Οι διευθύνοντες υπάλληλοι αποτελούν μια ιδιάζουσα κατηγορία εργαζομένων, καθώς η απασχόληση που παρέχουν φέρει, λόγω της μικτής φύσεώς της, και εργοδοτικά χαρακτηριστικά. Η οριοθέτηση της έννοιας έχει, μεγάλη πρακτική σημασία, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους εργοδότες.

Η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου προκύπτει από το άρθρο 2 του ν. 2269/1920 «περί κυρώσεως της συμβάσεως της Ουάσιγκτον» που αναφέρεται σε άτομα που κατέχουν εμπιστευτική θέση ή έχουν εποπτικές/αυξημένες αρμοδιότητες. Πρόκειται στην ουσία για υπαλλήλους μεγάλων επιχειρήσεων στους οποίους, λόγω των εξαιρετικών τους προσόντων και της εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτούς, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα επί του συνόλου της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα αυτής, ή και εποπτείας του προσωπικού. Οι αρμοδιότητές τους πρέπει, δηλαδή, να είναι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης διακρίνοντάς τους από τους λοιπούς υπαλλήλους.

Επειδή ο ακριβής προσδιορισμός της έννοιας είναι συχνά δυσχερής, έχουν τεθεί ορισμένα νομολογιακά κριτήρια που λαμβάνονται προς τούτο υπόψιν. Ενδεικτικά:

  • Η αμοιβή, που στην περίπτωση των διευθυνόντων υπαλλήλων υπερβαίνει τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές καθώς και αυτές των υπόλοιπων υπαλλήλων.
  • Η χορήγηση πρόσθετων παροχών (π.χ. παροχή εταιρικού ΙΧ, κινητού τηλεφώνου, bonus αποδοτικότητας κλπ.).
  • Η άσκηση από αυτούς «εργοδοτικών» εξουσιών, όπως π.χ. η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η εκπροσώπηση του εργοδότη έναντι των υπαλλήλων ή τρίτων, η ανάληψη ποινικών ή αστικών ευθυνών για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας.
  • Η δυνατότητα λήψης πρωτοβουλιών.
  • Η ανεξαρτησία ως προς το χρονικό πλαίσιο της εργασίας.

Η υπαγωγή, ωστόσο, ενός υπαλλήλου στην έννοια του διευθύνοντος κρίνεται από το συνδυασμό τέτοιων κριτηρίων και την αξιολόγησή, κατά περίπτωση, του είδους και της φύσης των παρεχόμενων υπηρεσιών με βάση πάντα την καλή πίστη, την κοινή πείρα και τη λογική. Δεν απαιτείται δηλαδή η σωρευτική συνδρομή τους. Σε τι όμως διαφέρουν στη νομική τους μεταχείριση οι διευθύνοντες υπάλληλοι από τους λοιπούς μισθωτούς;

Τα πρόσωπα αυτά δεν παύουν να είναι μισθωτοί, αφού συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους εργοδότες. Εξαιρούνται ωστόσο από την εφαρμογή διατάξεων οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση και εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση εργασίας τους. Έτσι, βάσει του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 δεν έχουν αξίωση για την απόδοση της ωφελείας του εργοδότη από την παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου (υπερεργασία/υπερωρία), ούτε για συμπληρωματική αμοιβή σε περίπτωση μονομερούς επιβολής πρόσθετης εργασίας, κατ’ άρθρο 659 του Αστικού Κώδικα. Και τούτο διότι ο περιορισμός της απασχόλησής τους εντός ορισμένων χρονικών ορίων δε συνάδει με την ιδιότητα αυτών ως διευθυνόντων υπαλλήλων και τις ήδη αυξημένες, κατά το σύνηθες, αποδοχές τους.

Ομοίως δεν εφαρμόζονται σε αυτούς οι γενικές διατάξεις που αφορούν στην εβδομαδιαία ανάπαυση, στην αποζημίωση ή την προσαύξηση για νυχτερινή, ή σε Σάββατα, Κυριακές και αργίες εργασία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι διατάξεις για συμπληρωματική αμοιβή λόγω παροχής για την εκτός έδρας διανυκτέρευση, αλλά και την άδεια αναψυχής και το επίδομα αδείας. Από την άλλη, η άνω ιδιότητα συνιστά κατ’ άρθρο 5 του π.δ. 81/2003 αντικειμενικό λόγο για την χωρίς περιορισμό ανανέωση της σύμβασής τους ορισμένου χρόνου.

Επίσης, γίνεται δεκτό ότι οι διευθύνοντες υπάλληλοι δεν δικαιούνται να συμμετάσχουν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις μισθωτών λόγω του ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα του εργοδότη απέναντι στους λοιπούς υπαλλήλους. Παρόλα αυτά, μπορούν να ασκούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας συγκροτώντας οργανώσεις στις οποίες θα μετέχουν μόνο άτομα που ασκούν εργοδοτικές εξουσίες. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται σε αυτούς κανονικά οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, όπως π.χ. τα δώρα εορτών, οι απαιτούμενες διατυπώσεις της πρόσληψης και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, η αποζημίωση απολύσεως, κλπ. εγείροντας τις αντίστοιχες –ή και επαυξημένες κατά τα ανωτέρω- ένδικες αξιώσεις από μέρους τους.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313