Η επαρκής γνώση ξένων γλωσσών συγκαταλέγεται πλέον στα προσόντα που απαιτείται να διαθέτει ο σύγχρονος επαγγελματίας. Η διεθνής κινητικότητα των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, η κατάρρευση των εμπορικών συνόρων-παγκοσμιοποίηση της αγοράς και τα επιχειρηματικά ανοίγματα των τελευταίων ετών, έχουν επιβάλει την αναγκαιότητα για αποτελεσματικές δεξιότητες επικοινωνίας.

Μιλώντας στη γλώσσα της παγκοσμιοποίησης
Ο όρος παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στις ολοένα αυξανόμενες τάσεις της αγοράς και των επιχειρήσεων να επεκτείνονται, αποκτώντας παγκόσμια διάσταση και ξεπερνώντας τα εθνικά όρια. Οι συνθήκες και τα δεδομένα που δημιουργούνται μέσα στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης αυτής αγοράς εργασίας, δεν αφορούν μόνο επιχειρηματικούς και οικονομικούς όρους αλλά επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό και τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων.

Έτσι, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, δεν αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο σε κάποιον να θεωρήσει ότι η γνώση μόνο της μητρικής γλώσσας είναι αρκετή για να του εξασφαλίσει την άνεση στην επικοινωνία, τη μετακίνηση αλλά και την απασχόληση στο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη, προκειμένου να συναλλάσσονται αποτελεσματικά με επιχειρήσεις άλλων κρατών-μελών, χρειάζεται να διαθέτουν σε ικανοποιητικό βαθμό δεξιότητες χειρισμού τόσο των ευρωπαϊκών γλωσσών όσο και των γλωσσών των άλλων εμπορικών εταιρειών από όλο τον κόσμο. Ιδιαίτερα μάλιστα, όσον αφορά μεσαίες, ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις που δημιουργούν θέσεις απασχόλησης και αποτελούν κύριους φορείς καινοτομίας, απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης, οι επικοινωνιακές δεξιότητες θεωρούνται απαραίτητες.

Δεδομένου, άλλωστε, του αυξανόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού και της πρόκλησης για καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της Ευρώπης και περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, η αύξηση των γλωσσικών δεξιοτήτων των ευρωπαίων πολιτών θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την επίτευξη των στόχων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Άλλωστε, για να καταστεί αποτελεσματική στους στόχους της η Ε.Ε. έχει ανάγκη από ένα εργατικό δυναμικό που χαρακτηρίζεται από κινητικότητα και διαθέτει δεξιότητες χειρισμού αρκετών γλωσσών, πολλαπλασιάζοντας έτσι τις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας.

Όπως υποστηρίζει και ο Σάββας Σαββίδης, Senior ELT Consultant του Oxford University Press, η βασική τάση της εποχής, η παγκοσμιοποίηση, έχει κάνει τη γνώση της αγγλικής γλώσσας, απαραίτητο στοιχείο όχι της προόδου αλλά της επαγγελματικής επιβίωσης τους εργαζόμενου. Και δεδομένου του υψηλού επιπέδου γλωσσομάθειας στη χώρα μας (από τα υψηλότερα στην Ευρώπη), η τάση γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Το επίπεδο Β2 (το παλιό Lower) θεωρείται πλέον το ελάχιστο προσόν, υποστηρίζει ο Σ. Σαββίδης και συμπληρώνει ότι επιπλέον εδραιώνεται η τάση για πιο εξειδικευμένη γνώση, ιδιαίτερα με κατεύθυνση business και ότι ολοένα και περισσότερη έμφαση δίνεται όχι απλά στη γλωσσομάθεια αλλά στην επικοινωνιακή ικανότητα του εργαζόμενου.


Χαμένες ευκαιρίες;
Η γνώση ξένων γλωσσών μπορεί να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Αυτό είναι ένα από τα βασικά μηνύματα της έκθεσης του Επιχειρησιακού Φόρουμ για την Πολυγλωσσία που συγκροτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2007, για να διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους οι γλωσσικές δεξιότητες μπορούν να ασκήσουν επίδραση στο εμπόριο και την απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο φόρουμ συμμετείχαν εκπρόσωποι μικρομεσαίων επιχειρήσεων, επαγγελματικών οργανώσεων, εμπορικών επιμελητηρίων, αρμόδιων για τη χάραξη πολιτικής και επαγγελματιών από το χώρο των γλωσσών.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι ο όρος «πολυγλωσσία» αναφέρεται τόσο στην ικανότητα ενός ατόμου να χειρίζεται πολλές γλώσσες όσο και στη συνύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών κοινοτήτων σε μια γεωγραφική περιοχή.

