Ο νομοθέτης προκειμένου να δώσει στον εργοδότη τη δυνατότητα να αποφύγει την απόλυση εργαζομένων λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών προέβλεψε δύο ηπιότερα μέτρα τα οποία ο εργοδότης σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας του μπορεί να επιβάλλει μονομερώς.

Πρόκειται για την εκ περιτροπής απασχόληση και τη διαθεσιμότητα.

Α) Εκ περιτροπής εργασία

Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/90, όπως ισχύει πλέον από 11.5.10 με τον Ν. 3846/10, επιτρέπεται:

α. η συμφωνία, είτε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας είτε κατά τη διάρκειά της, κάθε μορφής απασχολήσεως εκ περιτροπής του εργαζομένου, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία αυτή συνάπτεται εγγράφως (εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/90 όπως ισχύει μετά το Ν. 3846/10) και
β. η επιβολή από τον εργοδότη (μονομερώς, είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν οι εργαζόμενοι) κάθε μορφής εκ περιτροπής απασχολήσεως (εδάφια δ’ και ε’ της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/90).

Ουσιαστική προϋπόθεση επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας είναι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Ωστόσο, ο εργοδότης δεν μπορεί να εφαρμόσει την εκ περιτροπής εργασία επιλεκτικά σε έναν εργαζόμενο ή σε κάποιους μεμονωμένους εργαζομένους διαφόρων τμημάτων, αντιθέτως η εκ περιτροπής εργασία αποτελεί μέτρο με συλλογικό χαρακτήρα και θα πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας όπου και εντοπίζεται ο περιορισμός της δραστηριότητας.

Η μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασία έχει μέγιστη διάρκεια τους εννέα μήνες του ίδιου ημερολογιακού έτους. Η εφαρμογή του έκτακτου αυτού μέτρου μπορεί να γίνει είτε εφάπαξ, είτε τμηματικά εντός διαφόρων χρονικών περιόδων του ίδιου έτους, αρκεί η συνολική διάρκεια να μην υπερβαίνει τους εννέα μήνες.

Τυπική προϋπόθεση για την επιβολή μονομερώς της εκ περιτροπής εργασίας είναι η ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και εάν δεν υπάρχουν αυτοί με το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση. Σε περίπτωση που δεν προηγηθεί διαβούλευση η εκ περιτροπής εργασία είναι παράνομη και συνεπώς οι εργαζόμενοι δικαιούνται να αξιώσουν τις αποδοχές της πλήρους απασχόλησης.

Β) Διαθεσιμότητα

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 του ν. 3846/2010, παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα, αντί της καταγγελίας, να θέσει το προσωπικό του σε διαθεσιμότητα μέχρι τρεις μήνες συνολικά ετησίως οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν εφάπαξ ή τμηματικώς στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Η διαθεσιμότητα σε αντίθεση με την καταγγελία αποτελεί ηπιότερο μέσο καθώς αναστέλλει την εργασιακή σχέση και δεν αποσκοπεί στη λύση της. Όπως στην περίπτωση της εκ περιτροπής εργασίας, έτσι και στην περίπτωση της διαθεσιμότητας το μέτρο πρέπει να αφορά το σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή μέρος αυτού, δεν μπορεί όμως να αφορά μεμονωμένα άτομα. Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση της διαθεσιμότητας είναι ο περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης.

Η διαθεσιμότητα ανακοινώνεται με έγγραφη δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, στο έγγραφο πρέπει να καθορίζεται η έναρξη και διάρκεια της διαθεσιμότητας, η δε ειδοποίηση θα πρέπει να λαμβάνει χώρα πριν από εύλογο χρόνο. Τέλος, απαιτείται να προηγηθεί διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, εάν ο εργοδότης παραλείψει κάποια από τις παραπάνω ενέργειες το έκτακτο μέτρο της διαθεσιμότητας θεωρείται άκυρο.

Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία και λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων ετών, ενώ διατηρεί τη δυνατότητα να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα λήψης του ως άνω μισθού. Επιπλέον, καταβάλλεται στους εργαζομένους από τον ΟΑΕΔ ένα συμπληρωματικό επίδομα. Το δικαίωμα του εργοδότη να επιβάλλει εκ περιτροπής εργασία ή να θέσει τους εργαζομένους σε διαθεσιμότητα υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, η δε κήρυξη των ως άνω μέτρων ως καταχρηστικών συνεπάγεται την ακυρότητα τους και οι εργαζόμενοι θα δικαιούνται πλήρη μισθό.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313