Ως εργατοτεχνίτες (blue collar workers) αναφέρονται όσοι κατά κύριο λόγο  ή αποκλειστικά εργάζονται σωματικώς, ενώ ως υπάλληλοι (white collar workers) όσοι καταβάλλουν πνευματική εργασία. Στην Ελλάδα, η διάκριση αυτή θεμελιωνόταν στο αναχρονιστικό βασιλικό διάταγμα 16/18.7.1920 και είχε κριθεί τόσο από την θεωρία όσο και από την νομολογία αντισυνταγματική.
Γράφει ο Τάσος Μαρμαράς, Aσκούμενος Δικηγόρος, ΚΡΕΜΑΛΗΣ Δικηγορική Εταιρεία

Η κατάργηση της ως άνω διάκρισης ήρθε μόλις πρόσφατα με το άρθρο 64 του ν.4808/2021, γεγονός που συνιστά τομή στην εργασιακή νομοθεσία της χώρας μας, η οποία ως επί των πλείστων χρειαζόταν αναμόρφωση, προκειμένου να ανταποκριθεί καλύτερα στις νέες κοινωνικές συνθήκες, καθώς και στις εξελίξεις του τεχνολογικού τομέα. Η σημαντικότερη έκφανση της εν λόγω διάκρισης ήταν η διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εργατοτεχνιτών, καθώς επίσης και ο υπολογισμός της οφειλόμενης σε αυτούς αποζημίωσης. Πλέον, με τον νέο νόμο και πιο συγκεκριμένα με το άρθρο 64 παρ. 2: «Ο ν. 2112/1920 (Α’ 67), ο ν. 3198/1955 (Α’ 98) και κάθε άλλη διάταξη που διέπει την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας των υπαλλήλων, εφαρμόζονται και επί των εργατοτεχνιτών».

Και οι δύο προηγούμενοι νόμοι καθορίζουν το οφειλόμενο χρηματικό ποσό της αποζημίωσης των ιδιωτικών υπαλλήλων καθώς επίσης και τα χρονικά όρια εντός των οποίων θα πρέπει να γίνει έγγραφη ειδοποίηση από πλευράς εργοδότη. Καταφανής ήταν η διάκριση αν ληφθεί υπόψιν ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του β.δ. 16/18.7.1920 η καταγγελία σύμβασης εργασίας εργατοτεχνίτη που διήρκησε άνω του έτους μπορούσε να γίνει 8 μέρες πριν από την λύση της σύμβασης ενώ για το ίδιο χρονικό διάστημα απασχόλησης, το νόμιμο όριο για την έγγραφη προειδοποίηση υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.2112/1920 είναι 30 ημέρες πριν την καταγγελία. Όπως προκύπτει, το όριο αυτό είναι ανώτερο του τριπλάσιου σε σχέση με τους εργατοτεχνίτες, των οποίων η έγγραφη προειδοποίηση ουδόλως τους προετοίμαζε για να αρχίσουν την έρευνα αγοράς, ειδικά αν ληφθεί υπόψιν ότι αμείβονταν με ημερομίσθια.

Το γεγονός αυτό που ενέτεινε την εργασιακή αστάθεια πλέον καταργείται όχι μόνο με την θέσπιση των ίδιων προθεσμιών για την υποβολή έγγραφης ειδοποίησης πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και για τα δύο είδη εργαζομένων, αλλά με την παραγράφο 3 του άρθρου 64 του νέου νόμου η οποία ορίζει ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος, ως μηνιαίος μισθός του εργατοτεχνίτη λογίζονται τα είκοσι δύο (22) ημερομίσθια, εκτός εάν ήδη αμείβεται με μηνιαίο μισθό». Η παράγραφος αυτή δίνει στους εργατοτεχνίτες το δικαίωμα να μην λαμβάνουν τις μειωμένες αποζημιώσεις του άρθρου 3 του β.δ. 16/18.7.1920 (85 ημερομίσθια σε περίπτωση 15ετούς απασχόλησης και 100 σε περίπτωση 20ετούς απασχόλησης), οι οποίες οδηγούσαν στο παράδοξο να λαμβάνουν για τα ίδια χρόνια απασχόλησης την μισή αποζημίωση από αυτήν που λάμβαναν οι υπάλληλοι για το ίδιο χρονικό διάστημα. Με τον τρόπο αυτόν, θεσπίζεται ένα πλαίσιο όπου υπάρχει αναλογία διάρκειας απασχόλησης και οφειλόμενης αποζημίωσης, καθώς και ευελιξία όσον αφορά στα χρονικά όρια διότι καταλαμβάνει τόσο εργαζόμενους που εργάστηκαν βραχύχρονα για έναν εργοδότη (το βασιλικό διάταγμα της 18ης Ιουλίου 1920 δεν απευθυνόταν σε εκείνους αφού απαιτούσε τουλάχιστον 15 χρόνια προϋπηρεσίας) όσο και εργαζομένους που ήταν πολλά έτη στον ίδιο εργοδότη.

Τέλος, η παράγραφος 3 του άρθρου 64 του ν.4808/2021 είναι πρακτικής σημασίας και για τον καθορισμό των Δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων για τους εργατοτεχνίτες. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι στιγμής, γινόταν υπολογισμός του δώρου Πάσχα ή Χριστουγέννων βάσει ημερομίσθιου του εκάστου ανειδίκευτου εργάτη, ενώ πλέον ο υπολογισμός γίνεται λαμβάνοντας υπόψιν κατά πλάσμα δικαίου ως μηνιαίο μισθό των εργατοτεχνιτών τα 22 ημερομίσθια, ακόμα και αν ο εργατοτεχνίτης δεν συμπληρώνει τόσα, εκτός αν ο εργοδότης και εκείνος έχουν συμφωνήσει μηνιαία αμοιβή, οπότε για τον υπολογισμό ισχύει αυτή η ειδικότερη συμφωνία. Αυτό σαφώς οδηγεί στην αναβάθμιση του εργασιακού επιπέδου των εργατοτεχνιτών καθώς και στην καλύτερη αντιμετώπιση τυχόν έκτακτων βιοτικών αναγκών τους.