Το Φεβρουάριο του 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τα ευρήματα της έκθεσης ELAN- Effects on the European Economy of Shortages of Foreign Language Skills in Enterprise. Πρόκειται για την πρώτη πανευρωπαϊκή έρευνα σχετικά με τον αντίκτυπο που έχει στην ευρωπαϊκή οικονομία η έλλειψη προσόντων όσον αφορά στη γνώση ξένων γλωσσών στο χώρο των επιχειρήσεων, που πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Γλωσσών του Ηνωμένου Βασιλείου (CILT). Από την έρευνα προέκυψε ότι ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων, χάνει πραγματικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, εξαιτίας γλωσσικών και διαπολιτισμικών αδυναμιών.

Η έκθεση βασίστηκε σε δείγμα σχεδόν 2.000 Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) από την Ε.Ε. των 27 και τις υποψήφιες χώρες. Έως και το 11% των ΜΜΕ του δείγματος, δήλωσε ότι έχασε συμβόλαια ως άμεσο αποτέλεσμα γλωσσικών και διαπολιτισμικών αδυναμιών. Οι επιχειρήσεις που ακολουθούν στρατηγική προσέγγιση όσον αφορά την πολυγλωσσική επικοινωνία, αποδείχθηκαν ικανές να αυξήσουν τις εξαγωγικές πωλήσεις τους κατά περισσότερο από 40% σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους που δε διέθεταν επίσημες γλωσσικές στρατηγικές.

Από την έρευνα, επίσης, προέκυψε ότι ως ένα βαθμό οι επιχειρήσεις επαναπαύονται, καθώς τα αγγλικά θεωρούνται ως η μόνη αναγκαία γλώσσα για τις διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες και συναλλαγές, καθώς είναι εκτενώς διαδεδομένη και ευρέως κατανοητή. Πολλές είναι οι εταιρείες που χρειάζεται να ενισχύσουν περαιτέρω την ικανότητα των υπαλλήλων τους να νιώθουν άνετα, χρησιμοποιώντας τα αγγλικά ενώ αυξανόμενη είναι η ζήτηση και για άλλες γλώσσες.

Έτσι, παρόλο που φαίνεται ότι τα αγγλικά διατηρούν την ηγετική τους θέση ως η παγκόσμια επιχειρηματική γλώσσα, οι άλλες γλώσσες είναι αυτές που θα κάνουν τη διαφορά μεταξύ της παραδοσιακής εταιρείας και της εταιρείας αιχμής.

Τα γερμανικά και τα γαλλικά προέκυψαν ως οι αμέσως επόμενες γλώσσες, τις οποίες οι επιχειρήσεις χρειάζεται να καλλιεργήσουν.

Μεγάλα ποσοστά συγκέντρωσαν τα ισπανικά και τα ρωσικά. Πολλές επιχειρήσεις -κυρίως μεγάλες- τόνισαν την ανάγκη τους για μη ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως τα κινεζικά και τα αραβικά, γεγονός που μαρτυρά την επιθυμία τους να ανοιχτούν σε μη ευρωπαϊκές αγορές (βλ. γράφημα 1). Σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, τα αγγλικά θεωρούνται ήδη, περισσότερο ως βασική ικανότητα παρά ως ξένη γλώσσα.

Όπως υποστηρίζει και η Βίλμα Σιελή, Υπεύθυνη Επικοινωνίας της Commit, η γνώση της αγγλικής θεωρείται απαραίτητη καθώς έχει παγιωθεί ως παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας ενώ χρήσιμη θεωρείται επίσης και η γερμανική. Ανάλογα με τις εξειδικευμένες υπηρεσίες και τις εμπορικές συναλλαγές κάθε επιχείρησης, επιπρόσθετο προσόν μπορεί φυσικά να χαρακτηριστεί και η γνώση άλλων ξένων γλωσσών, ενώ σχετικά με τους τομείς στους οποίους συναντάται συχνότερα η χρήση ξένων γλωσσών, αναφέρει ότι λόγω των διεθνών τάσεων της αγοράς, είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε κάποιο συγκεκριμένο τομέα.

