Η ρήση του F. Bacon δεν θα μπορούσε, ίσως, να έχει καλύτερη εφαρμογή από ότι στο ανταγωνιστικό περιβάλλον που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά εργασίας. Μέσα σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού, συγκλονιστικών τεχνολογικών, κοινωνικών και άλλων εξελίξεων αλλά και οικονομικών αναταράξεων, η διευρυμένη ή εξειδικευμένη γνώση που προσφέρουν τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, αναδεικνύονται σε πολύτιμο όπλο στη φαρέτρα κάθε εργαζόμενου αλλά και κάθε εταιρείας.

Η διείσδυση των μεταπτυχιακών σπουδών, τα τελευταία χρόνια, ολοένα και διευρύνεται, γεγονός που οφείλεται αφενός στις ραγδαίες και πολλαπλές εξελίξεις και την πρόοδο στο σύνολο σχεδόν των γνωστικών αντικειμένων και αφετέρου στην ολοένα και μεγαλύτερη ανταπόκριση της αγοράς εργασίας στα οφέλη και τα πλεονεκτήματα που μπορούν να προσφέρουν στο επιχειρείν οι εξειδικευμένες γνώσεις ή η εμβάθυνση σε αντίστοιχα γνωστικά πεδία. Κατά συνέπεια όλο και περισσότεροι νέοι απόφοιτοι προπτυχιακών προγραμμάτων, αλλά και εργαζόμενοι επιλέγουν και στοχεύουν στην παρακολούθηση κάποιου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών και στην απόκτηση του αντίστοιχου τίτλου. Έχει πια αποδειχτεί, τόσο από ποικίλες έρευνες όσο και από την πρακτική εμπειρία, ότι ο κατάλληλος μεταπτυχιακός τίτλος μπορεί να προσδώσει σημαντικότατο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στον εργασιακό στίβο, αλλά και στην εταιρεία που θα εντάξει τον κάτοχό του στο ανθρώπινο δυναμικό της και θα αξιοποιήσει τις αποκτηθείσες γνώσεις του.

Μεταπτυχιακές σπουδές εν μέσω κρίσης;
Με την παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και με δεδομένη την παγκόσμια οικονομική αστάθεια, τίθεται από πολλούς το μάλλον εύλογο ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο η επένδυση σε χρόνο, κόπο και χρήματα για ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα «αποδίδει» και έχει απτά αποτελέσματα, για να χρησιμοποιήσουμε επιχειρηματική γλώσσα. Άλλωστε, σε περιόδους οικονομικών αναταραχών, συνήθως, οι μισθοί συρρικνώνονται – τουλάχιστον όσον αφορά στις νέες προσλήψεις-, ενώ δίνεται και μεγαλύτερη βαρύτητα στην εργασιακή εμπειρία. Μήπως, λοιπόν, οι ήδη εργαζόμενοι θα πρέπει να εστιάσουν στη διεύρυνση της εργασιακής τους εμπειρίας και οι νέοι απόφοιτοι να στραφούν άμεσα στην αγορά εργασίας και να παρακάμψουν τις μεταπτυχιακές σπουδές;

Είναι γεγονός, άλλωστε, ότι σε περιόδους «ισχνών αγελάδων» οι νέοι απόφοιτοι, ακόμα και οι τυχεροί εκείνοι που βρίσκουν δουλειά, ξεκινούν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία με χαμηλότερες αμοιβές και κατά συνέπεια δεν απολαμβάνουν την αξία των πτυχίων τους σε ανάλογο βαθμό με όσους αποφοίτησαν σε περιόδους οικονομικής ευημερίας και ανάπτυξης. Αν και η παραπάνω συλλογιστική κάθε άλλο παρά παράλογη φαντάζει, ωστόσο έρευνες δείχνουν ότι οι κάτοχοι MBA ή άλλων μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών που σχετίζονται, κυρίως, με το επιχειρείν και τη διοίκηση (management), οι οποίοι αποφοίτησαν εν μέσω ύφεσης, δεν φαίνεται να μετανιώνουν για την επιλογή τους.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Allumni Perspectives Survey της GMAC (Gratuate Management Admissiom Council) που διεξήχθη στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς με τη συμμετοχή σχεδόν 21.000 αποφοίτων επιχειρηματικών και οικονομικών σχολών από όλο τον κόσμο, όσοι πήραν τους μεταπτυχιακούς τους τίτλους σε περιόδους οικονομικής κρίσης (1980-82, 1990-91 ή 2008-09) είναι εξίσου πιθανόν να αποτιμήσουν και να αξιολογήσουν το πτυχίο τους στα ίδια επίπεδα με όσους αποφοίτησαν σε καλύτερες εποχές.

Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Ιωάννης Νικολάου, Αναπληρωτής Καθηγητής, Διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στη Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Η οικονομική κρίση έχει φυσικά τον αντίκτυπό της και στο ζήτημα των μεταπτυχιακών σπουδών. Παρόλα αυτά, τα προγράμματα που προσφέρονται από μεγάλα, παραδοσιακά, έγκριτα και διεθνώς αναγνωρισμένα ιδρύματα, δεν έχουν «υποφέρει» καθόλου θα λέγαμε από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Μεγάλα και διεθνώς αναγνωρισμένα πανεπιστήμια εξακολουθούν α προσελκύουν υψηλό αριθμό υποψηφίων και υψηλού επιπέδου φοιτητές. Ενισχύονται κιόλας θα λέγαμε, εφόσον ένα στέλεχος που αποφασίζει να επενδύσει ένα σεβαστό ποσό σε δίδακτρα μεταπτυχιακών σπουδών, θα προτιμήσει ένα ίδρυμα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά».

Στην έρευνα της GMAC, φαίνεται σαφώς ότι ο «μετρητής αξίας» είναι σταθερός για τους απόφοιτους σε όλες τις παραμέτρους που έθεσε η έρευνα: οικονομικά, προσωπικά και επαγγελματικά. Στη βαθμολόγηση της αξίας των business μεταπτυχιακών τους τίτλων δεν διαφαίνονται ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα σε όσους αποφοίτησαν σε περίοδο κρίσης σε σχέση με τους υπόλοιπους:

  • το 95% των αποφοίτων σε εποχή ύφεσης αποτιμούν την αξία του μεταπτυχιακού τους τίτλου από καλή έως εξαιρετική, σε σχέση με το 94% όσων αποφοίτησαν σε άλλες χρονιές.
  • το 95% των αποφοίτων μεταπτυχιακών προγραμμάτων επιχειρηματικών και οικονομικών σχολών σε περίοδο ύφεσης δηλώνει ότι το πτυχίο τους ήταν αποδοτικό σε προσωπικό επίπεδο, σε σχέση με το 94% εξ όσων αποφοίτησαν σε καλύτερες για την οικονομία περιόδους. Τα ευρήματα είναι παρόμοια και στην ερώτηση του κατά πόσο οι απόφοιτοι κρίνουν ότι ο μεταπτυχιακός τους τίτλος ήταν αποδοτικός σε επαγγελματικό επίπεδο – το 91% αποφοίτων εποχών ύφεσης το κρίνει αποδοτικό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό αποφοίτων άλλων περιόδων είναι στο 90%.
  • το 96% του συνόλου των αποφοίτων επιχειρηματικών και οικονομικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων δηλώνει ότι, κρίνοντας εκ των κατοπινών αποτελεσμάτων, θα προέβαιναν και πάλι στην απόκτηση του μεταπτυχιακού τους τίτλου.

Τέλος, όσον αφορά σε οικονομικούς δείκτες, οι απόφοιτοι οικονομικών και business σχολών σε περιόδους ύφεσης είναι ελαφρώς περισσότερο πιθανό να βαθμολογήσουν υψηλότερα την αξία του μεταπτυχιακού τους τίτλου. Πιο συγκεκριμένα ανάμεσα σε όσους αποφοίτησαν σε εποχή ύφεσης:

  • το 79% κρίνουν το πτυχίο τους ως οικονομικά αποδοτικό σε σχέση με το 75% εξ όσων αποφοίτησαν στη διάρκεια εποχών ανάπτυξης.
  • το 69% δηλώνει ότι η δουλειά τους τούς ανταμείβει ικανοποιητικά, σε σχέση με το 67% εξ όσων αποφοίτησαν σε καλές για την οικονομία εποχές
  • το 84% δηλώνει ότι ο μεταπτυχιακός τους τίτλος ήταν απαραίτητος για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των υπόλοιπων αποφοίτων βρίσκεται στο 83%.

