Ο ετήσιος ρυθμός πτώσης του ποσοστού της ανεργίας αυξάνεται. Ωστόσο το εν λόγω μέγεθος εξακολουθεί να παραμένει απαγορευτικό για την συρρίκνωση του αριθμού των ανέργων ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε επίπεδα τουλάχιστον μικρότερα του 20% και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, παρατήρησε η Eurobank στην εβδομαδιαία ανάλυση της με τίτλο «7 ημέρες οικονομία».

 Οι μεταβολές στον αριθμό των ατόμων που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό, εκτός από δημογραφικές εξελίξεις (π.χ. γήρανση του πληθυσμού), δύναται να αντικατοπτρίζουν και τις προσδοκίες των οικονομικών φορέων (νοικοκυριών) για τις μελλοντικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση της περιόδου 2007-2013 οδήγησε αρκετούς Έλληνες πολίτες εκτός αγοράς εργασίας, είτε λόγω της μεγάλης μείωσης των μισθών είτε λόγω των δυσμενών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.

Η ελληνική οικονομία εκτός από το πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας καλείται να αντιμετωπίσει και την πρόκληση της επανένταξης στην απασχόληση μεγάλου αριθμού μακροχρόνιων ανέργων. Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα που βρίσκονται αρκετό χρονικό διάστημα εκτός του συνόλου της απασχόλησης υφίστανται μια διαρκή μείωση του ανθρώπινου κεφαλαίου τους (απόσβεση δεξιοτήτων, μη υιοθέτηση νέας γνώσης ή ακόμα και ψυχολογική απογοήτευση) με συνέπεια να μειώνεται η παραγωγικότητα τους.

Από την άλλη πλευρά, και για τις επιχειρήσεις η μακροχρόνια αποχή από την απασχόληση (από την πλευρά των νοικοκυριών) σηματοδοτεί προς αυτές την ύπαρξη μειωμένης παραγωγικότητας ή απόσβεσης δεξιοτήτων, συνεπώς μειώνονται τα κίνητρα τους για την πρόσληψη ατόμων που βρίσκονται στο υποσύνολο των μακροχρονίων ανέργων. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται διαρκής εγρήγορση για την καταπολέμηση της ανεργίας έτσι ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο μετατροπής της κυκλικής συνιστώσας της ανεργίας σε δομική.