Στο εμπόριο, στις μεταφορές και επικοινωνίες, στον τουρισμό, στους τομείς της ενέργειας, των κατασκευών, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών καθώς και παροχής υπηρεσιών, ακόμα και στη γεωργία και τη κτηνοτροφία, παρατηρείται ολοένα και πιο συχνά η χρήση ξένων γλωσσών, αναφέρει η Β. Σιελή.


Επίπεδο γνώσης ξένων γλωσσών και κινητικότητα εργαζομένων
Ειδικά όσον αφορά στους ευρωπαίους πολίτες, η ικανότητα κατανόησης και επικοινωνίας σε περισσότερες από μία γλώσσες αποτελεί μία ιδιαίτερα χρήσιμη δεξιότητα για τη ζωή τους, καθώς τους δίνει τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την ελευθερία να εργαστούν ή να σπουδάσουν σε άλλο κράτος-μέλος.

Όπως δήλωσε στο HR Professional η Έφη Παναγιωτοπούλου, Διευθύντρια Σπουδών στο Benefit Language Programmes & Services, η ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων και η ευχέρεια χρήσης της ξένης γλώσσας διευκολύνει τη διεκπεραίωση επιχειρηματικών σχεδίων που απαιτούν διαπολιτισμική επικοινωνία, τη συμμετοχή σε καταστάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης όταν ένα στέλεχος πραγματοποιεί ταξίδια στο εξωτερικό ή υποδέχεται ξένους επισκέπτες στη χώρα του, την ανάδειξη και την επιτυχημένη συμμετοχή σε επιχειρηματικές δραστηριότητες όπως παρουσιάσεις, διαπραγματεύσεις και συναντήσεις και τη μετακίνηση σε θέσεις κλειδιά που πραγματεύονται διεθνή επιχειρησιακά σχέδια καθώς συμμετέχουν ομόλογοι από άλλες χώρες.

Η γλωσσομάθεια στην Ευρώπη
Σύμφωνα με παλαιότερο ευρωβαρόμετρο, με θέμα «οι Ευρωπαίοι και οι γλώσσες», το 38% των κατοίκων των ευρωπαϊκών χωρών, μιλούν ως δεύτερη γλώσσα την αγγλική και ακολουθούν τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ισπανικά. Και για την Ελλάδα, τα αγγλικά είναι η πιο δημοφιλής γλώσσα, αφού τη μιλούν -ανεξαρτήτως επιπέδου- περίπου οι μισοί Έλληνες, ενώ με μικρότερα ποσοστά διείσδυσης κινούνται τα γαλλικά και τα γερμανικά. Μικρότερο είναι το ποσοστό του πληθυσμού που μιλάει ιταλικά. Με ποσοστά πάνω από 90% στη λίστα γλωσσομάθειας βρίσκονται οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου και οι Ολλανδοί ενώ με ποσοστά 35% βρίσκονται οι Ισπανοί, οι Ιταλοί και οι Βρετανοί.

Σύμφωνα με την Έκθεση ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την Κοινωνική Κατάσταση και τη Δημογραφία (Demographic trends, socio-economic impacts and policy implications in the European Union 2007), η κινητικότητα των εργαζομένων εξακολουθεί να παραμένει σχετικά χαμηλή με μόλις 2% των οικονομικά ενεργών πολιτών της Ε.Ε. να ζουν και να εργάζονται σε διαφορετικό από το δικό τους κράτος μέλος της Ε.Ε. Το πιο σύνηθες εμπόδιο στην ενδοευρωπαϊκή κινητικότητα είναι η έλλειψη γλωσσικών ικανοτήτων. Το αντίστοιχο ποσοστό πολιτών τρίτων χωρών και ανθρώπων που έχουν γεννηθεί σε άλλες χώρες αλλά διαμένουν στην Ε.Ε. είναι σχεδόν διπλάσιο.

