Ένα από τα πιο επίκαιρα θέματα που τον τελευταίο καιρό είναι κοινά σε όλους τους οργανισμούς με τους οποίους συνεργαζόμαστε, είναι αυτό που ο Leon Festinger (1957) ονόμασε «Γνωσιακή ή Γνωστική Ασυμφωνία» (Cognitive Dissonance).

Η «Ασυμφωνία» αυτή είναι μία πολύπλοκη κατάσταση, η οποία είναι δυσάρεστη για όποιον τη βιώνει και μπορεί να προκαλέσει υψηλά επίπεδα στρες. Σύμφωνα με τη θεωρία του L. Festinger, η «Γνωσιακή ή Γνωστική Ασυμφωνία», αποτελεί ένα άσχημο συναίσθημα που λειτουργεί και σαν κατευθυντήρια δύναμη, η οποία αναγκάζει το μυαλό να εφευρίσκει νέες σκέψεις ή πεποιθήσεις για να τροποποιήσουν τις υπάρχουσες πεποιθήσεις (ή σκέψεις) ώστε να ελαχιστοποιήσουν το βαθμό σύγκρουσης μεταξύ αυτών.

Η αύξηση της γνωσιακής ασυμφωνίας στον εργασιακό χώρο είναι εν μέρει αποτέλεσμα του στυλ διοίκησης που έχουμε υιοθετήσει, πολλές φορές «αναγκαστικά», για να μπορέσουμε να «προλάβουμε» τις εξελίξεις, την πραγματικότητα που ζούμε αλλά και την ταχύτητα των αλλαγών ή εξίσου πολλές φορές, για να δικαιολογηθούμε στους εαυτούς μας.

Αληθινά παραδείγματα
Διευθυντής με πολυετή εμπειρία μιλάει σε μία ομάδα νέων managers και τους διηγείται την ιστορία της πορείας του και πώς κατάφερε να ανέλθει στην εταιρεία.
Μιλούσε με ενθουσιασμό, ανέφερε τις ευκαιρίες ανέλιξης που είχε, τις πάρα πολύ καλές αποδοχές και τα «πακέτα» παροχών, και φυσικά την «ενδιαφέρουσα» δουλειά του.

Ρωτήθηκε από κάποιον σε τι βαθμό αυτά όλα είχαν επηρεάσει την προσωπική του ζωή. Το πρόσωπό του αμέσως άλλαξε και ανέφερε τα τρία του παιδιά, τα οποία ήδη είχαν μεγαλώσει πλέον και είχαν φυσικά τις δικές τους καριέρες και πως αυτή η «ενδιαφέρουσα» δουλειά του τον είχε κρατήσει μακριά από αυτά και πως δεν έζησε, ούτε είδε τα δύο από τα τρία του παιδιά να μεγαλώνουν…

Μία στιγμή αδυναμίας, μία εντελώς ανθρώπινη στιγμή, μία αληθινή στιγμή, που θέλησε να την ξεπεράσει αμέσως, αλλάζοντας ύφος και λέγοντας ότι ΤΩΡΑ πλέον είχε αποφασίσει ότι θα έχει «ποιοτικό χρόνο» και ότι έκανε τα πάντα για αυτό, «δικαιολογώντας» τον εαυτό του και λέγοντας ότι δεν έχει σημασία η «ποσότητα» του χρόνου αλλά η «ποιότητα» αυτού. Ανέφερε σαν παράδειγμα ότι τώρα πλέον τις Κυριακές ξυπνάει πάρα πολύ πρωί για να δει τα e-mails της δουλειάς του ώστε μετά να είναι ελεύθερος να μείνει στο κρεβάτι και να πιει καφέ μαζί με τη σύζυγό του για δύο ολόκληρες ώρες, κοιτώντας έξω από το παράθυρο!!!

