Όταν στις 23 Απριλίου του 2010, ο Έλληνας Πρωθυπουργός Γιώργος Α. Παπανδρέου ανακοίνωνε, σε διάγγελμά του από το Καστελόριζο, την προσφυγή και την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης από την Τρόικα, κανείς δε φανταζόταν ότι σήμερα, εν έτει 2016, όπου βρισκόμαστε ήδη στο τρίτο μνημόνιο, οι συνέπειες θα ήταν μια καταστροφική συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.

Η ραγδαία αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, λόγω απολύσεων, κλεισίματος καθώς και «εξοστρακισμών» επιχειρήσεων σε άλλες χώρες για να γλυτώσουν από τα υπέρογκα μνημονιακά φορολογικά βάρη, σε συνδυασμό με την ισοπέδωση των μισθών και των συντάξεων, καθώς και η κακοδιαχείριση και η διαπλοκή τα χρόνια της μεταπολίτευσης, δημιούργησαν μια ατομική βόμβα στα ασφαλιστικά συστήματα, έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.

Δημιουργούν, όμως, και μια δημογραφική βόμβα, στο πιο ευαίσθητο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Τις νέες Ελληνίδες και Έλληνες, επιστήμονες στην πλειοψηφία τους, με ισχυρό ακαδημαϊκό πορτοφόλιο (τουλάχιστον ένα και δύο μεταπτυχιακά, διδακτορικά) που εγκαταλείπουν την χώρα μας για τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, κυρίως, και τις ΗΠΑ. Το ταλέντο εγκαταλείπει την Ελλάδα, η οποία επένδυσε στους ανθρώπους αυτούς (κυρίως, όμως, οι ίδιοι και οι οικογένειές τους) μέσω της εκπαίδευσης, ώστε τώρα οι οικονομίες άλλων κρατών να εκμεταλλεύονται τις δεξιότητές τους, αποκτώντας στην ουσία δωρεάν υψηλά εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Πόση άραγε είναι η ζημία για την ελληνική οικονομία, κοινωνία και επιχειρηματικότητα από το ανεκμετάλλευτο ταλαντούχο ανθρώπινο δυναμικό, για το οποίο επένδυσε πολύ σημαντικά ποσά και για τα οποία δεν έλαβε τίποτε ως επιστροφή από την επένδυση αυτή;

Ο δυναμικός ρόλος της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας
Δυστυχώς, τα ανωτέρω ζητήματα που αντιμετωπίζει την τελευταία επταετία η ελληνική κοινωνία και οικονομία δεν είναι τα μοναδικά. Διότι, η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής θέσης, καθώς και της «ατυχίας» της να συνορεύει με την επιθετική Τουρκία, έχει γίνει το επίκεντρο ενός παγκόσμιου ζητήματος, του προσφυγικού-μεταναστευτικού, πληρώνοντας τις αμαρτίες της αμερικανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής στον μουσουλμανικό κόσμο, αφήνοντας χάος και αταξία, πολέμους και τρομοκρατία στις χώρες αυτές, οι πληθυσμοί των οποίων αποφάσισαν να μετακινηθούν μαζικά προς τον «παράδεισο» της Ευρώπης.

Ο κρατικός τομέας έχει αποδειχτεί ανεπαρκής για να αντιμετωπίσει μόνος του τα ανωτέρω φλέγοντα ζητήματα, που οδηγούν σε έναν φαύλο κύκλο παρακμής την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Είναι, επομένως, επιτακτική η ανάγκη για έναν πιο δυναμικό ρόλο της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Είναι αναγκαία μια σύμπραξη κράτους και ιδιωτικού τομέα, σε μια σύμπραξη όπου ο τομέας των Ανθρώπινου Δυναμικού θα κληθεί να έχει κομβικό ρόλο. Τις προηγούμενες δεκαετίες, η «ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας, «ανάπτυξη» που οδήγησε τελικά στο τεράστιο χρέος και την επιβολή λιτότητας, βασίζονταν στις εκατοντάδες δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες στελεχώνονταν με ρουσφετολογικό τρόπο, και όχι με κριτήριο την αξιοκρατία, οδηγώντας τελικά σε χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα την οικονομία.

Στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης και νέες θέσεις εργασίας
Σήμερα, η Κυβέρνηση και η Τρόικα καλούνται να λύσουν τον γόρδιο δεσμό του ασφαλιστικού. Δυστυχώς, όσο και να περικοπούν οι συντάξεις ή να αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης, όσο και να αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνουν οι επιχειρήσεις επιβαρύνοντας τα οικονομικά τους, το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας δεν θα είναι βιώσιμο. Και δεν θα είναι βιώσιμο όσο δεν θα αυξάνεται ο αριθμός των εργαζομένων, και μάλιστα, αυτών που δεν ανήκουν στην «μαύρη εργασία».

