιλικό προς τον χρήστη, με απλό περιβάλλον και ξεκάθαρα εργαλεία, ακόμα και υποστήριξη πολλαπλών συσκευών.
  • Αναγνώριση: Η αξιοπιστία ενός προγράμματος εξ αποστάσεως εκπαίδευσης έγκειται στον συνδυασμό τόσο του φορέα όσο και της χρησιμοποιούμενης πλατφόρμας. Συνεπώς, είναι σημαντικό κάθε στέλεχος και επιχείρηση να συνυπολογίζει την αναγνώριση που προσφέρει το εκάστοτε πρόγραμμα. Προσφέρει αναγνωρισμένο πτυχίο; Τι μορφής πιστοποίηση παρέχει; Είναι αναγνωρισμένο και διεθνώς ή μονό σε εθνικό επίπεδο;
  • Προγραμματισμός: Η πλειονότητα των προγραμμάτων απομακρυσμένης εκπαίδευσης είναι αρκετά ευέλικτα, με την έμφαση να δίνεται στο περιεχόμενο και όχι στο πότε αυτό θα ολοκληρωθεί. Παρόλα αυτά, είναι σκόπιμο κάποιος να γνωρίζει τον προγραμματισμό που υπάρχει. Πρόκειται για ασύγχρονη εκπαίδευση; Υπάρχουν προθεσμίες; Πόσος χρόνος απαιτείται για την ολοκλήρωσή του;

Για τον Καθηγητή Δ. Γεωργακέλλο: «ένα πρόγραμμα distance learning, προκειμένου να είναι αποτελεσματικό για τον εκπαιδευόμενο, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνδυάζεται με κάποιες ώρες φυσικής εκπαιδευτικής εμπειρίας σε τάξη». Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Δρ. Σ. Ζάρκος, ο οποίος εξηγεί ότι: «Η πρόκληση είναι να διατηρήσουμε το όφελος της προσωπικής επαφής με τους φοιτητές και την μαθησιακή εμπειρία, ενώ την ίδια στιγμή καλούμαστε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο της απόστασης που αντιμετωπίζουν πολλά στελέχη από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η λύση στο παραπάνω δίλημμα είναι η χρήση της παραδοσιακής διδασκαλίας, επικουρουμένης από τη χρήση της τεχνολογίας, η οποία μας επιτρέπει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, μειώνοντας τον χρόνο και την απόσταση που απαιτεί η φυσική παρουσία του φοιτητή στην τάξη. Ωστόσο, η υλοποίηση ενός υβριδικού μοντέλου εκπαίδευσης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο συνδυασμός, η αναλογία, το είδος των εργαλείων και ο τρόπος εφαρμογής τους εξαρτώνται από αρκετούς παράγοντες που έχουν να κάνουν με τη θεματολογία του προγράμματος, τις ιδιαιτερότητες του κάθε μαθήματος και τις εκπαιδευτικές ανάγκες των συμμετεχόντων».


ΠΟΥ ΓΕΡΝΕΙ Η ΠΛΑΣΤΙΓΓΑ
Τόσο η παραδοσιακή όσο και η απομακρυσμένη εκπαίδευση συνοδεύονται από μια σειρά πλεονεκτημάτων, αλλά και από ποικίλες προκλήσεις. Ως εκ τούτου, είναι λογικό η συζήτηση γύρω από το ποια επιλογή να ακολουθήσει κάποιο στέλεχος να είναι υπαρκτή και να προβληματίζει τόσο το ίδιο όσο και την εταιρεία στην οποία εργάζεται. «Το ζητούμενο δεν είναι η σύγκριση μεταξύ των δύο, αλλά η σύνθεσή τους, ώστε να συμβάλλουν στην καλύτερη δυνατή μαθησιακή εμπειρία. Πιστεύουμε στη συνέργεια που μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση και των δύο μεθόδων, ώστε να εξασφαλιστεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Πρέπει να είμαστε δεκτικοί στα νέα εργαλεία που μας προσφέρει η τεχνολογία, όσο αυτά χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο που εξυπηρετούν τους στόχους μας και ενδυναμώνουν τις αξίες που μας χαρακτηρίζουν» υπογραμμίζει ο Δρ. Σ. Ζάρκος και συνεχίζει: «Η πίστη στις αξίες αυτές σχετίζεται με την ποιότητα των υπηρεσιών, την προσήλωση στην έρευνα και στη δημιουργία νέας γνώσης, τη φροντίδα των φοιτητών και την υποστήριξη στην επαγγελματική τους εξέλιξη. Όλα αυτά μας κάνουν ευέλικτους στην επιλογή των εργαλείων που μας διατίθενται».

