Είναι αρκετά σύνηθες το φαινόμενο, στα πλαίσια μιας εργασιακής σχέσης, να προκύψει μια πρωτότυπη πνευματική δημιουργία. Αυτή συνίσταται σε έργο πνευματικό ή καλλιτεχνικό, του οποίου ο δημιουργός προστατεύεται σύμφωνα με το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Ωστόσο, κρίσιμο για την ενεργοποίηση της προστασίας του πνευματικού δικαιώματος θεωρείται το κριτήριο της ελεύθερης δράσης του δημιουργού, κατά πόσο δηλαδή το πρωτότυπο δημιούργημα προέκυψε από ανεξάρτητη δραστηριότητα ή εντός πλαισίου παροχής εξαρτημένης εργασίας. Στην ελληνική νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ν 2121/93) περιλαμβάνεται διάταξη, η οποία προβλέπει ότι ο μισθωτός που δημιουργεί έργο σε εκτέλεση εργασιακής σύμβασης καθίσταται αυτοδίκαια δικαιούχος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος και στον εργοδότη μεταβιβάζονται μόνο οι εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα, προκειμένου να εκπληρωθεί ο σκοπός της σύμβασης εργασίας. Αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση μη ύπαρξης αντίθετης συμφωνίας. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το περιουσιακό δικαίωμα επί έργου -κατά την εκτέλεση υπηρεσιακού καθήκοντος- μισθωτού του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Αντίστοιχα, λειτουργεί η ελληνική νομοθεσία και για τα προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία δημιουργούνται από μισθωτό υπάλληλο σε εκτέλεση της εργασιακής του σύμβασης.

Μία «εφεύρεση» συνδυάζει την ανθρώπινη πνευματική και τεχνική δραστηριότητα και πέραν του γεγονότος ότι μπορεί να αποτελέσει για τον δημιουργό της πηγή σημαντικού οικονομικού οφέλους, τον ωφελεί και ηθικά σε βάθος χρόνου, ως επίτευγμα. Νομικά, οι εφευρέσεις των εργαζομένων στα πλαίσια της εργασίας τους ρυθμίζονται σήμερα από τα άρθρ. 6 §§ 4-8 του Ν 1733/87. Οι διατάζεις αυτές έχουν σιωπηρά αντικαταστήσει τις ρυθμίσεις του άρθρ. 668 ΑΚ, διαχωρίζοντας τις εφευρέσεις ενός εργαζομένου στα πλαίσια παροχής της εργασίας του σε τρεις κατηγορίες: α. την εξαρτημένη, β. την υπηρεσιακή και γ. την ελεύθερη. Κάνοντας λόγο για εξαρτημένη εφεύρεση, εννοούμε εκείνη που για να πραγματοποιηθεί, ο εργαζόμενος έκανε χρήση μέσων, πληροφοριών ή υλικοτεχνικής υποδομής της επιχείρησης του εργοδότη κατά τη διάρκεια που απασχολούνταν από εκείνον, πλην όμως η παρεχόμενη από αυτόν εργασία δε συνίστατο σε παροχή εφευρετικής εργασίας (άρθρ. 6 § 6 Ν 1733/1987).

Ο εργαζόμενος μιας εξαρτημένης εφεύρεσης καθίσταται είτε αποκλειστικός δικαιούχος αυτής, είτε συνδικαιούχος κατά ποσοστό 60% με τον εργοδότη, εφόσον τηρηθούν τα οριζόμενα από το νόμο. Η ως άνω αναφερόμενη διάταξη προβλέπει και τη δυνατότητα του εργοδότη να εκμεταλλευτεί την εν λόγω εφεύρεση κατά προτεραιότητα έναντι αμοιβής. Αντίθετα, η υπηρεσιακή εφεύρεση αποτελεί το σκοπό πρόσληψης ενός εργαζομένου και το αντικείμενο της σύμβασης εργασίας του. Στην κατηγορία αυτή, δικαιούχος της εφεύρεσης είναι εκ του νόμου ο εργοδότης (άρθρ. 6 § 4 Ν 1733/1987), ωστόσο ο εργαζόμενος δικαιούται τον τίτλο του εφευρέτη στο σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και επιπρόσθετα έχει τη δυνατότητα διεκδίκησης επιπλέον αμοιβής, υπό την προϋπόθεση ότι η εφεύρεσή του αποδεικνύεται εξαιρετικά ωφέλιμη για τον εργοδότη. Στην τρίτη κατηγορία κατατάσσονται οι εφευρέσεις εκείνες, για την πραγματοποίηση των οποίων δε χρησιμοποιήθηκαν τα μέσα της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας, το αντικείμενο της οποίας δεν ήταν η παροχή εφευρετικής εργασίας (άρθρ. 6 § 4 Ν 1733/1987).

Δικαιούχος της ελεύθερης εφεύρεσης είναι κατ’ αποκλειστικότητα ο εργαζόμενος. Η ιδιαιτερότητα της ελεύθερης εφεύρεσης, είναι ότι σε αυτή χωρεί έγκυρη εφευρετική ρήτρα μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη με περιεχόμενο υπόσχεσης ή εκχώρησης, εννοώντας ότι ο εργαζόμενος μελλοντικά δύναται είτε να μεταβιβάσει στον εργοδότη του το δικαίωμα της εφεύρεσης, είτε να το αποκτήσει παράγωγα ο εργοδότης, μόλις αυτό θεμελιωθεί στο πρόσωπο του εργαζόμενου. Αντίστοιχη δυνατότητα δεν προβλέπει ο νόμος για τις άλλες δύο κατηγορίες. Σε κάθε περίπτωση, μια εφεύρεση, όταν αυτή λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση εργασίας, θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που θα της προσδώσει το περιεχόμενο της υπογραφείσας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη σύμβασης εργασίας, το οποίο και τελικά θα καθορίσει ποιος είναι ο δικαιούχος της.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313