Εκπαίδευση επαγγελματιών
Πολλοί επαγγελματίες έχουν άμεση ανάγκη χρήσης Αγγλικών ωστόσο λόγω αυξημένων υποχρεώσεων η εκμάθηση δεν αποτελεί προτεραιότητα, σύμφωνα με την Μαίρη Πετροπούλου, Assistant Manager της PwC Academy. Γι’ αυτό στον κλάδο υιοθετούνται μεθοδολογίες επικοινωνιακού χαρακτήρα με συγκεκριμένες τεχνικές άμεσα προσαρμοσμένες και πρακτικά αποτελεσματικές στη χρήση της γλώσσας.

Κατά γενική ομολογία, ο σύγχρονος επαγγελματίας δε διαθέτει την πολυτέλεια να αφιερώσει τον πολύτιμο και εξαιρετικά περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του σε ατέλειωτες ώρες μελέτης και παρακολούθησης μαθημάτων για την εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας. Ο λόγος αυτός αλλά και οι αυξανόμενες ανάγκες της αγοράς για πιστοποιημένες γνώσεις σε διάφορους τομείς και ιδιαίτερα στις ξένες γλώσσες, έχουν δημιουργήσει ραγδαίες εξελίξεις στον κλάδο της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης.

Ο περιορισμένος χρόνος εκμάθησης ξένης γλώσσας λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, η έλλειψη χρόνου για πρακτική εξάσκηση εκτός μαθήματος αλλά και η επιβράδυνση της ικανότητας και ταχύτητας αφομοίωσης λόγω άγχους, πίεσης, έλλειψης αυτοπεποίθησης και συγκέντρωσης λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, είναι ορισμένες από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο επαγγελματίας που επιλέγει να διδαχθεί μία ξένη γλώσσα σύμφωνα με την Έ. Παναγιωτοπούλου.

Όπως υποστηρίζει η Γιωργία Δέδε, Συντονίστρια Επαγγελματικής Επιμόρφωσης της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, οι επαγγελματίες χρειάζονται προγράμματα που σέβονται το χρόνο, την προσπάθεια και τους στόχους τους. Υπάρχουν μέθοδοι ενδεδειγμένες για διδασκαλία ενηλίκων, όπως η αμφίδρομη επικοινωνία, η χρήση πολυμέσων και η χρήση παραδειγμάτων που έχουν πρακτική αξία για τον εκπαιδευόμενο, μέθοδοι δηλαδή που επιτρέπουν στον εκπαιδευόμενο να έχει ενεργό ρόλο και να «ανακαλύπτει» τη γλώσσα με τη βοήθεια του καθηγητή.

Η εφαρμογή Business Simulations βοηθάει ουσιαστικά τους εκπαιδευόμενους να επενδύσουν χρόνο σε case studies τα οποία σχετίζονται άμεσα με το εργασιακό τους περιβάλλον, αναφέρει η Μ. Πετροπούλου  ενώ επιπλέον υποστηρίζει ότι, το υλικό εκμάθησης πρέπει να προέρχεται από επιχειρηματικά σενάρια και οι εισηγήσεις των καθηγητών να συσχετίζονται άμεσα με τη σύγχρονη επαγγελματική κουλτούρα.

Όσον αφορά τις μελλοντικές τάσεις σχετικά με τις μεθόδους εκπαίδευσης στελεχών στις ξένες γλώσσες, η Μ. Πετροπούλου αναφέρει ότι το e-learning έχει κάνει έντονη τη δική του παρουσία καθώς υποστηρίζει ένα δομημένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, όπως η ανάπτυξη καθαρής προφοράς λέξεων. Σύμφωνα με τον Σ. Σαββίδη, ο επαγγελματίας που επιλέγει να διδαχθεί μία ξένη γλώσσα, αντιμετωπίζει δύο προκλήσεις. Καταρχήν τη σωστή εκτίμηση του ελεύθερου χρόνου του, καθώς η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας αποτελεί σοβαρή δέσμευση χρόνου εκ μέρους του εργαζόμενου. Εξάλλου, είναι σφάλμα να αντιμετωπίζεται ως φυσική συνέχεια της σχολικής εκπαίδευσης γιατί οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές.

Ως δεύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο επαγγελματίας, ο Σ. Σαββίδης αναφέρει τη σωστή εκτίμηση του επιπέδου του, καθώς η έλλειψη εξάσκησης οδηγεί σε οπισθοδρόμηση και κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε στο σχολείο. Γι’ αυτό, είναι σημαντικό να εκτιμήσει το επίπεδό του εκ νέου πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε διαδικασία.


