Στον κόσμο των επιχειρήσεων, ο coach φοράει κουστούμι και υποστηρίζει όσους τον έχουν ανάγκη. Η σύγχρονη αυτή εκπαιδευτική διαδικασία κερδίζει συνεχώς έδαφος και φανατικούς υποστηρικτές.

Tο Φεβρουάριο του 2000, το περιοδικό Fortune αφιέρωσε επτά σελίδες από την ύλη του στο θέμα του coaching. Από τότε μέχρι σήμερα, η συγκεκριμένη αγορά έχει απογειωθεί. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το International Coach Federation (ICF) ο διεθνής – μη κερδοσκοπικός σύνδεσμος επαγγελματιών coach, ο οποίος ιδρύθηκε το 2003 αριθμεί σήμερα 14.000 μέλη σε 80 χώρες. Αν και είναι δύσκολο να δοθεί πλήρης ορισμός για το coaching, σε γενικές γραμμές, είναι η διαδικασία ανάπτυξης γενικότερων ικανοτήτων και γνώσεων. Ο ιδιαίτερος αυτός τρόπος εκπαίδευσης θα πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να βελτιωθεί η εργασιακή απόδοση με απώτερο στόχο την επίτευξη των επιδιώξεων του οργανισμού και όλα αυτά με την υποστήριξη ενός ειδικά εκπαιδευμένου coach.

Συνήθως, διαρκεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα και εστιάζει στην αναβάθμιση συγκεκριμένων ικανοτήτων. Μπορεί ο στόχος να είναι η βελτίωση στην εργασία, πολλές φορές πάντως, το coaching έχει ευεργετικά αποτελέσματα και στην προσωπική ζωή του στελέχους. Γιατί, όμως, το coaching εμφανίζει αλματώδη ανάπτυξη στις μέρες μας; H βιομηχανική κοινωνία του περασμένου αιώνα που παρήγαγε υλικά αγαθά έχει αντικατασταθεί από την οικονομία της γνώσης, η οποία εστιάζει στη μάθηση, τη δημιουργικότητα και την ευελιξία των εργαζόμενων. Το πρόβλημα είναι ότι οι συγκεκριμένες δεξιότητες δεν μπορούν να διδαχθούν.

Επιπλέον, η τεχνολογία καθιστά τους εργαζόμενους διαθέσιμους επί εικοσιτετραώρου βάσεως, επτά ημέρες την εβδομάδα. Ετσι, το coaching έχει μεταβληθεί σε ένα χρήσιμο και αποτελεσματικό εργαλείο αποκατάστασης της ισορροπίας, η οποία είναι απαραίτητη, για να γίνει ξανά λειτουργικό το προσωπικό, καθώς μαθαίνει στους εργαζόμενους να εντοπίζουν τις δυνατότητές τους, να θέτουν στόχους και να καθίστανται ευέλικτοι και αυτάρκεις.

Coaching – Mentoring: έννοιες σε σύγχυση
Τα λίγα χρόνια εφαρμογής του coaching, αλλά και του mentoring σε συνδυασμό με την τάση αυτές οι δυο μέθοδοι να γίνουν «μόδα», δεν οδηγεί μόνο σε κακή χρήση, αλλά και σε σύγχυση των δύο εννοιών.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι διαφορές τους; Πρώτον, ο coach είναι ένας επαγγελματίας προερχόμενος είτε εντός είτε εκτός της εταιρείας, ο οποίος έχει λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση και πιστοποίηση.

Ο μέντορας, αντιθέτως, είναι κάποιο ανώτερο στέλεχος της επιχείρησης με μεγάλη επαγγελματική εμπειρία και πολλά χρόνια εργασίας στο συγκεκριμένο οργανισμό. Μπορεί απώτερος στόχος και των δύο μεθόδων να είναι η επαγγελματική επιτυχία και ανάπτυξη, διαφοροποιούνται, όμως, ως προς τη μεθοδολογία και τα μέσα τα οποία μετέρχονται. Στην πραγματικότητα, το coaching αποσκοπεί στο να αποκτήσει ο coachee αυτογνωσία, να εντοπίσει τις ελλείψεις του και τις δυνατότητές του και να μάθει να θέτει στόχους. Το κύριο αντικείμενο του mentoring είναι η εκμάθηση τεχνασμάτων και στρατηγικών, ώστε να μπορεί ο εργαζόμενος να ελιχθεί στο σκληρό και πολύπλοκο κόσμο των επιχειρήσεων.