Έτερο παράδειγμα αποτελεί ένας manager από τον οποίο ζητείται να απολύσει έναν αριθμό εργαζομένων με βάση το ύψος των αποδοχών τους και όχι την απόδοσή τους. Με αυτούς τους ανθρώπους έχει πολύ καλές σχέσεις και χρειάζεται να τους δώσει ένα μήνυμα που ξέρει πολύ καλά τι θα προκαλέσει. Αυτό το συναίσθημα του δημιουργεί τρομερή πίεση και στρες και αναζητά ασυναίσθητα άλλους λόγους για να κάνει τον εαυτό του να αισθανθεί λιγότερο άσχημα. Έτσι, γίνεται υπερβολικά «αυστηρός» και επικριτικός με τα άτομα τα οποία θα πρέπει να απολύσει, εφευρίσκοντας με αυτόν τον τρόπο το λόγο να το κάνει και να δικαιολογήσει στον εαυτό του την πράξη του αυτή.

Το πιο κλασικό, ίσως, παράδειγμα είναι η πολυπόθητη ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (work / life balance), η οποία συχνά συνυπάρχει με τον «άγραφο νόμο» των παραπάνω ωρών εργασίας, πέραν του 8ώρου, οι οποίες είναι απαραίτητες για να βγει η δουλειά, για να δείξεις τη δέσμευσή σου στην εταιρεία ή γιατί δεν μπορείς να αποχωρήσεις όταν άλλοι συνάδελφοι από το τμήμα δεν έχουν «σχολάσει» (ο καθένας ενδεχομένως για τους δικούς του λόγους). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μία εσωτερική μάχη να «συμφιλιώσεις» τις άγραφες προσδοκίες της εταιρείας από τη μία, το προσωπικό σου αίσθημα ευθύνης από την άλλη και ταυτόχρονα την ανάγκη σου να έχεις τον προσωπικό σου χρόνο. Έτσι στρεσάρεσαι ακόμα περισσότερο, αρχίζεις ακόμη και να δικαιολογείς στον εαυτό σου γιατί κάνεις κάτι το οποίο τελικά δεν το θέλεις, συμβιβάζεσαι.

Άλλα δύο κλασικά παραδείγματα αποτελούν το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ. Όσοι καπνίζουν ή/και πίνουν, συνεχίζουν να το κάνουν ενώ έχουν στοιχεία ότι ενδεχομένως μπορεί και να βλάπτουν την υγεία τους. Αυτό που λένε στους εαυτούς τους είναι ότι «είναι πολύ δύσκολο να το σταματήσουν», «δεν είναι όσο κακό λένε», «στο κάτω κάτω μόνο μία απόλαυση μου έμεινε» και πολλά άλλα. Έτσι, «δικαιολογούν» στους εαυτούς τους αυτές τις συμπεριφορές με το να τις εκλογικεύουν ή με το να τις αρνούνται.

Στο γνωστό μύθο του Αισώπου με την αλεπού και τα σταφύλια, η αλεπού ενώ ήθελε να φτάσει τα σταφύλια, δεν τα κατάφερε και για να μειώσει το δυσάρεστο συναίσθημα που ενδεχομένως να της δημιουργούσε αυτή της η αποτυχία, αποφάσισε ότι τελικά δεν τα χρειαζόταν ούτως ή άλλως ή ότι ακόμα και αν τα έφτανε μπορεί τελικά και να ήταν ξινά. Ο μύθος αυτός ακολουθεί ένα μοτίβο, επιθυμώ κάτι – δεν μπορώ να το αποκτήσω – μειώνω τη γνωσιακή ασυμφωνία κριτικάροντάς το.

Αυτό που έχει σημασία για τον καθένα από εμάς είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις σκέψεις, πεποιθήσεις ή συμπεριφορές, κ.λπ., που αντικρούει η μία την άλλη – και πώς αντιμετωπίζουμε αυτή τη σύγκρουση. Ποιοι είναι οι μηχανισμοί που πρέπει να έχουμε ή να αναπτύξουμε για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τέτοιου είδους (εσωτερικές) συγκρούσεις. Στην πιο απλή της μορφή είναι σαν να λέμε ψέματα στους εαυτούς μας και φυσικά αυτό που παίζει ρόλο είναι το μέγεθος αυτών και πώς τα διαχειριζόμαστε.

Η Our World Group εξειδικεύεται σε υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού, οι οποίες περιλαμβάνουν customized προγράμματα ηγετικών ικανοτήτων, προγράμματα coaching, change management, υπηρεσίες HR Outsourcing, καθώς και το πρόγραμμα του Coaching Certificate, το οποίο είναι πιστοποιημένο από το International Coaching Federation (ICF).