Εκμάθηση τεχνικών όρων
Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στην εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας μπορεί να είναι από προσωπικοί και επαγγελματικοί μέχρι εκπαιδευτικοί και επιστημονικοί. Άλλωστε, εκτός από την πολυμορφία και την πολιτιστική κληρονομιά που οι ξένες γλώσσες εμπεριέχουν, συμβάλλουν και στην επικοινωνία και συνεπώς και στη συνεργασία.

Έτσι, πολλοί είναι οι εργαζόμενοι που επιθυμούν να αναπτύξουν βασικές γλωσσικές και επικοινωνιακές ικανότητες ή και να βελτιώσουν τις δεξιότητες εκείνες που θεωρούνται απαραίτητες σε μία ποικιλία επαγγελματικών και επιχειρηματικών περιστάσεων: από την απλή σύνταξη επαγγελματικών κειμένων και επιστολών (εμπορική αλληλογραφία) μέχρι την άνεση που απαιτείται για τη διεξαγωγή συναντήσεων, παρουσιάσεων και διαπραγματεύσεων διεθνούς εμβέλειας.

Συχνά, υλοποιούνται προγράμματα ειδικά σχεδιασμένα για ενήλικες, σύμφωνα με τις ειδικές εκπαιδευτικές τους ανάγκες όπου διδάσκονται από τους βασικούς όρους μίας ξένης γλώσσας μέχρι την τελειοποίηση της γνώσης. Επιπλέον, υπάρχουν ειδικά προγράμματα ξένων γλωσσών που εστιάζουν και αποσκοπούν στον εξειδικευμένο εμπλουτισμό του λεξιλογίου με βάση το αντικείμενο της επιχείρησης που απασχολείται ο ενδιαφερόμενος και τις ιδιαιτερότητες του κλάδου στον οποίο δραστηριοποιείται – εξειδικευμένα επαγγελματικά αγγλικά. Ακόμα, πραγματοποιούνται ειδικά σχεδιασμένα προγράμματα, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες του επαγγελματία και αυτές που επιθυμεί να ενισχύσει.

Ειδικά για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται τα εξειδικευμένα προγράμματα εκμάθησης, όταν πρόκειται για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών κάθε εταιρείας, η Γ. Δέδε αναφέρει ότι αρχικά αναλύονται οι ανάγκες και προσδιορίζονται οι στόχοι της εκπαίδευσης σε συνεργασία με τη Διοίκηση. Στη συνέχεια αναπτύσσεται η θεματολογία και το αντίστοιχο πρωτότυπο εκπαιδευτικό υλικό που εστιάζει στη χρήση της γλώσσας για επαγγελματική επικοινωνία και περιλαμβάνει χρήσιμη ορολογία και πλήθος παραδειγμάτων συναφών δραστηριοτήτων ή ιδανικά παραδειγμάτων της ίδιας της επιχείρησης.

Μαθήματα ακόμα οργανώνονται όχι μόνο στις βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες αλλά και σε άλλες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις, τις συνεργασίες και τις ανάγκες των επιχειρήσεων και επαγγελματιών, π.χ. τούρκικα, ρώσικα, κινέζικα, βουλγάρικα κτλ.

Δεν μπορούμε να πούμε ποια είναι η ιδανική μέθοδος, καθώς βασικό κριτήριο για την επιλογή της κατάλληλης μεθόδου εκμάθησης είναι η εξεύρεση αυτής που ταιριάζει περισσότερο στις ανάγκες του ενδιαφερόμενου αλλά και στο χρόνο που μπορεί να διαθέσει. Άλλωστε, δεν είναι λίγα τα στελέχη εκείνα που επιλέγουν να παρακολουθήσουν μαθήματα ξένων γλωσσών μέσω internet, καθώς μπορούν τα προσαρμόζουν ελεύθερα στο πρόγραμμά τους (χώρος π.χ. γραφείο, σπίτι, χρόνος κτλ). Τέλος, η αποτελεσματικότητα, εξαρτάται τόσο από την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει ο εκάστοτε εκπαιδευτικός φορέας όσο και από την προσπάθεια που θα καταβάλλει και το χρόνο που θα διαθέσει ο εκπαιδευόμενος.