Τι λένε οι εργοδότες
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ακόμα και σε περιόδους ύφεσης η απόδοση και η αξία των business μεταπτυχιακών προγραμμάτων είναι αντίστοιχη, αν όχι και μεγαλύτερη, με οποιαδήποτε άλλη περίοδο. Σε αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η «2015 Corporate Recruiters Survey», επίσης της GMAC, στην οποία συμμετείχαν 748 εργοδότες από 47 χώρες, συμπεριλαμβανομένων και 46 εταιρειών της λίστας Fortune 100. Σύμφωνα με την έρευνα, στη χρονιά που διανύουμε αναμένεται αύξηση στη ζήτηση σε ό,τι αφορά σε προσλήψεις αποφοίτων οικονομικών και business σχολών, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και ανά γεωγραφική περιοχή.

Το ποσοστό των εταιρειών που αναζητεί νέους αποφοίτους business και οικονομικών σχολών και προγραμμάτων αναμένεται να σημειώσει ανοδική πορεία στη χρονιά που διανύουμε, καθώς το 84% των εταιρειών δήλωσαν ότι επιθυμούν και επιδιώκουν να ενισχύσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους με κατόχους MBAs. Το ποσοστό αυτό, αν τελικά επιβεβαιωθεί με την ολοκλήρωση του 2015, είναι σημαντικά μεγαλύτερο σε σχέση με το 74% των εταιρειών που προέβη σε προσλήψεις των αντίστοιχων υποψηφίων πέρυσι, και φυσικά σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό πέντε χρόνια πριν, το οποίο μόλις άγγιζε το 62%.

Επίσης, άνοδο αναμένεται να σημειώσει φέτος σε σχέση με το 2014, και το ποσοστό των εταιρειών που θα προβεί σε προσλήψεις νέων αποφοίτων μεταπτυχιακών προγραμμάτων στη λογιστική, τα οικονομικά και τη διοίκηση επιχειρήσεων. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς εργοδότες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι σχεδιάζει να αυξήσει τις αμοιβές για τους νεοπροσληφθέντες που κατέχουν MBA. Στην Ευρώπη της παρατεταμένης οικονομικής αστάθειας, περισσότερες από τις μισές εταιρείες δήλωσαν ότι σχεδιάζουν να προβούν σε προσλήψεις κατόχων MBA (56%) και Master in Management (52%).

Τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά μικρότερα σε σχέση με άλλες γεωγραφικές περιοχές -ενδεικτικά, τα αντίστοιχα ποσοστά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κυμαίνονται στο 92%, ενώ στην Ασία-Ειρηνικό και στη Λατινική Αμερική στο 75%. Αυτή η διαφορά, ωστόσο, εξηγείται από το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναγνωρίζουν ως κύριο οργανωτικό στόχο τη μείωση των δαπανών σε ποσοστό 56%, ποσοστό μεγαλύτερο σε σχέση με κάθε άλλη γεωγραφική περιοχή.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η έξοδος από την ύφεση είναι ιδιαίτερα αργή για την ευρωπαϊκή οικονομία, με ρυθμούς ανάπτυξης που δεν ξεπερνούν κατά μέσο όρο το 1%. Και μάλιστα, η ανάπτυξη αυτή δεν είναι ίδια για όλες τις χώρες της ηπείρου – κάποιες έχουν ευημερία, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, ενώ άλλες, όπως η χώρα μας, η Ισπανία και η Ιταλία, παλεύουν να ανακάμψουν από την αυστηρή λιτότητα. Και παρόλο που κάποιες εξελίξεις στο πρώτο μισό του έτους, όπως η πτώση στην τιμή του πετρελαίου αλλά και στην αξία του ευρώ, έδωσαν μία μικρή ενίσχυση στις προοπτικές της περιοχής, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις -πόσω μάλλον οι ελληνικές- εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ποσοστό των εταιρειών που αναμένεται να προχωρήσει σε προσλήψεις μέσα στη χρονιά είναι αντίστοιχο με αυτό του 2014 (διάγραμμα 1).

