Όλο και περισσότερο έδαφος κερδίζουν οι ευέλικτες μορφές εργασίας αφήνοντας πίσω τους τις παραδοσιακές μορφές απασχόλησης εν ονόματι της διάσωσης των επιχειρήσεων και της προστασίας των εργαζομένων.

Τη στιγμή που η αγορά εργασίας διανύει μία περίοδο βαθιάς απορρύθμισης, που πλήθος εργοδοτών, κατά κύριο λόγο μικρομεσαίων, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ενώ εκατοντάδες εργαζόμενοι καλούνται να «αναμετρηθούν» με την οικονομική κρίση με δυσμενείς για αυτούς όρους, ο νόμος 3846/2010 («Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις») έρχεται να προσφέρει νέες μορφές ευέλικτης απασχόλησης, όπως η εκ περιτροπής εργασία, δίνοντας μία ανάσα στις πληγείσες από τα νέα οικονομικά δεδομένα ομάδες.

Μόνο μέσα στο έτος 2009-2010, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΠΕ, μειώθηκαν σημαντικά οι συμβάσεις σταθερής απασχόλησης με αποτέλεσμα την αύξηση τόσο των ευέλικτων συμβάσεων, κατά 24,77%, όσο και των εκ περιτροπής απασχολούμενων, για το ίδιο διάστημα, κατά 55,8%.

Υπό το καθεστώς της εκ περιτροπής εργασίας ο εργαζόμενος απασχολείται κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος με πλήρες ημερήσιο ωράριο. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως παρά την εναλλαγή των μισθωτών ατομικά ή σε ομάδες ανά τακτά χρονικά διαστήματα η λειτουργία της εκάστοτε επιχείρησης παραμένει συνεχής και αδιασάλευτη ενώ, ταυτόχρονα επέρχεται, μείωση μισθών, οι οποίοι πλέον θα πρέπει να αντιστοιχούν προς τις παρεχόμενες ώρες εργασίας.

Ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της να συμφωνήσουν εγγράφως πως ο τελευταίος θα απασχολείται μόνο ορισμένα χρονικά διαστήματα. Η ελληνική νομοθεσία αποσκοπώντας στη διασφάλιση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων αλλά και στη διατήρηση των θέσεων εργασίας παρέχει στον εργοδότη την επιπλέον δυνατότητα, σε περίπτωση περιορισμού των δραστηριοτήτων του, να επιβάλλει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης προκειμένου να αποφευχθεί η καταγγελία συμβάσεων εργασίας από μέρους του.

Όπως προκύπτει από την ερμηνεία του νόμου, ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη πρέπει να συνεπάγεται την αδυναμία του να απασχολεί πλήρως τον εργαζόμενο. Δεν θα πρέπει να οφείλεται σε επαναλαμβανόμενο εποχικό φαινόμενο σχετιζόμενο με το είδος της επιχείρησης ή των προϊόντων, των αγαθών ή των υπηρεσιών της.

Επίσης, τη συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν πληροί μία επιχείρηση που παρουσιάζει δυσκολίες ρευστότητας, ταμειακές ή οικονομικές εν γένει δυσκολίες. Με λίγα λόγια, ο περιορισμός των εργασιών θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα μία τόσο δυσχερή κατάσταση που μόνο με απολύσεις μπορεί να αντιμετωπισθεί και με την εκ βάθρων αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Εάν, ωστόσο, εκ των υστέρων αποδειχθεί ανακριβής ο ισχυρισμός του εργοδότη σχετικά με την προϋπόθεση αυτή, η εκ περιτροπής εργασία καθίσταται άκυρη και οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν τις αποδοχές τους.

Πριν την επιβολή του εν λόγω συστήματος εργασίας, θα πρέπει να προηγηθεί ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων οι οποίοι είναι οι εξής:
Α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης,
Β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης,
Γ) το συμβούλιο των εργαζομένων,
Δ) εάν ελλείπουν οι παραπάνω το σύνολο των εργαζομένων.

Οι διαβουλεύσεις ξεκινούν με πρωτοβουλία του εργοδότη και συγκεκριμένα με έγγραφη πρόσκλησή του που επιδίδεται σε εύλογο χρόνο στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να έχουν το χρονικό περιθώριο να προετοιμαστούν. Τα μέρη μπορούν ελεύθερα να συμβάλλουν στην τελική διαμόρφωση της διαδικασίας με μόνο περιορισμό την καλόπιστη διεξαγωγή των συζητήσεων.

Ο χρόνος διενέργειας των διαβουλεύσεων θα πρέπει να είναι αρκετός δεδομένης της αναγκαιότητας ανεύρεσης της προσφορότερης λύσης για τα δύο μέρη μετά και την εξάντληση εναλλακτικών δυνατοτήτων που φυσικά θα ήταν περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζόμενους και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο περιορισμός των εργαζομένων που θα υπαχθούν στην εκ περιτροπής εργασία ή της διάρκειάς της. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας μισθωτού που απορρίπτει την σχετική εργοδοτική πρόταση είναι άκυρη.

Οι τροποποιημένοι όροι εργασίας περιέχονται σε νέες έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες πρέπει να γνωστοποιηθούν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας εντός 8 ημερών και στις οποίες θα γίνεται αναφορά του χρόνου απασχόλησης, του τρόπου αμοιβής, των περιόδων και του τρόπου κατανομής της εργασίας.

Η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να υποκαθιστά ολοένα και περισσότερες θέσεις πλήρους ωραρίου και κατ’ επέκταση αποδοχών όμως το δικαίωμα επιβολής της δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ασκείται από τον εργοδότη καθ’ υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και κυρίως ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος μιας και μόνο έτσι θα αναδειχθεί σε ένα μέσο εξισορόπησης των αντίρροπων συμφερόντων εργαζόμενων και εργοδοτών.