Ήδη από τον προϋφιστάμενο Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/1994) οριζόταν σαφώς (αρθ. 45 παρ. 1) ότι ως εισόδημα από μισθωτή εργασία υποκείμενο σε φορολόγηση, καθίσταται κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα, είτε σε είδος ένεκα και εξ αφορμής της εργασιακής σχέσεως.

Μόνη εξαίρεση στο ανωτέρω αποτελούσαν οι χορηγούμενες παροχές σε είδος που υπό το πρίσμα και του αρθ. 9 του Ν. 2336/1995 δίδονταν προς κάλυψη λειτουργικών αναγκών των επιχειρήσεων και ως εκ τούτου ήταν φοροαπαλλασσόμενες. Με τον νέο Ν. 4172/2013, το πεδίο εφαρμογής του οποίου καταλαμβάνει το σύνολο των εισοδημάτων και δαπανών που αποκτώνται και πραγματοποιούνται αντίστοιχα από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, όχι μόνο επαναλήφθηκαν οι παραπάνω διατυπώσεις, αλλά ειδικά η φορολόγηση των παροχών σε είδος εξειδικεύτηκε ρητά (αρθ. 13).

Κατ’ αρχήν εισήχθη ο κανόνας των «300 ευρώ». Ορίσθηκε δηλαδή ότι με την επιφύλαξη των οριζόμενων για συγκεκριμένες παροχές, ήτοι το εταιρικό αυτοκίνητο, τις παροχές σε είδος υπό μορφή δανείου, το δικαίωμα προαίρεσης απόκτησης μετοχών και την παραχώρηση κατοικίας σε εργαζόμενο, εταίρο ή μέτοχο, για τις οποίες υπάρχει ειδική ρύθμιση, όλες οι άλλες παροχές σε είδος συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται να επιχειρείται ο εκ νέου φορολογικός χαρακτηρισμός τέτοιων παροχών, η πλειοψηφία των οποίων στο παρελθόν και κατά μια πιο «χαλαρή» προσέγγιση, εμφαίνονταν ως παροχές που χορηγούνταν (ως μη χρηματικές) για κάλυψη λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης. Ήδη σήμερα τούτο αλλάζει, καθώς ο νομοθέτης φαίνεται πως επιθυμεί να εισέλθει στο «μεδούλι» της κάθε παροχής προτού προβεί στην ανάλογη φορολογική της αντιμετώπιση. Επειδή η ουσία της άνω διάκρισης παραμένει και στη νέα ρύθμιση, «φως» στην άνω κατηγοριοποίηση και τα κριτήρια αυτής επιχειρεί να δώσει η πρόσφατα εκδοθείσα ΠΟΛ 1219/6.10.2014, μέσω εξατομικευμένων προσεγγίσεων και σχετικής περιπτωσιολογίας.

Ενδεικτικώς, στο πεδίο των εξαιρέσεων ως παροχές που εξυπηρετούν κατά τα ως άνω λειτουργικές ανάγκες και συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητάς και της ποιότητας των συνθηκών εργασίας ή αποτελούν μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων νοούνται οι εξής: οι διατακτικές σίτισης έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, η χορήγηση ειδικών στολών εργασίας, η χορήγηση γάλακτος, η χορήγηση θέσης στάθμευσης στο χώρο εργασίας, η παροχή χρήσης εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας στο μέτρο και στο βαθμό που εξυπηρετείται η εταιρική δραστηριότητα, οι πληρωμές εκπαιδευτικών – επιμορφωτικών προγραμμάτων που αφορούν το αντικείμενο της εργασίας του μισθωτού ή το επίπεδο της θέσεως που κατέχει, η αξία εργαλείων εργασίας π.χ. tablets, φορητών υπολογιστών ακόμα και πέραν του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, δεδομένης της χρήσης για εταιρικούς σκοπούς, τα tool cars σε συγκεκριμένους μισθωτούς, τα αυτοκίνητα δοκιμών που διαθέτουν οι επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων, τα αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού κ.λπ.

Αυτές, κατά τα ανωτέρω, δεν θεωρούνται παροχές σε είδος και άρα δεν προσαυξάνουν το φορολογητέο εισόδημα, ενώ συνιστούν εκπιπτόμενες δαπάνες για την επιχείρηση. Αντίθετα, σωρεία παροχών σε είδος μεταξύ των οποίων οι πληρωμές φροντιστηρίων, βρεφονηπιακών σταθμών, παιδικών κατασκηνώσεων, η αξία των διάφορων «δωροεπιταγών», η αξία των διατακτικών για την αγορά αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών, η παροχή της χρήσης εταιρικών πιστωτικών καρτών για δαπάνες που δεν σχετίζονται με τις ανάγκες της επιχείρησης, κ.λπ. καθίστανται φορολογητέες ως παροχές εργασιακές. Τούτο δε δεν αναιρείται ακόμη και αν αυτές χορηγούνται εξωσυμβατικά και οικειοθελώς ή ακόμη και ως επιχειρηματική συνήθεια.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313