Με δεδομένες τις δυσκολίες και τους περιορισμούς που ισχύουν αναφορικά με την κίνηση κεφαλαίων και την τραπεζική αργία πολλοί εργοδότες είτε αδυνατούν να καταβάλλουν τον οφειλόμενο μισθό στους εργαζομένους, είτε τους θέτουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας κ.ο.κ. Συγκεκριμένα: Ο εργοδότης δεν δικαιούται να μην καταβάλλει τον οφειλόμενο μισθό στον εργαζόμενο, εφόσον παρασχέθηκε η εργασία, άλλωστε κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται και από την εργατική νομοθεσία.

Υποχρεούται και πρέπει να βρει κάθε τρόπο να καταβάλλει τους μισθούς που οφείλει (είτε με απευθείας καταβολή του μισθού στον εργαζόμενο, είτε με σύστημα ηλεκτρονικών συναλλαγών- e- banking, είτε με την προσφυγή στην Ειδική Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών) και η επίκληση του περιορισμού της κίνησης κεφαλαίων (capital control), ως λόγου ανωτέρας βίας, ώστε να αποφευχθεί η καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, δεν ευσταθεί.

Έτσι, με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 Ν.2336/1995, κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το αρθ.10 του Ν.3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως με ποινικές κυρώσεις, όπως φυλάκιση ή χρηματική ποινή. Επιπρόσθετα, κατά τη νομολογία των Δικαστηρίων (Α.Π 1817/2008, ΑΠ 1488/2010), εάν ο υπόχρεος παραλείψει ή καθυστερήσει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες αποδοχές, κρίνεται πως η παράβαση αυτή τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, όπως, επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν.3996/2011 είναι δυνατόν να επιβληθούν και διοικητικές κυρώσεις από την υπηρεσία του ΣΕΠΕ.

Λόγω των τρεχουσών οικονομικών εξελίξεων έχει παρατηρηθεί επίσης και η εφαρμογή του καθεστώτος της διαθεσιμότητας του εργαζομένου. Για να τεθούν οι εργαζόμενοι μίας επιχείρησης σε διαθεσιμότητα, πρέπει να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις και να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες. Ο Ν.3846/2010, που αφορά στις εργασιακές σχέσεις, μεταβάλλει το θεσμικό πλαίσιο καθώς και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, προκειμένου να αποφευχθεί η δικαστική ακυρότητα της, κατά τα άλλα, νόμιμης αυτής ενέργειας του εργοδότη. Ουσιαστική προϋπόθεση είναι ο περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης και όχι η προσωρινή ταμειακή αδυναμία εκπλήρωσης των τρεχουσών υποχρεώσεων της. Διαθεσιμότητα χωρίς περιορισμό οικονομικής δραστηριότητας δε δικαιολογείται, ωστόσο το ζήτημα αυτό κρίνεται κάθε φορά κατά περίπτωση και για το λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο πριν από κάθε τέτοια ενέργεια του εργοδότη να αναζητηθεί σχετική νομική συμβουλή.

Το άρθρο 4 του Ν.3846/2010 παρέχει τη δυνατότητα σε επιχειρήσεις, που περιορίζεται η οικονομική τους δραστηριότητα, αντί να προβούν στη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας προσωπικού, να θέτουν εγγράφως σε διαθεσιμότητα τους εργαζομένους τους, με την προϋπόθεση ότι έχουν προβεί σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους τους (άρθρο 2 παρ.3 Ν.3846/2010) ή με το σύνολο των εργαζομένων. Η διαθεσιμότητα για να είναι έγκυρη, πρέπει να δηλώνεται προς τον εργαζόμενο εγγράφως και η διάρκεια της θέσεως μισθωτού σε διαθεσιμότητα, δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τους τρεις μήνες ετησίως.

Οι μήνες αυτοί μπορεί να είναι συνεχόμενοι ή διακεκομμένοι. Μετά την εξάντληση του τριμήνου, προκειμένου να τεθεί εκ νέου ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα απαιτείται η παρέλευση τουλάχιστον τριών μηνών της διαθεσιμότητας. Για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, ο μισθωτός υποχρεωτικά λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών, υπό το καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Οι εργαζόμενοι δεν οφείλουν να παρουσιάζονται στην επιχείρηση, κατά το διάστημα της διαθεσιμότητας, αν όμως ο εργοδότης την ανακαλέσει, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να επιστρέψουν στην εργασία τους. Εν κατακλείδι, οι επιχειρήσεις που θέτουν σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, υποχρεούνται να καταβάλουν σε αυτούς ολόκληρο το ποσό των τακτικών αποδοχών τους, έστω και αν αυτοί αποδέχθηκαν τη διαθεσιμότητα και δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους.