Την υστέρηση της Ελλάδας έναντι των περισσοτέρων χωρών της Ευρωζώνης ως προς την αναλογία των θέσεων εργασίας υψηλών δεξιοτήτων αναδεικνύει μελέτη που εκπόνησαν ο Σταύρος Π. Γαβρόγλου, Διευθυντής Ενεργητικών Πολιτικών και Διεθνών Δικτύων και επιστημονικός υπεύθυνος Μηχανισμού Διάγνωσης Αναγκών της Αγοράς Εργασίας (Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού), και ο Βάιος Κώτσιος, PhD.

Την μεγαλύτερη υστέρηση δεξιοτήτων παρουσιάζουν κλάδοι όπως το χονδρεμπόριο και το λιανικό εμπόριο, η μεταποίηση, η δημόσια διοίκηση, οι κατασκευές, τα καταλύματα και η εστίαση. Αντίθετα, την μικρότερη υστέρηση παρουσιάζει ο κλάδος της υγείας και η εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα το 32% των θέσεων εργασίας είναι θέσεις που αφορούν επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων, ενώ ο μέσος όρος των χωρών της Ευρωζώνης είναι 44%. Οι θέσεις εργασίας μετρίων δεξιοτήτων στην Ελλάδα αποτελούν το 61% της συνολικής απασχόλησης, ενώ στην Ευρωζώνη το 47%. Οι θέσεις εργασίας χαμηλών δεξιοτήτων αφορούν μικρό μερίδιο της απασχόλησης και στην Ελλάδα (7%) και στην Ευρωζώνη (9%). Η υστέρηση της Ελλάδας σε δεξιότητες, σύμφωνα με τους μελετητές, οφείλεται κυρίως στην ελλιπή δημιουργία θέσεων υψηλών δεξιοτήτων εκ μέρους των επιχειρήσεων.

Όπως αναφέρεται, «η απροθυμία των ελληνικών επιχειρήσεων να προσλάβουν περισσότερους εργαζόμενους με υψηλά προσόντα θα μπορούσε να εξηγηθεί και από τις ενδεχομένως παρωχημένες (κατά τα άλλα υψηλού επιπέδου) γνώσεις και δεξιότητες που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα στο εργατικό δυναμικό. Σε κάθε περίπτωση, εκτός από την ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα και για την αναβάθμιση των θέσεων εργασίας που παρέχει το παραγωγικό σύστημα της χώρας».