Αδιαμφισβήτητα, οι εκάστοτε ανάγκες είναι αυτές που καθορίζουν και την επιλογή που θα κάνει ο εργαζόμενος, προκειμένου να επενδύσει στον ίδιο, αποκτώντας νέες γνώσεις και δεξιότητες, βοηθώντας, ταυτόχρονα, και την εταιρεία στην οποία εργάζεται. Εντούτοις, η «πληρέστερη» και αποτελεσματικότερη επιλογή φαίνεται να είναι ο συνδυασμός παραδοσιακής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Όπως τονίζει και ο Καθηγητής Δ. Γεωργακέλλος: «Ένα distance learning πρόγραμμα παρέχει σίγουρα μεγαλύτερη ευελιξία στον εκπαιδευόμενο, καθώς είναι εκείνος που θα προσαρμόσει το χρονοδιάγραμμα της μελέτης του ανάλογα με τον ελεύθερο χρόνο που διαθέτει, και απεριόριστη πρόσβαση στο διδακτικό υλικό, όποτε και απ’ όπου εκείνος επιθυμεί, αρκεί βέβαια να έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ωστόσο, τα σύγχρονα εκπαιδευτικά προγράμματα δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στη θεωρητική κατάρτιση. Η ομαδικότητα, η συνεργασία μεταξύ των φοιτητών, η ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και εμπειριών αποτελούν σημαντικά εφόδια για την επαγγελματική τους εξέλιξη και δεν μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικά μέσω της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης».

Ανεξάρτητα από τη μορφή της, η εκπαίδευση αποτελεί μια σημαντική επένδυση με στόχο την επιτυχία τόσο του εκάστοτε εργαζομένου όσο και του οργανισμού, αφού επιτρέπει τη συνεχή ανανέωση των γνώσεων, την πληρέστερη κατάρτιση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Επομένως, σε έναν σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο που μεταβάλλεται, εξελίσσεται και αναπτύσσεται συνεχώς, οι εργαζόμενοι, και μέσω αυτών και οι εταιρείες, οφείλουν να αναπτύσσονται και να εξελίσσονται εξίσου. Ο μόνος τρόπος για να το πετύχουν είναι η εκπαίδευση, είτε αυτή είναι «παραδοσιακή», είτε απομακρυσμένη.

VIEWPOINT
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: ΕΝΝΟΙΕΣ ΑΛΛΗΛΟΕΞΑΡΤΩΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΕΝΙΣΧΥΟΜΕΝΕΣ

    Γιούλη Παπαποστόλου
    Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού
    & Εκπαίδευσης, Οργανισμός
    Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.)

Η Ελλάδα είναι μια μέτρια καινοτόμος χώρα. Η συνεισφορά των Βιομηχανιών Εντάσεως Διανοητικής Ιδιοκτησίας στο ΑΕΠ εκτιμάται σε 40% και στην απασχόληση σε 26,2%. Η Διανοητική Ιδιοκτησία συνιστά επιχειρηματικό και οικονομικό κεφάλαιο και η διάχυση αυτής επιτυγχάνεται με εκπαιδευτικές διαδικασίες, συστατικό των οποίων αποτελούν οι καινοτόμες τεχνικές. Ως στόχος της εκπαίδευσης στην καινοτομία σηματοδοτείται, κυρίως, η εμπορική αξιοποίηση των τίτλων Διανοητικής Ιδιοκτησίας, με κίνητρα κατοχύρωσης για χρήση μονοπωλιακού δικαιώματος στην αγορά. Η εκπαίδευση στην καινοτομία, η βελτίωση των δεξιοτήτων των χρηστών του οικοσυστήματος, απευθυνόμενη σε πληθυσμό με μέτριο δείκτη εφευρετικότητας και καινοτομίας, αποτελεί πρόκληση.

