Ο μισθωτός δεν εκπληρώνει την οφειλόμενη παροχή εργασίας όταν είτε δεν παρέχει καθόλου εργασία είτε όταν προσφέρει τις υπηρεσίες του όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση εργασίας.

Έτσι, η απουσία του μισθωτού από την εργασία ή η καθυστερημένη προσέλευσή του για ανάληψη εργασίας, καθώς και η παροχή εργασίας κατά τρόπο αντισυμβατικό ή κατά παράβλεψη των εντολών του εργοδότη που δίνονται στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός του, αποτελούν μορφές μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της υποχρέωσης της παροχής της εργασίας.

Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη χωρίς αυτή να κινδυνεύει να θεωρηθεί καταχρηστική. Υπέρβαση των ορίων της κατάχρησης δικαιώματος υπάρχει και εάν ο εργοδότης καταφεύγει στην καταγγελία μολονότι είναι δυνατή η αντιμετώπιση της αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του μισθωτού με άλλα ηπιότερα μέσα. Στην περίπτωση αυτή, η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη.

Επιβάλλεται, δηλαδή, ο εργοδότης να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων το λιγότερο επαχθές, ειδικότερα δε εάν το παράπτωμα του μισθωτού μπορεί κατ’ αντικειμενική κρίση να αντιμετωπισθεί με τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό εργασίας πειθαρχικές ποινές.

Πρόσφατα, το Πρωτοδικείο Αθηνών με απόφασή του δικαίωσε αεροπορική εταιρεία η οποία απέλυσε υπάλληλό της, κρίνοντας νόμιμη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζομένης λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, η οποία συνίστατο στην κατ’ επανάληψη καθυστέρηση προσέλευσης στην εργασία, στη χρήση των τηλεφωνικών γραμμών της εταιρείας για προσωπικές κλήσεις της εις βάρος της εταιρείας και της εξυπηρέτησης των πελατών της, καθώς και στην καθημερινή επίσκεψη ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης όπως το facebook.

Σύμφωνα με ιστορικό της απόφασης, η εργαζόμενη είχε λάβει πριν την απόλυσή της, επιστολή από το Γενικό Διευθυντή της αεροπορικής εταιρείας, με την οποία της γίνονταν συστάσεις για μη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, καθώς αργούσε συστηματικά να προσέλθει στην εργασία της, χρησιμοποιούσε τις τηλεφωνικές γραμμές της εταιρείας για να πραγματοποιεί προσωπικές της κλήσεις και δη όχι αναγκαίες κατά την ώρα της εργασίας της, ενώ χρησιμοποιούσε και το Διαδίκτυο, όπου πραγματοποιούσε επισκέψεις σε ιστοσελίδες άσχετες με την εργασία της, όπως ιστοσελίδες για κοινωνική δικτύωση και ιστοσελίδες συνομιλίας για συναντήσεις ανθρώπων.

Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό και παρουσία του Γενικού Διευθυντή και του Διευθυντή Πωλήσεων της εταιρείας καθώς καταλήφθηκε από αυτούς να επισκέπτεται ιστοσελίδα στο facebook. Μάλιστα η εταιρεία είχε ήδη αποστείλει παλαιότερα γενικό ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο απαγόρευε στο προσωπικό της να επισκέπτεται ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook, ήτοι ιστοσελίδες με περιεχόμενο άσχετο με την εργασία του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόλυση της εργαζομένης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά, αλλά νομίμως και στο πλαίσιο του καλώς νοούμενου συμφέροντος της εργοδότριας επιχείρησης, καθόσον αιτία της καταγγελίας ήταν η πλημμελής και μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εργαζομένης, η οποία δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας και στις ανάγκες της επιχείρησης και επέφερε ακολούθως κλονισμό της εμπιστοσύνης της εργοδότριας στο πρόσωπό της.

Ενώ και χωρίς προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης πειθαρχικής διαδικασίας από τον εργοδότη, δεν ήταν καταχρηστική η καταγγελία, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Με την πρώτη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.

Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι εξέλιπε οποιοδήποτε πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, ώστε να μπορεί με την επιβολή πειθαρχικού μέτρου να συνεχιστεί η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο που παρέχεται ως μέσο παραγωγής στο εργασιακό περιβάλλον πολλών επιχειρήσεων, αποσκοπεί στην ευχέρεια του εργαζόμενου να αξιοποιεί τα μέσα που του διατίθενται, με σκοπό την βέλτιστη απόδοσή του.

Με την έξαρση, όμως, της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από σημαντικό αριθμό ανθρώπων αλλά και επιχειρήσεων, δημιουργείται το ζήτημα εάν η χρήση των μέσων αυτών μπορεί να έχει παραγωγικό ρόλο στην εργασία ή θα οδηγήσει σε αντισυμβατικές συμπεριφορές στον επαγγελματικό χώρο.