Αξιόλογα προσόντα στη φαρέτρα των γνώσεων
Τα στελέχη που διαθέτουν γνώσεις ξένων γλωσσών, είναι αυτά που προτιμώνται για την κάλυψη μίας θέσης. Οι περισσότεροι εργοδότες, ανταποκρίνονται στην ανάγκη πρόσληψης ατόμων που διαθέτουν εμπειρία σε μία ξένη γλώσσα, προσφέροντάς τους υψηλότερους μισθούς καθ’ όλη τη σταδιοδρομία τους. Άλλωστε, και μόνο τα επιπλέον χρήματα που προσφέρονται αλλά και οι καλύτερες ευκαιρίες καριέρας με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της απασχολησιμότητας, αποτελούν πολύ σημαντικούς λόγους για την εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας.

Κανείς, επίσης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι όσοι γνωρίζουν ξένες γλώσσες, έχουν το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι είναι σε θέση να επεκτείνουν το δίκτυο των κοινωνικών και επιχειρηματικών επαφών τους και να είναι περισσότερο ανοικτοί σε προσκλήσεις που αφορούν κοινωνικές και επιχειρηματικές λειτουργίες. Έτσι η ενσωμάτωση πολύγλωσσων και εργαζομένων με πολυπολιτισμικό υπόβαθρο θεωρείται απαραίτητη.

Πνευματική άσκηση
Υπάρχει μία γενική αντίληψη, που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι που μιλούν μία δεύτερη -εκτός της μητρικής τους- γλώσσα είναι περισσότερο ευφυείς από εκείνους που δε γνωρίζουν καμία άλλη. Έχει αποδειχθεί, μάλιστα, ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι από μόνη της μία πολύ καλή πνευματική άσκηση, καθώς μαθαίνοντας κανείς να σκέπτεται σε άλλη γλώσσα, αναπτύσσει συνδέσμους στον εγκέφαλο που βοηθούν τη βελτίωση και τη διατήρηση των γνωστικών λειτουργιών και της μνήμης.

Έτσι, βελτιώνεται η ποιότητα της ζωής των ατόμων αλλά και μειώνεται ο κίνδυνος αλλοιώσεων των γνωστικών λειτουργιών που συνδέονται με το γήρας. Επιπλέον, η γνώση ξένων γλωσσών, μπορεί να συμβάλλει και στην καλύτερη κατανόηση και χρήση της μητρικής γλώσσας, μέσω της μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης στο θέμα της γλώσσας.


Συστάσεις και στήριξη προς επιχειρήσεις
Τον Ιούλιο του 2008, το Επιχειρησιακό Φόρουμ για την Πολυγλωσσία υπέβαλε την έκθεσή του στον Επίτροπο Orban. Στην έκθεση παρουσιάζεται μία σαφής επισκόπηση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, ώστε να παρασχεθεί στήριξη στις επιχειρήσεις για την πρόσβασή τους στις νέες αγορές και σε καινούριες επιχειρησιακές ευκαιρίες στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ευρώπη διατρέχει τον κίνδυνο της απώλειας ανταγωνιστικότητας, καθώς οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως στην Ασία και τη Λατινική Αμερική, αποκτούν με γρήγορους ρυθμούς γλωσσικές δεξιότητες παράλληλα με άλλες ικανότητες, που είναι απαραίτητες για τον επιτυχή ανταγωνισμό στις αγορές του αύριο.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι η επίσημη και η άτυπη εκμάθηση ευρέως φάσματος γλωσσών, πρέπει να προωθηθούν στα κράτη μέλη της Ε.Ε., δεδομένου ότι ο επιχειρηματικός κόσμος χρειάζεται ένα όλο και πιο διαφοροποιημένο εργατικό δυναμικό ενώ τονίζεται η ζωτική σημασία των γλωσσικών δεξιοτήτων εάν το μελλοντικό εργατικό δυναμικό πρόκειται να θεωρεί ολόκληρη την Ευρώπη ως έδρα του. Ο υποκόμης Etienne Davignon, πρόεδρος του φόρουμ, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η πολυγλωσσία, προωθεί το άνοιγμα και την ανεκτικότητα αλλά επίσης ανοίγει πόρτες σε νέες αγορές και νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες ενώ μοιράζεται την κοινή πεποίθηση ότι ο ευρωπαϊκός επιχειρηματικός κόσμος, μπορεί να ωφεληθεί από την πολυγλωσσία.

Ωστόσο, οι εθνικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ μακριά από τον κοινό στόχο, όπως αυτός καθορίστηκε από τα κράτη μέλη στη συνάντηση κορυφής στη Βαρκελώνη το 2002, δηλαδή ότι κάθε πολίτης θα πρέπει να μαθαίνει δύο γλώσσες στο σχολείο πέραν της μητρικής του. Επιπλέον, πραγματικό πρόβλημα θεωρείται η δυσκολία με την οποία αντιμετωπίζουν οι εταιρείες την πρόσληψη ειδικευμένου προσωπικού με γλωσσικές ικανότητες πέραν των βασικών αγγλικών.

Στις περισσότερες χώρες, οι εθνικοί οργανισμοί προώθησης του εμπορίου παρέχουν πρακτική καθοδήγηση και οικονομική υποστήριξη στις ΜΜΕ, ώστε να ενισχύσουν τις εξαγωγικές στρατηγικές τους αλλά οι γλωσσικές στρατηγικές συνήθως δεν συμπεριλαμβάνονται στα εν λόγω προγράμματα.

Στα βασικά συμπεράσματα και συστάσεις της έκθεσης σε επίπεδο εταιρειών, αναφέρεται ότι οι επιχειρήσεις πρέπει:
1. Να εξετάσουν τις ήδη υπάρχουσες γλωσσικές ικανότητες μέσα στην εταιρεία και να τις συνδυάσουν με τις ανάγκες και τις ευκαιρίες σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης και για όλες τις λειτουργίες της εταιρείας.
2. Να επαναξιολογήσουν τις πολιτικές πρόσληψης και τις στρατηγικές ανάπτυξης στο πλαίσιο της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, να δημιουργήσουν ατομικούς γλωσσικούς στόχους για τους εργαζόμενους που να ταιριάζουν με τα ειδικά καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους.
3. Να εφαρμόσουν ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών γλωσσικής διαχείρισης, όπως για παράδειγμα επενδύσεις στη γλωσσική επιμόρφωση, πρόσληψη ατόμων με διαφορετικές μητρικές γλώσσες (προσωρινοί ή μόνιμοι), χρήση γλωσσικών τεχνολογιών και συνεργασία με μεταφραστές και διερμηνείς, επικοινωνιολόγους και πολιτισμικούς μεσολαβητές.
4. Να προσπαθήσουν να ενισχύσουν τη διεθνή κινητικότητα των υπαλλήλων.

Γλώσσες και HR
Στην έρευνα του 2007, του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Χαράλαμπου Κων. Κανελλόπουλου για τη Διοίκηση του Ανθρώπινου Δυναμικού και τα στελέχη της, εξετάστηκε η επάρκεια των Υπεύθυνων Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού (Υ.Δ.Α.Δ.), σε ξένες γλώσσες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την έρευνα, το ποσοστό των Υ.Δ.Α.Δ. που έχει ευχέρεια επικοινωνίας (προφορική και γραπτή) σε μία τουλάχιστον ξένη γλώσσα αυξήθηκε μέσα σε πέντε χρόνια από 89,5% την περίοδο 2002-2003 σε 95,7% καθώς στην έρευνα του 2007, μόνο το 4,3% των στελεχών HR δήλωσε ότι δε γνωρίζει καμία ξένη γλώσσα, ενώ το 2002-203 το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 10,5%.

Επίσης, ελαφρά μείωση παρουσιάζει το ποσοστό των Υ.Δ.Α.Δ. που μιλάει μόνο μία ξένη γλώσσα (από 54,1% σε 51%), ενώ αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό όσων δήλωσαν επάρκεια τουλάχιστον σε 2 ξένες γλώσσες (βλ. γράφημα 2). Στην έρευνα του 2007, το 50,7% δήλωσε ότι μιλάει μία ξένη γλώσσα (αγγλικά) και το 31% δύο γλώσσες κυρίως αγγλικά και γαλλικά ή γερμανικά ή ιταλικά.

Από τα στελέχη που μιλούν πάνω από δύο γλώσσες, το μεγαλύτερο ποσοστό διαθέτει γνώσεις αγγλικών, γαλλικών και ιταλικών ή αγγλικών, γαλλικών και γερμανικών. Πάντως, όλοι όσοι δήλωσαν επάρκεια έστω σε μία ξένη γλώσσα, μιλούν αγγλικά.