Ένα ζήτημα πάντα επίκαιρο και ζωτικό συναρτώμενο με επιμέρους άλλα νομικά ζητήματα και ιδίως: με την ορθότητα της αναζήτησης και εφαρμογής της σωστής διάταξης από την φορολογική διοίκηση κατά την πράξη επιβολής προστίμου, όπως και με την εξουσία του δικαστή αναφορικά με την κρινόμενη πράξη.

Καταρχήν κατά τη νομολογία, εικονικότητα αποδίδεται στα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία, όταν:

1. Δεν έχει πραγματοποιηθεί η συναλλαγή για την οποία φέρεται ότι εκδόθηκαν ή
2. Πραγματοποιήθηκε μεν η συναλλαγή με πρόσωπο όμως άλλο από τον φερόμενο ως εκδότη ή
3. Όταν πρόκειται για συναλλαγή με πρόσωπο που δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επαγγέλματός του στην αρμόδια φορολογική αρχή ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία.

Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η φορολογική αρχή βαρύνεται με την απόδειξη της ύπαρξης της εικονικότητας, ενώ στην τελευταία περίπτωση αρκεί να διαπιστωθεί και μόνο το γεγονός (της μη έναρξης, μη θεώρησης βιβλίων και στοιχείων στην εφορία) ώστε να στοιχειοθετηθεί η παράβαση και του φορολογούμενου που δέχεται τέτοια στοιχεία (στα οποία αποδίδεται εικονικότητα), εκτός αν ο τελευταίος αποδείξει ότι κατά τον χρόνο της υπό κρίση συναλλαγής τελούσε σε καλή πίστη, ήτοι ότι άνευ υπαιτιότητας θεώρησε ως ο μέσος και συνετός συναλλασσόμενος πως δεν υπήρξε κατά την συναλλαγή η συνδρομή του στοιχείου της εικονικότητας.

Υπό τον καθεστώς του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992), η λήψη εικονικού τιμολογίου αποτελούσε ιδιαίτερη παράβαση για την οποία επιβαλλόταν ιδιαίτερο πρόστιμο κατόπιν επιμέτρησης από την αρμόδια φορολογική αρχή, δηλαδή κατόπιν αξιολογήσεως των πραγματικών δεδομένων διάπραξής της από την φορολογική διοίκηση και εν συνεχεία επιβολής αντίστοιχου προς την εκτίμηση αυτού -και εντός του πλαισίου που ετίθετο από τον νομοθέτη- προστίμου, ήτοι κυρώσεως. Η καταχώριση του ιδίου τιμολογίου στα βιβλία και στοιχεία του αποδέκτη του ίδιου τιμολογίου (για το οποίο και η λήψη) θεωρείτο ξεχωριστή παράβαση, διακριτή από τη λήψη, που τιμωρούνταν με ξεχωριστό πρόστιμο κατόπιν επιμέτρησης από τη διοίκηση.

Τυχόν επιβολή ενιαίου προστίμου, ήτοι ενός προστίμου και για τις δύο προαναφερθείσες παραβάσεις από τις φορολογικές αρχές δεν ήταν νόμιμη άρα νομικώς πλημμελής. Το δικαστήριο στο οποίο εισερχόταν η υπόθεση, ακύρωνε την πράξη της διοίκησης λόγω του σφάλματός της αυτού και την επέστρεφε στη φορολογική διοίκηση, της την ανέπεμπε δηλαδή προκειμένου να συμμορφωθεί με τον νόμο, δηλαδή να ασκήσει την εξουσία επιμετρήσεως της για ένα έκαστο των προστίμων, επακόλουθων των δύο παραβάσεων. Εν συνεχεία, ο νομοθέτης αποποινικοποίησε την παράβαση της καταχώρισης του ιδίου τιμολογίου για το οποίο είχε γίνει λήψη του, υπό την έννοια ότι εφόσον τιμωρείται η λήψη εικονικού τιμολογίου η καταχώριση του ιδίου δεν καταλογιζόταν στον λήπτη.

Κατά συνέπεια όταν η φορολογική διοίκηση υπό το μεταγενέστερο νομικό καθεστώς τιμωρούσε και τη λήψη και την καταχώριση του ιδίου εικονικού τιμολογίου και η υπόθεση αγόταν δικαστικώς, ο δικαστής την ακύρωνε καθώς η διοίκηση συνήθως μη νομίμως είχε θεωρήσει ότι τιμωρούνταν δύο παραβάσεις και επιπλέον επέβαλε και ένα ενιαίο πρόστιμο και για τις δύο παραβάσεις. Με τον νόμο 2523/1997, αντικειμενικοποιήθηκαν τα πρόστιμα, επιβαλλόμενα για την παραβίαση των φορολογικών διατάξεων, υπό την έννοια ότι: κατέστησαν κατά τρόπο τινά σταθερά και συνεπώς μη επιμετρήσιμα από τη διοίκηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Πριν τον νόμο 3900/2010, ο δικαστής ανεξάρτητα από την προβολή ή μη από το ενδιαφερόμενο του μη νομίμου της φορολογικής πράξης, δηλαδή της νομικής πλημμέλειάς της, είχε την εξουσία αυτεπάγγελτα, άνευ προηγουμένης προβολής της, να την εξετάσει. Μετά τον νόμο αυτό τέτοια πλημμέλεια εξετάζεται μόνο εάν προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο, ο οποίος βεβαίως θα έχει έννομο συμφέρον να την προβάλει (προς βελτίωση της νομικής καταστάσεώς του). Η ανωτέρω σε γενικά πλαίσια αναφορά του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου που διέπει την περίπτωση της επιβολής ενιαίου προστίμου για λήψη και καταχώριση εικονικού τιμολογίου, συνιστά διαχρονικό δίκαιο που διέπει και τις κρινόμενες σήμερα υποθέσεις και το οποίο ο σημερινός δικαστής και ο σύγχρονος νομικός έχει κατά νου, καθώς σε αυτό καταφεύγει σε κάθε έκαστη αντίστοιχη υπό κρίση υπόθεση.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313