Η Διαμεσολάβηση είναι ένας εξαιρετικά πολυδιάστατος τρόπος επίλυσης διαφορών που ταιριάζει στο προφίλ του στελέχους επιχειρήσεων αλλά και του νέου επιχειρηματία. Συγκαταλέγεται μεταξύ των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών (Alternative Dispute Resolution–ADR) και είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένη στο εξωτερικό με το Ην. Βασίλειο και τις ΗΠΑ να την εφαρμόζουν ήδη από την δεκαετία του 1980.

Πιο συγκεκριμένα, αξίζει να αναφέρουμε πως στις ΗΠΑ το 95% του συνόλου των διαφορών επιλύεται με Διαμεσολάβηση, στο Ην. Βασίλειο μόνο το 2010 επιλύθηκαν 9.000 αστικές και εμπορικές διαφορές με τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών να επιτυγχάνει συμφωνία των μερών εντός μίας ημέρας, ενώ στον Καναδά η Διαμεσολάβηση υπάρχει ως παρεχόμενη υπηρεσία από το Υπουργείο Οικονομικών.

Η Διαδικασία
Στην Ελλάδα, η Διαμεσολάβηση είναι κομμάτι της έννομης τάξης από το έτος 2010 οπότε και ενσωματώθηκε η Οδηγία 2008/52/ΕΚ της Ε.Ε. με τη ψήφιση του νόμου 3898/2010 – «Διαμεσολάβηση σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις», ο οποίος συμπληρώνεται από την υπουργική απόφαση 109088/2011. Στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης υπάγονται διαφορές ιδιωτικού δικαίου (αστικές, εμπορικές, οικογενειακές, εργατικές). Τέσσερα είναι τα βασικά κριτήρια για την επιλογή της Διαμεσολάβησης έναντι των συμβατικών τρόπων επίλυσης των διαφορών: Ελαστικότητα, Χαμηλό κόστος, Ταχύτητα και Εμπιστευτικότητα.

Η διαδικασία είναι εντελώς νέα για τα Ελληνικά νομικά δεδομένα καθώς εκφεύγει από τυχόν δικονομικές αγκυλώσεις που περιβάλλουν την επίλυση των διαφορών μέσω της δικαστικής οδού και διεξάγεται με τη συνδρομή ενός τρίτου προσώπου, του Διαμεσολαβητή, ο οποίος προσπαθεί να οδηγήσει τα μέρη στην επίτευξη συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, η Διαμεσολάβηση είναι η αναζήτηση, από τα μέρη, μιας λύσης με τη βοήθεια ενός ουδέτερου και αμερόληπτου επιβλέποντα, του Διαμεσολαβητή. Η συνδρομή του Διαμεσολαβητή είναι ουσιαστική, καθώς αυτός χρησιμοποιεί μεθόδους, οι οποίες προκύπτουν από ένα σύνολο ικανοτήτων που αποκτά βάσει εξειδικευμένης εκπαίδευσης και πιστοποίησης.

Ο Διαμεσολαβητής, με οδηγό την ενσυναίσθηση του (αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «empathy»), λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από τη συνήθη δικαστηριακή πρακτική, επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση της κατάστασης, αξιολογεί τις συναισθηματικές, επιχειρηματικές και προσωπικές προεκτάσεις που πιθανόν να έχουν οδηγήσει τα μέρη στην αντιπαράθεση και προσεγγίζει τις εκάστοτε διαφορές από μια σκοπιά που δεν εστιάζει αποκλειστικά στα γεγονότα με μία άσπρο/μαύρο αντιμετώπιση. Κατά τη διαδικασία, ο Διαμεσολαβητής προτρέπει τα μέρη να δώσουν τη δική του, το καθένα, εκδοχή των πραγματικών περιστατικών και αφιερώνει σημαντικό χρόνο προκειμένου να ακούσει προσεκτικά τις θέσεις τους.

Σε πρώτη φάση αυτό γίνεται με μια κοινή συνεδρία όπου τα μέρη μιλούν ενώπιον όλων, ενώ ακολουθούν κλειστές συνεδρίες, κατά τις οποίες ο Διαμεσολαβητής συναντά τα μέρη ξεχωριστά και όπου φιλοδοξεί να τα πλησιάσει όλο και περισσότερο με σκοπό να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους χωρίς ποτέ να συμβιβάσει την ουδετερότητα και την αμεροληψία του. Κατά τη διάρκεια των κλειστών συναντήσεων, ο Διαμεσολαβητής αντλεί επιπλέον πληροφορίες που μπορεί να αφορούν θέματα, εκ πρώτης όψεως άσχετα με τη διαφορά, αλλά που πολύ συχνά προκύπτει ότι σε αυτά πηγάζουν οι πραγματικές αιτίες της.

Σε αυτό το σημείο, ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει τη δημιουργική σκέψη των μερών προκαλώντας τα να αφήσουν κατά μέρος τη συνήθη συγκρουσιακή τους νοοτροπία και να αναλογιστούν τι έχουν να χάσουν και να κερδίσουν. Τέλος, και αφού ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι τα μέρη είναι πιο ώριμα και έτοιμα να ακούσουν εκ νέου το ένα το άλλο, βρίσκονται σε μια ανοικτή συνεδρία όπου πλέον οι θέσεις τους είναι πολύ πιθανότερο να συγκλίνουν και να καταλήξουν σε μία συμφωνία.

