Η Randstad εξειδικεύεται στην παροχή υπηρεσιών Ανθρώπινου Δυναμικού και μέσα από την έρευνα Workmonitor καταγράφει τις τάσεις στην ελληνική αγορά εργασίας. Η πρόσφατη έρευνα Workmonitor, η οποία πραγματοποιήθηκε από τη Randstad για το γ’ τρίμηνο του 2011, εξετάζει την επίδραση που έχει η μερική απασχόληση (part-time) στην ανάπτυξη της καριέρας, καθώς και την εκπροσώπηση μεταξύ των δύο φύλων στον εργασιακό χώρο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σχεδόν οι μισοί από τους συμμετέχοντες, στις 29 χώρες που έλαβαν μέρος παγκoσμίως, δήλωσαν ότι η μερική απασχόληση (part-time) αποτελεί λανθασμένη επιλογή για την καριέρα. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα, το 69% των εργαζομένων θεωρεί τη μερική απασχόληση ως ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της καριέρας του.

Σύμφωνα με την έρευνα, η μερική απασχόληση (part-time) ορίζεται ως  εργασία για λιγότερες από 32 ώρες την εβδομάδα.

Από τους Έλληνες συμμετέχοντες, μόλις το 11% των ανδρών και το 17% των γυναικών δήλωσαν ότι εργάζονται part-time. Στην ερώτηση για το αν θα εργαζόταν με μερική απασχόληση σε κάποια διευθυντική θέση, το 23% των ανδρών και το 15% των γυναικών συμφώνησαν ότι είναι αρκετά πιθανό. Σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, το 43% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι θα ήταν εφικτό να κατέχουν μια διευθυντική θέση με απασχόληση part-time. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες θεωρούν ότι οι εργοδότες προάγουν τη μερική απασχόληση.

Στην Ελλάδα το 44% αναγνωρίζει αυτή την προσπάθεια από τους εργοδότες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό σε κάποιες ανεπτυγμένες χώρες ήταν: Γερμανία 62%, Αυστραλία 63% και Νορβηγία 71%.

Ίσες ευκαιρίες
Αναφορικά με την προώθηση των ίσων ευκαιριών μεταξύ των δύο φύλων στον εργασιακό χώρο, τα αποτελέσματα της έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο έδειξαν ότι το 70% των προϊσταμένων είναι άντρες, παρά τη γενικότερη απαίτηση για ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών στις θέσεις ανώτερης διοίκησης. Στην Ελλάδα το 74% δήλωσε ότι ο άμεσα προϊστάμενός του είναι άντρας. Αντίστοιχα στην Ιαπωνία (83%) και στην Τουρκία (80%) τα ποσοστά ήταν ακόμα μεγαλύτερα.

Οι χώρες που παρουσίασαν μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών στις θέσεις προϊσταμένων είναι η Νέα Ζηλανδία (58%), η Ουγγαρία (61%), η Αυστραλία (63%), οι ΗΠΑ (64%), το Ηνωμένο Βασίλειο (65%) και ο Καναδάς (65%). Στην ερώτηση για το αν θεωρούν ότι ένας οργανισμός θα είχε καλύτερη απόδοση εφόσον οι γυναίκες κατείχαν περισσότερες θέσεις στην ανώτερη διοίκηση, το 21% των ανδρών στην Ελλάδα συμφώνησε, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες έφτασε το 46%.

Από το σύνολο των ανδρών και γυναικών που έλαβαν μέρος στην έρευνα, μόνο το 25% θα προτιμούσε να έχουν γυναίκα ως άμεσο προϊστάμενό τους, ενώ το 48% θεωρεί ότι ο οργανισμός στον οποίο εργάζεται αποδίδει καλύτερα όταν υπάρχει ισορροπία στο ποσοστό μεταξύ ανδρών και γυναικών. Παράλληλα, μόλις το 27% θεωρεί ότι για την επιλογή νέων διευθυντικών στελεχών λαμβάνεται υπόψη η αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ανώτερη διοίκηση ενός οργανισμού.

Μείωση της αυτοπεποίθησης των εργαζομένων
Το γενικό επίπεδο αυτοπεποίθησης αναφορικά με την εύρεση νέας εργασίας στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους έξι μήνες, παρουσίασε μείωση 2% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2011. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του γ’ τριμήνου του 2011, το 42% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι θα μπορεί στους επόμενους έξι μήνες να βρει ανάλογη εργασία με εκείνη που είχε ενώ αντίστοιχα το ποσοστό για το γ’ τρίμηνο του 2010 ήταν 52%, σημειώνοντας μείωση κατά 17%.

Αυτό πιθανόν εξηγείται και από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα. Το ποσοστό των εργαζομένων που ανησυχεί για την απώλεια της εργασίας του παρέμεινε σταθερό στο 39%, σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2011. Την ίδια περίοδο, το 2010 το 34% των συμμετεχόντων είχε δηλώσει ότι ανησυχούσε για την απώλεια της εργασίας του.