Η Διανοητική Ιδιοκτησία διδάσκεται. Διδάσκεται μέσω ταχύτατα αναπτυσσόμενων δομών, ακαδημιών, συνεργασιών με ομόλογους φορείς και σύναψης προγραμματικών συμφωνιών, συνεδρίων, σεμιναρίων, συμποσίων, πλατφορμών ψηφιακής μάθησης. Πρόκειται για δομές, μέσω των οποίων καλλιεργείται και ευδοκιμεί η πατεντική παιδεία. Η έννοια της φυσικής απόστασης έχει πάψει να αποτελεί εμπόδιο και να προσδιορίζει τη διαδικασία. Η διαδικτυακή διδασκαλία σε αρχές Διανοητικής Ιδιοκτησίας (σύγχρονη και ασύγχρονη) δεσπόζει, όχι μόνο ως μεταφραστικό δάνειο της εποχής και της συγκυρίας, αλλά διότι εξασφαλίζει την υιοθεσία και την ευχρηστία ευέλικτων μέσων και εργαλείων, την πολυμορφικότητα και την πολυπολιτισμικότητά της για τους εκπαιδευτές και τους εκπαιδευόμενους, καταδεικνύοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές των συστημάτων κατοχύρωσης Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας παγκοσμίως. Διατηρεί όλα τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν ελκυστικό το όφελος της εξ αποστάσεως διδασκαλίας, ενισχύει τη συμμετοχή των εκπαιδευομένων για εκείνους που κρίνουν τις δια ζώσης παρεμβάσεις τους απειλητικές, παρέχει τη δυνατότητα επαναθεώρησης της σκέψης και επαναφοράς με δομημένες τοποθετήσεις, επανεξετάζει τα εκπαιδευτικά ηχητικά και οπτικά στιγμιότυπα.

Αναμφίβολα, η ασύγχρονη εξ αποστάσεως μάθηση στη Διανοητική Ιδιοκτησία απαιτεί από τους εκπαιδευόμενους έναν σημαντικό βαθμό ωριμότητας και δέσμευσης. Οι εκπαιδευόμενοι ενισχύουν την ικανότητά τους να μεταβαίνουν και να προσαρμόζονται γρήγορα σε εναλλασσόμενες συνθήκες, απαραίτητο συστατικό αρχής, αλλά και ανάπτυξης της έκφρασης της καινοτομίας. Σημαντικό το κεφάλαιο της τεχνολογίας που επιτυγχάνει τη σύνδεση, καθώς η εξ αποστάσεως εκπαίδευση απαιτεί το συγχρονισμό πολλών τεχνολογικών πόρων και δεξιοτήτων. Οι πιο διστακτικοί αποφαίνονται σε ενθουσιώδεις technophiles. Το αποτέλεσμα αυτό ορίζει την αλληλοενισχυόμενη σχέση μεταξύ καινοτομίας και εκπαίδευσης. Όσο η διαδικτυακή μάθηση επιβάλλει εκρηκτικά την εμφάνισή της, τόσο ανακύπτουν ερωτήματα για την ποιοτική διάσταση της μαθησιακής διαδικασίας της καινοτομίας. Είναι ιδιαίτερη στιγμή για τους αποδέκτες της γνώσης όταν καλούνται να έρθουν και να μάθουν μαζί, να κάνουν πράξη, να ανταλλάσσουν ιδέες και να εξελίσσουν εις βάθος συζητήσεις σε ζητήματα εφευρετικότητας. Η απώλεια των απαραίτητων «σιωπηρών» πληροφοριών που ανταλλάσσονται με τη φυσική παρουσία και η στέρηση της γλώσσας του σώματος καθιστούν αποπροσωποποιημένη την επαφή και αμφισβητούμενη την εχεμύθεια, πυλώνα στην αποκάλυψη της ιδέας. Ερωτήματα που η μελλοντική εμπειρία και πράξη απομένει να απαντήσει.

Εκείνο, όμως, που δε χωρά αμφισβήτηση είναι ότι η προσβάσιμη και η ποιοτική εκπαίδευση στην καινοτομία μέσω σύγχρονου, αποκεντρωμένου, ευέλικτου συστήματος διδασκαλίας σηματοδοτεί αξία σε επενδυτές, ανταγωνιστές και συνεργάτες, εμπορευματοποιεί τις εφευρέσεις, ενθαρρύνει τις επενδύσεις μέσω προστασίας άυλων κεφαλαίων και μειώνει τον κίνδυνο ευκαιριακής συμπεριφοράς, χαράσσοντας αναπτυξιακό αποτύπωμα στη διαμόρφωση πολιτικής Διανοητικής Ιδιοκτησίας, επενδύοντας στη βιώσιμη ανάπτυξη και περιφρουρώντας το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ανθρώπινης επινόησης.