Σε ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις της αγοράς, η οποία σπουδαιολογεί, ακόμα και σε δύσκολες περιόδους, τις μεταπτυχιακές σπουδές που σχετίζονται οριζόντια ή κάθετα με το επιχειρείν και τη διοίκηση εταιρειών, φαίνεται να βρίσκεται και η ζήτηση για μεταπτυχιακές σπουδές στη χώρα μας. Σύμφωνα με τον Δρ. Κυριάκο Κυριακόπουλο, Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Προγραμμάτων, Ακαδημαϊκός Διευθυντής Eurobank – ALBA MBA, Ακαδημαϊκός Διευθυντής Executive MBA και Αναπληρωτής Καθηγητής Στρατηγικής και Μάρκετινγκ στο ALBA Graduate Business School at The American College of Greece: «Κλαδικά Μsc, όπως για παράδειγμα, στο Tourism Management ή Shipping Management, παρουσιάζουν εντυπωσιακή ζήτηση λόγω και της προοπτικής αυτών των δυο κλάδων.

Επίσης, μεταπτυχιακά προγράμματα εξειδίκευσης, τα οποία καλύπτουν βασικές λειτουργίες της επιχείρησης, όπως Marketing, Human Resources, Finance, Risk Management, παραμένουν σταθερές αξίες για την είσοδο στην αγορά εργασίας. Μια προσεκτικά επιλεγμένη σχολή μπορεί να αποσβέσει την επένδυση με πολλούς διαφορετικούς τρόπους πέρα από ένα καλό μισθό ή ένα ταιριαστό εργασιακό περιβάλλον». Ο Ι. Νικολάου πιστεύει ότι «Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εξακολουθούν να επιλέγουν “παραδοσιακά” γενικά μεταπτυχιακά προγράμματα, όπως Master in Business Administration (MBA), ή περισσότερο εξειδικευμένα, όπως Μάστερ σε Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων, Χρηματο-οικονομικά, κ.λπ. Παρόλα αυτά, αυξημένη ζήτηση, τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να έχουν και πιο εξειδικευμένα προγράμματα, ειδικά όσα σχετίζονται με το χώρο της τεχνολογίας/ πληροφορικής, όπως για παράδειγμα, Business Analytics, Digital Marketing, κ.λπ.».

Η Κατερίνα Ξυνή, Γενική Διευθύντρια του Mediterranean College αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το Μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων παραμένει σταθερά ένα δυνατό χαρτί για εξέλιξη στην αγορά εργασίας καθώς εκτιμάται ιδιαίτερα από τους εργοδότες. Είναι σημαντικό το ΜΒΑ να γίνεται σε μια “επαγγελματική ωριμότητα” του φοιτητή και όχι αμέσως μετά το 1ο πτυχίο. Αυτό, διότι το περιεχόμενο και ο τρόπος διδασκαλίας/ αξιολόγησης του προγράμματος είναι φτιαγμένος για ανθρώπους με εμπειρία καθώς οι φοιτητής “μαθαίνει” ανατρέχοντας σε προηγούμενες εμπειρίες του και αναλύοντας πραγματικές περιπτώσεις – δεδομένα από τον επαγγελματικό του χώρο και την αγορά. Έτσι επιτυγχάνεται η μέγιστη αξιοποίηση – απόδοση του ΜΒΑ.

Επίσης, οποιαδήποτε μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε εφαρμοσμένες σπουδές Ξενοδοχειακών και Διοίκησης Φιλοξενίας, λόγω της αυξημένης ζήτησης σε καταρτισμένα στελέχη στο χώρο για να αναλάβουν διοικητικές θέσεις. Οι εμπειρικές γνώσεις δεν επαρκούν για την είσοδο σε μεγάλες ξενοδοχειακές – τουριστικές μονάδες αλλά ούτε μπορούν να προσφέρουν στα στελέχη των μικρότερων μονάδων τα εφόδια για να ξεχωρίσουν και να αναπτύξουν περαιτέρω την επιχείρησή τους».