Απαιτείται ένα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, όπου το δημόσιο και ο ιδιωτικός τομέας οφείλουν να συνεργαστούν προχωρώντας σε επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Θέσεις εργασίας, όμως, που θα καλύπτονται αξιοκρατικά. Και εδώ έρχεται ο στρατηγικός ρόλος της Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού. Διότι οφείλει όχι μόνο να βρει ένα ανθρώπινο δυναμικό, ικανό και καταρτισμένο, αλλά και να διαμορφώσει ένα περιβάλλον και τις κατάλληλες συνθήκες για να διατηρήσει τους εργαζομένους αυτούς.

Θα πρέπει με άλλα λόγια να λάβει υπόψιν το τί θέλει η νέα γενιά εργαζομένων. Δεν είναι ύψιστη προτεραιότητα για την νέα γενιά εργαζομένων ο πλουτισμός, αλλά η αξιοπρεπή διαβίωση. Ύψιστη προτεραιότητα, όμως, είναι η ποιότητα ζωής, η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Τα τμήματα Ανθρώπινου Δυναμικού θα κληθούν, λοιπόν, να διαμορφώσουν τις κατάλληλες συνθήκες, να δώσουν κίνητρα στη νέα γενιά εργαζομένων, χωρίς παράλληλα να επιβαρύνουν τα οικονομικά των επιχειρήσεων. Οφείλουν να δημιουργήσουν ένα οικογενειακό κλίμα μέσα στις εταιρείες και να βρουν τρόπους να ελαττώσουν το κλίμα «ανταγωνισμού» ανάμεσα σε εργαζομένους μέσα στον ίδιο χώρο εργασίας.

Οφείλουν να κάνουν καλύτερες τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στον χώρο εργασίας, εάν θέλουν να διατηρήσουν το ταλέντο στο δυναμικό τους. Δεν είναι τα υπέρογκα ποσά στη μισθοδοσία που θα τους κρατήσουν, αλλά το οικογενειακό κλίμα, η αναγνώριση της εργασίας τους, ο σεβασμός από τους συναδέρφους και τους ανωτέρους τους, το συναίσθημα πως προσφέρουν και είναι σημαντικοί για την εταιρεία. Οφείλουν, όμως, και να δώσουν ακόμη περισσότερες ευκαιρίες στους νέους.

Η πολυπολιτισμικότητα της ελληνικής κοινωνίας μέσα στις επιχειρήσεις
Ο τομέας του Ανθρώπινου Δυναμικού, όμως, οφείλει να αποκτήσει έναν ακόμη σημαντικό ρόλο για την ελληνική κοινωνία. Αυτόν της ενσωμάτωσης των προσφύγων και μεταναστών, όταν κάποια στιγμή καταλαγιάσει το φαινόμενο της μετακίνησης πληθυσμών από αναπτυσσόμενες ή εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη. Η ελληνική κοινωνία είναι αναγκασμένη να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα αλλά και να κατανοήσει πως είναι προς το συμφέρον της, όσοι άνθρωποι τελικά παραμείνουν στη χώρα να μπορέσουν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία και να αφομοιώσουν τις αξίες μας. Τα τμήματα Ανθρώπινου Δυναμικού θα κληθούν να εκφράσουν την πραγματικότητα της πολυπολιτισμικότητας της ελληνικής κοινωνίας και μέσα στις επιχειρήσεις, βλέποντας ποιες είναι οι εταιρικές ανάγκες και που μπορούν να ενσωματωθούν οι άνθρωποι αυτοί, ανάλογα με τις δεξιότητες που διαθέτουν.

Δεν είναι όμως μόνο προς το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας να ενσωματωθούν οι άνθρωποι αυτοί όσο πιο γρήγορα. Κάτι που έχει γίνει πλέον με μετανάστες από την Αλβανία, την Βουλγαρία, καθώς και χώρες από την π. Σοβιετική Ένωση. Είναι και προς το συμφέρον των ίδιων των επιχειρήσεων. Πλέον, στην Ελλάδα ένας στους δέκα κατοίκους, άρα και καταναλωτές, δεν έχει ελληνικές ρίζες. Είναι αναγκαία άρα η κατανόηση των αναγκών, των προτιμήσεων και των ιδιαιτεροτήτων των ανθρώπων αυτών. Και αυτό μπορεί να γίνει με την ενσωμάτωση αλλοδαπών εργαζομένων στις επιχειρήσεις. Τέλος, μια τέτοια στρατηγική θα βοηθήσει πολύ και τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη εξωστρέφεια, ιδίως προς αναδυόμενες αγορές (π.χ. Ιράν), έχοντας στο Δυναμικό τους, και άρα στην ομάδα διαπραγμάτευσης για συμφωνίες σε ξένες αγορές, εργαζομένους αντίστοιχων εθνικοτήτων, οι οποίοι θα μπορούν να μιλούν τη «γλώσσα» αυτών των αγορών.