Χαρακτηριστικά Διαμεσολάβησης
Η όλη διαδικασία στοχεύει στη δημιουργία ενός πρόσφορου κλίματος μέσω του οποίου τα ίδια τα αντιμαχόμενα μέρη αντιλαμβάνονται τις προοπτικές επίλυσης της διαφοράς τους και οδηγούνται σε αμοιβαία επωφελείς λύσεις χωρίς δεσμευτικού χαρακτήρα περιορισμούς σε σχέση με το διακύβευμα. Ακολούθως, η επίλυση της διαφοράς επιτυγχάνεται ταχύτερα και οικονομικότερα, δημιουργείται πρόσθετη αξία για τα μέρη (added value) και τέλος διαφυλάσσονται οι επιχειρηματικές σχέσεις με τις λεγόμενες «win–win situations».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω είναι πως τα μέρη σε μια Διαμεσολάβηση, ενίοτε, δεν αρκούνται απλώς στην επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, αλλά αποφασίζουν να επεκτείνουν τα πεδία συνεργασίας τους και συνάπτουν συμφωνίες για νέες, μεταξύ των, συναλλαγές, καθιστώντας, κατά αυτόν τον τρόπο, τη διαδικασία μια δημιουργική ευκαιρία.  Η προσφυγή στη Διαμεσολάβηση, είναι οικειοθελής, μπορεί να ασκηθεί από τα μέρη ανά πάσα στιγμή (πριν, αλλά και μετά την κατάθεση μιας αγωγής ή/και έφεσης) και δεσμεύει αυτά μόνο κατά το τελικό στάδιο της διαδικασίας οπότε και υπογράφεται ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συντάσσεται από τους δικηγόρους των.

Το εν λόγω συμφωνητικό περιβάλλεται με τον τύπο της εκτελεστότητας που σημαίνει ότι ισοδυναμεί με απόφαση δικαστηρίου και δεν χρήζει περαιτέρω ενεργειών για την εκτέλεση των σε αυτό συμφωνηθέντων. Με αυτόν τον τρόπο συχνά αποτρέπεται η κλιμάκωση αλλά και η αρκετά χρονοβόρος αναμονή εκδίκασης μιας υπόθεσης που αποτελεί πλέον πληγή για την απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Με τα δικαστήρια να ορίζουν δικασίμους μετά από τρία ή και τέσσερα έτη σε κάποιες περιφέρειες, η προσφυγή στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης, ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης της διαφοράς, αποτελεί μια σοβαρή αντιπρόταση.

Το κόστος προσφυγής στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης είναι συνήθως μικρότερο από αυτό στις συμβατικές δικαστικές διαμάχες και συνδυαζόμενο με το αποτιμώμενο ευκαιριακό κόστος λόγω της σημαντικής εξοικονόμησης του επιπλέον χρόνου που ενδεχομένως απαιτείται για την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, αποτελεί μια επιλογή με μεγάλη οικονομική ωφέλεια των μερών. Σύμφωνα με το Ν.3898/2010, αλλά και με τη διεθνή πρακτική που έχει καταστήσει το θεσμό εξαιρετικά δημοφιλή, η όλη διαδικασία διέπεται από εμπιστευτικότητα. Οι Διαμεσολαβητές, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι αυτών και όσοι άλλοι συμμετέχουν στη διαδικασία διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

Τα μέρη εξ’ αρχής συμφωνούν στο απόρρητο της διαδικασίας και δεν υποχρεούνται να προσκομίσουν σε επακολουθούσες δίκες ή διαιτησίες στοιχεία που προκύπτουν από αυτήν, συμπεριλαμβανομένου και του Διαμεσολαβητή. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η φήμη των εμπλεκομένων μερών και οι εν λόγωδιαφορές των δεν αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή άλλους φορείς.

Επιχειρηματικές συναλλαγές
Στις επιχειρηματικές συναλλαγές εμπλέκονται, κατά κανόνα, δυο ή περισσότερα μέρη δημιουργώντας ένα πλέγμα αντικρουομένων συμφερόντων τα οποία οδηγούν στην εμφάνιση διαφορών. Διαφορές οι οποίες είναι δεκτικές Διαμεσολάβησης είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες:
* Διαφορές από συμβάσεις
* Διαφορές που οφείλονται σε χρηματικές απαιτήσεις/τιμολόγια
* Εργατικές διαφορές
* Διαφορές που προκύπτουν από συμβάσεις leasing
* Διαφορές που αφορούν επαγγελματικές μισθώσεις
* Διαφορές που πηγάζουν από ενδοεταιρικές αιτίες
* Διαφορές μεταξύ εισηγμένων εταιρειών
* Διαφορές που αφορούν franchise

Τέτοιου είδους διαφορές, που έως τώρα κατέληγαν στα δικαστήρια, με τις, γνωστές σε όλους, παραμέτρους του χρόνου και κόστους επίλυσης μπορούν πλέον να υπαχθούν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να αξιολογηθούν υπό ένα νέο πρίσμα που θα τις καθιστά λιγότερο δυσεπίλυτες και με μια διαδικασία πιο φιλική και οικονομική.