Τόσο το mentoring, όσο και το coaching γίνονται σε συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Στην περίπτωση του mentoring οι συνεδρίες έχουν «χαλαρό» χαρακτήρα και μπορούν να διεξάγονται ακόμα και κατά τη διάρκεια γευμάτων. Το coaching από την άλλη, όντας μια περισσότερο δομημένη διαδικασία έχει πιο «επίσημο» ύφος. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι όσο διαρκεί το coaching γίνονται περιοδικά και ενημερωτικές συναντήσεις με τον προϊστάμενο του εργαζομένου. Η διαδικασία του mentoring δεν προβλέπει κάτι ανάλογο.

Ο κατάλληλος «προπονητής»
Ο coach μπορεί να είναι εσωτερικός ή εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης, αρκεί να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση. Αν και σε πολλούς οργανισμούς υπάρχουν στελέχη με το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο, στις περισσότερες περιπτώσεις επιλέγονται coaches εκτός εταιρείας. Επιπρόσθετα, οι εξωτερικοί προπονητές προτιμώνται, αφού λόγω της μη καθημερινής επαφής με τους εργαζόμενους μπορούν να ελέγξουν και να διατηρήσουν την απόσταση που είναι απαραίτητη στη σχέση coach – coachee. Βέβαια, η γνώση των χαρακτηριστικών του οργανισμού είναι ένα από τα πλεονεκτήματα ενός coach μέσα από την εταιρεία.

Υπάρχουν αρκετά τα πανεπιστήμια και οργανισμοί που παρέχουν εκπαίδευση πάνω στο coaching με τη μορφή μεταπτυχιακών σπουδών ή σεμιναρίων.

Μάλιστα, το ICF έχει θέσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις ωρών εκπαίδευσης και πρακτικής άσκησης, υπό τις οποίες κάποιος μπορεί να θεωρηθεί έτοιμος για να γίνει coach. H εμπειρία του συνεργάτη είναι το δεύτερο πράγμα, που πρέπει να εξετάσει ο οργανισμός. Οι συνολικές «ώρες πτήσης» του coach είναι μία ένδειξη, αλλά όχι η μόνη. Αυτό δε σημαίνει ότι ο coach πρέπει να έχει απαραίτητα εμπειρία και στον τραπεζικό κλάδο. Αλλωστε, η συγκεκριμένη εκπαιδευτική διαδικασία αποσκοπεί στη βελτίωση διαπροσωπικών δεξιοτήτων. Επομένως, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση οι τεχνικές γνώσεις γύρω από το χώρο δράσης της εταιρείας.

HR: Κομπάρσος ή Πρωταγωνιστής;
Μπορεί να φαίνεται ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές στο coaching είναι αποκλειστικά ο εκπαιδευτής και ο εκπαιδευόμενος, στην πραγματικότητα, όμως, η σχέση είναι τετραμερής και εκτός από τον coach και τον εργαζόμενο συμπεριλαμβάνει τον προϊστάμενο του τελευταίου και τη Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων, η οποία εκπροσωπεί τον οργανισμό. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις το HR παραμερίζεται γιατί θεωρείται ότι η εμπλοκή του καθυστερεί τη διαδικασία. Μάλιστα, η έρευνα του CIPD στο Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι την ευθύνη για την παροχή υπηρεσιών coaching φέρουν, κυρίως, οι προϊστάμενοι των εκπαιδευόμενων (36%) και ακολουθεί το τμήμα HR και/ ή οι υπεύθυνοι εκπαίδευσης και ανάπτυξης (30%).