Όσον αφορά στα μεταπτυχιακά προγράμματα που προσφέρουν, ειδικά αυτή την περίοδο, την καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση, ο Ανδρέας Νικολόπουλος, Καθηγητής και Πρόεδρος του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος Diploma In Negotiations του ΚΕΚ/ΟΠΑ, υποστηρίζει ότι: «Η αξιόπιστη απάντηση του ερωτήματος αυτού βασίζεται στη ζήτηση που παρατηρείται για συγκεκριμένα μεταπτυχιακά προγράμματα.

Σύμφωνα με το δεδομένο αυτό, η μεγαλύτερη ζήτηση παρατηρείται σε μεταπτυχιακά προγράμματα του ευρύτερου χώρου της διοίκησης επιχειρήσεων (MBA, Διοίκηση Υπηρεσιών, Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού, Μάρκετινγκ, Χρηματοοικονομική Διοίκηση, κ.λπ.). Τα ιδρύματα που επιλέγουν οι σπουδαστές έχουν διεθνές κύρος, προκειμένου να έχουν ευελιξία στην πραγματοποίηση των σχεδίων καριέρας τους τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό».


Γιατί να επιλέξετε μεταπτυχιακές σπουδές
Οι αριθμοί και η πρακτική εμπειρία αποδεικνύουν ότι οι μεταπτυχιακές σπουδές, και ειδικά οι business studies, αποτελούν μία καλή επιλογή και επένδυση. Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων δηλώνουν ικανοποιημένοι με την επιλογή τους, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνθηκών και συγκυριών, ενώ και οι εργοδότες φαίνεται ότι σπουδαιολογούν τους μεταπτυχιακούς τίτλους κατά τις διαδικασίες recruiting, ενώ είναι διατεθειμένοι να ανταμείψουν τους κατόχους τους τόσο σε επίπεδο αμοιβών όσο και σε επίπεδο ευκαιριών επαγγελματικής ανέλιξης και σταδιοδρομίας.

Όπως επισημαίνει και ο Α. Νικολόπουλος: «Σε γενικές γραμμές, η διεύρυνση των γνώσεων ενός στελέχους επιχειρήσεων είναι απαραίτητη, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη συγκυρία. Αυτό συμβαίνει, διότι οι εξελίξεις, τουλάχιστον στα γνωστικά αντικείμενα της διοίκησης επιχειρήσεων, είναι συνεχής, κάτι που οδηγεί στην απαξίωση των γνώσεων που έχει λάβει ένα στέλεχος κατά τις προηγούμενες σπουδές του. Η σημερινή συγκυρία έχει αυξήσει τις ποιοτικές απαιτήσεις προς τα στελέχη και ακόμα έχει εντείνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Αυτό έχει οδηγήσει, παρά τη μείωση των εισοδημάτων τους, σε αύξηση της ζήτησης για τα μεταπτυχιακά προγράμματα ιδιαίτερα υψηλού κύρους».

«Η σύγχρονη αγορά εργασίας κάνει τη διαρκή εκπαίδευση πέρα από χρήσιμη και αναγκαία» υποστηρίζει η Κ. Ξυνή και συνεχίζει: «Η επαγγελματική εξειδίκευση και η διαρκής ανανέωση των προσωπικών δεξιοτήτων των στελεχών, θεωρείται σήμερα το πιο ισχυρό ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα. Υπάρχουν βασικοί λόγοι για τους οποίους γίνεται αυτό:

  • Η «θωράκιση» της θέσης εργασίας αλλά –στις μέρες μας- και η κατοχύρωση της ίδιας της εργασίας τους προστασία από ανεργία.
  • Η συλλογή τυπικών προσόντων και προσθήκη σύγχρονης γνώσης, ώστε να ξεχωρίσει το βιογραφικό από τα χιλιάδες βιογραφικά που διακινούνται στα τμήματα HR των εταιρειών.
  • Η αλλαγή αντικειμένου εργασίας σε αντικείμενο/ κλάδο με θετικότερες επαγγελματικές προοπτικές.
  • Η κατοχή ενός αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου/ πιστοποίησης από Βρετανικό Πανεπιστήμιο/ φορέα, που θα τον καταστήσει πιο ανταγωνιστικό στη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στο εξωτερικό».

