Αναλόγως του βαθμού ετοιμότητας, η νομολογία τη διακρίνει σε δύο κατηγορίες: α. τη γνήσια ετοιμότητα και β. τη μη γνήσια ετοιμότητα (απλή ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης).

Στην πρώτη περίπτωση, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, απ’ όπου πάντως μόλις κληθεί πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο της εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις, ανεξαρτήτως του αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας.

Ως εκ τούτου, η γνήσια ετοιμότητα προς εργασία εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και επ’ αυτής εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ παράλληλα διατηρεί την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος ενδεχομένως σε άλλες ασχολίες.

Εδώ, η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών του δυνάμεων. Για αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των Σ.Σ.Ε. για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής υπερωριακής ή άλλη εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο ειθισμένος μισθός (άρθρο 653 ΑΚ), ήτοι ο μισθός που καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζομένους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Σημειωτέον ότι η ελληνική νομολογία δεν διακρίνει την έννοια της απλής ετοιμότητας από την ετοιμότητα κλήσης, αλλά τις υπαγάγει συνολικά στην ευρύτερη κατηγορία της μη γνήσιας ετοιμότητας. Αντίθετα, κατά το ΔΕΕ, το κριτήριο της διάκρισής τους είναι η επιβολή ή μη (και) τοπικής δέσμευσης του εργαζομένου.

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις της απλής ετοιμότητας, ο εργαζόμενος δεν δικαιούται να απομακρύνεται από τον τόπο εργασίας του που καθορίζει ο εργοδότης, ενώ στην ετοιμότητα κλήσης, ο εργαζόμενος επιλέγει ελεύθερα τον τόπο παραμονής του, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση που κληθεί από τον εργοδότη, ο πρώτος θα είναι σε θέση να παράσχει την εργασία του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (Υπόθεση Jeager, C-151/02 ΔΕΚ).

Μεταξύ των παραπάνω περιπτώσεων είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.), να υπάρξουν και ενδιάμεσες «βαθμίδες ετοιμότητας», ανάλογα προς την ένταση της απαιτούμενης εγρηγόρσεως του μισθωτού, οπότε ανάλογα υπολογίζονται και οι αποδοχές του.

Εν κατακλείδι, το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι πάντα θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία (10/2009 Ολομ. ΑΠ).