Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ο εργοδότης, η οργάνωση ή οι πελάτες καθόρισαν την ώρα έναρξης και λήξης της εργάσιμης ημέρας στην κύρια εργασία για το 61% των εργαζομένων στην ΕΕ, το 72% στην Ελλάδα και το 74% στην Κύπρο το 2019. Αναλυτικότερα, το 17% των εργαζομένων στην ΕΕ, το 11% στην Ελλάδα και το 10% στην Κύπρο ανέφεραν ότι εργοδότες ή πελάτες είχαν επικοινωνήσει αρκετές φορές μαζί τους κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους τους τελευταίους δύο μήνες, ενώ το 23% στην ΕΕ, το 17% στην Κύπρο και το 30% στην Ελλάδα είχαν περιστασιακή επαφή, με την πλειοψηφία (59%, 72%, 58% αντίστοιχα) να αναφέρει ότι δεν είχε επικοινωνία με τον εργοδότη ή τους πελάτες του κατά τον ελεύθερο χρόνο τους τελευταίους 2 μήνες.

Επιπλέον, το 21% των απασχολούμενων στην ΕΕ, το 16% στην Ελλάδα και το 19% στην Κύπρο αντιμετώπισαν απρόβλεπτες απαιτήσεις με αποτέλεσμα την αλλαγή του χρόνου εργασίας τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ των μελών της ΕΕ, περισσότερα από ένα στα τρία άτομα που απασχολούνται στο Λουξεμβούργο (37%) προσάρμοσαν τον χρόνο εργασίας τους, ακολουθούμενα από εκείνους που απασχολούνταν στη Φινλανδία (31%), ενώ στον αντίποδα τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Βουλγαρία (8%), στη Λιθουανία και στην Ουγγαρία (9%).

Τέλος, η λήψη άδειας μιας ή δύο ωρών για προσωπικά ή οικογενειακά θέματα σε σύντομο χρονικό διάστημα θεωρήθηκε ότι ήταν πολύ εύκολη για το 34% των εργαζομένων στην ΕΕ, το 23% στην Κύπρο και το 27% στην Ελλάδα ή αρκετά εύκολη (33%, 38% και 34% αντίστοιχα), ενώ θεωρήθηκε δύσκολη για το 21% στην ΕΕ, το 31% στην Κύπρο και το 27% στην Ελλάδα ή πολύ δύσκολη (13%, 8% και 12% αντίστοιχα).