Η υιοθέτηση της τηλεργασίας και άλλων νέων τρόπων ευέλικτης εργασίας ως αποτέλεσμα της πανδημίας, άφησε τις επιχειρήσεις εκτεθειμένες σε περισσότερες και, στρέφοντας την προσοχή στις υποχρηματοδοτούμενες υποδομές κυβερνοασφάλειάς τους, σύμφωνα με την πρόσφατη παγκόσμια έρευνα της EY, Global Information Security Survey 2021 (GISS). Η φετινή έκδοση της έρευνας, που εξετάζει τις απόψεις περισσοτέρων από 1.000 επικεφαλής κυβερνοασφάλειας παγκοσμίως – συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας – αποκαλύπτει ότι περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (56%) παρέκαμψαν διαδικασίες κυβερνοασφάλειας, για να διευκολύνουν τη μετάβαση στην τηλεργασία ή σε ένα πιο ευέλικτο μοντέλο εργασίας.

Παράλληλα, οι επικεφαλής κυβερνοασφάλειας δηλώνουν πιο προβληματισμένοι από ποτέ σχετικά με τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν τις κυβερνοαπειλές (43%), με περισσότερους από τρεις στους τέσσερις (77%, σε σύγκριση με 59% στην περυσινή έρευνα) να καταγγέλλουν αυξημένο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων τους τελευταίους 12 μήνες, όπως επιθέσεις τύπου ransomware. Παρά τον αυξανόμενο αριθμό κυβερνοαπειλών ωστόσο, οι προϋπολογισμοί κυβερνοασφάλειας παραμένουν περιορισμένοι σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό του IT, σύμφωνα με τη φετινή έρευνα.

Η οικοδόμηση σχέσεων με τη διοικητική ομάδα, μπορεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία

Σύμφωνα με την έρευνα του 2021, οι σχέσεις μεταξύ των επικεφαλής κυβερνοασφάλειας και των άλλων τμημάτων της επιχείρησης, δεν είναι ιδιαιτέρως δυνατές ή θερμές. Οι επικεφαλής κυβερνοασφάλειας που συμμετείχαν στην έρευνα (41%) περιγράφουν τη σχέση τους με το τμήμα marketing ως “αρνητική”, ενώ 28% δηλώνουν ότι οι σχέσεις τους με τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης είναι κακή.

Ως αποτέλεσμα, μόλις 19% πιστεύουν ότι η ομάδα κυβερνοασφάλειας εμπλέκεται στον σχεδιασμό νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, σε σχέση με 36% το 2020. Επιπλέον, μόνο 25% θεωρούν ότι τα ανώτατα διοικητικά στελέχη θα περιέγραφαν τη διεύθυνση κυβερνοασφάλειας της επιχείρησής τους ως “εμπορικά προσανατολισμένη”.