Πώς μπορεί όμως κανείς να καθορίσει κατά πόσο οι μεταπτυχιακές σπουδές είναι η σωστή επιλογή; Αν η απάντησή σε οποιοδήποτε από τα παρακάτω ερωτήματα είναι καταφατική, η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών είναι σίγουρα ένα ενδεχόμενο που πρέπει να εξεταστεί.

Επιθυμείτε μία ακαδημαϊκή πρόκληση; Εφόσον η διεύρυνση και αναζήτηση της γνώσης σας τέρπει, τότε τα οφέλη σε επίπεδο ικανοποίησης που προσφέρει ένα πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών είναι πολλαπλά. Είναι μία ευκαιρία για εμβάθυνση σε περιοχές και γνωστικές θεματικές που άπτονται των ενδιαφερόντων σας αλλά και για συναναστροφή με φωτεινά μυαλά που μοιράζονται τα ίδια ενδιαφέροντα. Οι μεταπτυχιακές σπουδές μπορούν να αποτελέσουν την καλύτερη δυνατή ευκαιρία να αφήσετε το αποτύπωμά σας στον τομέα της προτίμησής σας. Με λίγα λόγια, αν η γνώση είναι το πάθος σας, τότε οι μεταπτυχιακές σπουδές κατά πάσα πιθανότητα είναι το επόμενο βήμα μετά το πρώτο σας πτυχίο.

Το απαιτεί ο εργοδότης σας; Είναι η απόκτηση ενός μεταπτυχιακού τίτλου απαραίτητη για την επαγγελματική σας ανέλιξη στην εταιρεία που εργάζεστε; Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα να προταθεί από τον ίδιο τον εργοδότη. Αν επιλέξετε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την εξέλιξη της επαγγελματικής σας σταδιοδρομίας, είναι σημαντικό να επιλέξετε ένα πρόγραμμα σχετικό με την επαγγελματική σας πορεία. Οι σπουδές σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα θα σας βοηθήσουν να επιτύχετε στο έπακρο τους επαγγελματικούς σας στόχους, ενώ ταυτόχρονα θα σας βοηθήσει να ξεχωρίσετε ανάμεσα σε άλλους υποψήφιους στο μέλλον. Βεβαιωθείτε ότι γνωρίζετε τι έχουν σπουδάσει τα στελέχη του κλάδου σας καθώς και τα οφέλη στα οποία μπορείτε να προσδοκάτε μετά την ολοκλήρωση των σπουδών σας.

Επιθυμείτε να επιδιώξετε μία ακαδημαϊκή καριέρα; Θέλετε να γίνετε λέκτορας ή να διδάξετε στο πανεπιστήμιο; Αν στις φιλοδοξίες σας είναι μία ακαδημαϊκή καριέρα τότε η απόκτηση ενός Master ή διδακτορικού τίτλου είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Μία ακαδημαϊκή σταδιοδρομία μπορεί να είναι συναρπαστική. Ταυτόχρονα, δεν αποκλείει και την ενεργή δραστηριοποίηση στην πραγματική αγορά και οικονομία.

Επιθυμείτε να διεκδικήσετε εργασία η οποία απαιτεί μεταπτυχιακό τίτλο; Κάποια επαγγέλματα και career paths απαιτούν την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου. Επιλέξτε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που θα παρακολουθήσετε προσεκτικά, ώστε να σας προσφέρει τις βέλτιστες δυνατές ευκαιρίες για την ανεύρεση της δουλειάς των ονείρων σας. Ένας μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών μπορεί, επίσης, να σας βοηθήσει αν σχεδιάζετε να αλλάξετε επαγγελματικό προσανατολισμό, προσφέροντας σας τη δυνατότητα να επεκταθείτε σε περιοχές που δεν είχατε εξετάσει κατά τη διάρκεια των αρχικών σας σπουδών. Τα οφέλη των μεταπτυχιακών σπουδών όσον αφορά στην επαγγελματική σταδιοδρομία είναι πολλαπλά:

  • Προώθηση της καριέρας σας.
  • Ειδίκευση στον τομέα των σπουδών σας.
  • Καλύτερες αμοιβές (οι μεταπτυχιακές σπουδές μπορεί να μην φέρνουν πάντα μεγαλύτερο αρχικό μισθό, ωστόσο η πλειοψηφία των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων στην πορεία της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας απολαμβάνουν μεγαλύτερες αμοιβές σε σχέση με τους υπόλοιπους.
  • Αποσαφήνιση/ αλλαγή επαγγελματικής κατεύθυνσης – πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για διαφορετικούς τομείς.
  • Δυνατότητα εμβάθυνσης σε ένα συγκεκριμένο θέμα.
  • Απόκτηση πρόσβασης στην αγορά και πολύτιμων επαφών – η παρακολούθηση μεταπτυχιακών προγραμμάτων τείνει να προσφέρει πολύτιμες επαφές με ανθρώπους του κλάδου και ευκαιρίες εργασιακής εμπειρίας.

Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Κ. Κυριακόπουλος: «Για νεαρούς αποφοίτους χωρίς εργασιακή εμπειρία, τα MSc προσφέρουν τη δυνατότητα να πλασαριστούν στην αγορά εργασίας με καλύτερους όρους. Κρίσιμο στην επιλογή του MSc προγράμματος είναι ο συνδυασμός ενός α. επικαιροποιημένου προγράμματος σπουδών βάσει των αναγκών της αγοράς με β. πρακτική άσκηση με ουσιαστικό περιεχόμενο και καθήκοντα. Στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι μια ουσιαστική εμπειρία μαθητείας αυξάνει κατακόρυφα την ελκυστικότητα του αποφοίτου στην αγορά εργασίας.

Οι ήδη εργαζόμενοι υποψήφιοι επιλέγουν ΜΒΑs για να καλλιεργήσουν τις διαπροσωπικές δεξιότητες, πχ. Ηγεσία, συναισθηματική νοημοσύνη, διαπραγματεύσεις αλλά και να αποκτήσουν μια ολιστική αντίληψη και να καλλιεργήσουν τις πολλαπλές δεξιότητες του μάνατζμεντ μιας επιχείρησης». Κριτήρια επιλογής μεταπτυχιακού προγράμματος Τα κριτήρια επιλογής του κατάλληλου μεταπτυχιακού προγράμματος προφανώς και ποικίλουν ανάλογα με τον υποψήφιο. Ωστόσο, η φήμη και το κύρος του ινστιτούτου που παρέχει το πρόγραμμα καθώς και η ευθυγράμμιση του περιεχομένου των μεταπτυχιακών σπουδών με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της αγοράς είναι κρίσιμης σημασίας.

«Ένα κρίσιμο κριτήριο είναι η τοπική αλλά και διεθνής αναγνωρισιμότητα του ιδρύματος, όπως και του εκπαιδευτικού προσωπικού του. Οι διδάσκοντες θα πρέπει να έχουν πρόσφατη, άριστη γνώση του επιστημονικού τους αντικειμένου και όπου χρειάζεται και υψηλή/ σχετική επαγγελματική εμπειρία. Επίσης, είναι σημαντικό στην επιλογή του προγράμματος, οι γνώσεις που αποκτούνται να μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα-γρήγορα, αλλά ταυτόχρονα να μην “ξεπεραστούν” γρήγορα από την πραγματικότητα, μιας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολύ συχνά αυτό το μεταπτυχιακό θα πρέπει να μπορεί να του είναι χρήσιμο για αρκετά χρόνια στην επαγγελματική του καριέρα», υποστηρίζει ο Ι. Νικολάου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής πανεπιστημιακού ιδρύματος, ο Κ. Κυριακόπουλος, επισημαίνει τη σημασία του μαθησιακού περιβάλλοντος, του διδακτικού προσωπικού αλλά και του γραφείου επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Πιο αναλυτικά, ο Αντιπρύτανης μεταπτυχιακών προγραμμάτων του Alba αναφέρει:

«Το μαθησιακό περιβάλλον: Υπάρχουν συνθήκες ουσιαστικής ομαδικής εργασίας στο πρόγραμμα; Είναι διαδραστική η μάθηση; Περιλαμβάνει πραγματικά projects ώστε οι φοιτητές να δημιουργήσουν πρακτικές δεξιότητες; Ποιο είναι το επίκεντρο στη μαθησιακή διαδικασία; Η παθητική γνώση της θεωρίας ή χρήση της για τη λύση προβλημάτων και αποφάσεων; Καθηγητές: έχουν οι διδάσκοντες ισχυρή διδακτική εμπειρία από ιδρύματα του εξωτερικού και συμμετοχή σε Executive Education για ενδο-επιχειρησιακά προγράμματα; Προσελκύει το πρόγραμμα επισκέπτες καθηγητές κύρους από το εξωτερικό για να διευρύνουν τους ορίζοντες των φοιτητών;

Γραφείο επαγγελματικής σταδιοδρομίας: Προσφέρει εξατομικευμένες υπηρεσίες ( one-one-one) σε κάθε φάση της καριέρας, από τεστ αυτογνωσίας, αναζήτησης εργασίας, προετοιμασίας του βιογραφικού, μέρες καριέρας με επιχειρήσεις; Προσφέρει πρόγραμμα εξάσκησης σε συνεντεύξεις και διαπραγματευτικών ικανοτήτων; Προσφέρει ένα οργανωμένο πλαίσιο δικτύωσης με αποφοίτους και τις επιχειρήσεις;».

Από την πλευρά της η Κ. Ξυνή εξηγεί: «Αρχικά θα πρέπει να εστιάσουν στην κατάταξη του συνεργαζόμενου Πανεπιστημίου που απονέμει τον τίτλο Σπουδών τους. Όχι τόσο στη γενική, όσο στην ειδική κατάταξη που εκείνο έχει, με άξονα το αντικείμενο σπουδών του ενδιαφερόμενου (π.χ. Guardian University Guide για τα βρετανικά πανεπιστήμια ). Έπειτα, η εμπειρία και η αξιοπιστία του εκπαιδευτικού φορέα στην Ελλάδα που προσφέρει το πρόγραμμα σε σπουδές Business, είναι ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας.

Ο ενδιαφερόμενος μπορεί επίσης να εστιάσει στις υπηρεσίες που συνδέονται με το εκπαιδευτικό έργο και την εμπειρία του φοιτητή, όπως η διασύνδεση του φορέα με επιχειρήσεις της αγοράς, το ποσοστό των καθηγητών – στελεχών από την πραγματική αγορά που διαθέτουν μεγάλη επαγγελματική εμπειρία, το ενεργό γραφείο σταδιοδρομίας του φοιτητή, η διοργάνωση συμπληρωματικών σεμιναρίων και δραστηριοτήτων σε αντικείμενα αιχμής του management και, τέλος, η ευελιξία και η εξατομικευμένη υποστήριξη του φοιτητή (ειδικά του εργαζόμενου φοιτητή) για την ολοκλήρωση των σπουδών του».

Τέλος, την ανάγκη για εξειδίκευση επισημαίνει ο Α. Νικολόπουλος: «Τα γενικά κριτήρια των ενδιαφερομένων στοχεύουν στην απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους και γενικότερα το προφίλ τους στην αγορά εργασίας. Τα κριτήρια αυτά εξατομικεύονται από τον κάθε ενδιαφερόμενο, ο οποίος γνωρίζει τις ανάγκες του καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Είναι ενδεικτική η αυξημένη ζήτηση, τα τελευταία χρόνια, για τα μεταπτυχιακά προγράμματα κατάρτισης, τα οποία καλύπτουν τις εξειδικευμένες ανάγκες επαγγελματιών. Ενδεικτικά, αναφέρω τα προγράμματα που προσφέρονται από το ΚΕΚ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκεκριμένα: στις Διαπραγματεύσεις, την Κοινωνική Επιχειρηματικότητα, το Digital Marketing και το Φορολογικό Δίκαιο. Τα προγράμματα αυτά συγκεντρώνουν σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως: σύντομο (μονοετή) χρόνο σπουδών, χαμηλό κόστος και ανάλογες πιστωτικές προς ένα πρόγραμμα Master, δηλαδή 60 ECTS».