Ο δείκτης Κινητικότητας παραμένει στα ίδια επίπεδα
Ο «δείκτης κινητικότητας» της Randstad για την αγορά εργασίας αξιολογεί την ετοιμότητα του εργαζόμενου να αλλάξει εργασία μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Αυτό βασίζεται στην τρέχουσα εργασιακή ικανοποίηση του ατόμου, το φόβο της απόλυσης, την ανάγκη για νέες προκλήσεις και την αυτοπεποίθηση ότι θα καταφέρει να βρει εργασία αλλού.

Ο δείκτης κινητικότητας έφτασε τις 99 μονάδες στο γ’ τρίμηνο του 2011 και παρέμεινε στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2011, που ήταν στις 100 μονάδες. Αυτό αντανακλά την αβεβαιότητα που συνεχίζει να υπάρχει σχετικά με τις προοπτικές εργασίας και με την οικονομία.

Εργασιακή Ικανοποίηση
Στη τελευταία έρευνα Workmonitor διαπιστώθηκε ότι το 58% των Ελλήνων εργαζομένων είναι ικανοποιημένο με την εργασία του, ποσοστό το οποίο μειώθηκε κατά 2% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2011. Οι εργαζόμενοι με τη μεγαλύτερη εργασιακή ικανοποίηση στο γ’ τρίμηνο, είναι στην Νορβηγία (81%), ενώ και στο Μεξικό εξακολουθούν να έχουν υψηλά ποσοστά ικανοποίησης τα οποία έφτασαν το 79%.

Από το σύνολο των συμμετεχόντων στην Ελλάδα, το 14,5% άλλαξε εργασία τους τελευταίους έξι μήνες, σε αντίθεση με το 16% στο περασμένο τρίμηνο. Από τους συμμετέχοντες της ηλικιακής κατηγορίας 55-64 ετών, το 50% δήλωσε πως είναι ικανοποιημένο με τη δουλειά του, ενώ το περασμένο τρίμηνο το αντίστοιχο ποσοστό της ίδιας ηλικιακής ομάδας ήταν στο 72%, το οποίο σημαίνει ότι προέκυψε μείωση της ικανοποίησης κατά 22%.

Από την άλλη μεριά, η ηλιακή ομάδα 18 – 24 παρουσίασε 22% αύξηση στα επίπεδα ικανοποίησης σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2011. Η ηλιακή ομάδα 45-54 παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό ικανοποίησης (65%) για το γ’ τρίμηνο του 2011.  Η πλήρης παρουσίαση της έρευνας, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών αναλύσεων των αποτελεσμάτων ανά γεωγραφική περιοχή, είναι διαθέσιμη στο www.randstad.gr/Workmonitor_Q3.

Τα χαρακτηριστικά της έρευνας Workmonitor της Randstad
Μετά την επιτυχή διεξαγωγή του πρώτου Workmonitor στην Ολλανδία το 2003 και πιο πρόσφατα στη Γερμανία, η έρευνα πλέον διεξάγεται σε 29 χώρες σε όλο τον κόσμο, καλύπτοντας την Ευρώπη, την Ασία, την Ωκεανία και την Αμερική. Η έρευνα Workmonitor δημοσιεύεται 4 φορές το χρόνο αναδεικνύοντας τις τάσεις κινητικότητας σε τοπικό και σε διεθνές επίπεδο σε βάθος χρόνου.

Ο «Δείκτης Κινητικότητας» της έρευνας Workmonitor εντοπίζει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων και στοχεύει στην καταγραφή των προσδοκιών και του αισθήματος ασφάλειας που νιώθουν, καθώς και την πιθανότητα μετακίνησής τους σε διαφορετικούς εργοδότες μέσα σε ένα εξαμηνιαίο πλαίσιο.

Έτσι παρέχεται μία ουσιαστική κατανόηση των αισθητήρων της αγοράς και των τάσεων που διαμορφώνουν οι εργαζόμενοι. Πέραν από τις εργασιακές μετακινήσεις, μέρη της έρευνας αποτυπώνουν την εργασιακή ικανοποίηση και τα προσωπικά κίνητρα των εργαζομένων.

Η έρευνα διεξάγεται μέσω online ερωτηματολογίου και το δείγμα αποτελούν άτομα ηλικίας 18-65 ετών, που εργάζονται τουλάχιστον 24 ώρες την εβδομάδα σε μια αμειβόμενη εργασία (όχι αυτοαπασχολούμενοι).

Το εύρος δείγματος στην Ελλάδα ήταν 405 συνεντεύξεις, για τις οποίες χρησιμοποιήθηκε η Survey Sampling International. Η έρευνα για το γ’ τρίμηνο του 2011 διεξήχθη από τις 18 Ιουλίου έως τις 8 Αυγούστου 2011.