Ένα νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις εργασιακές σχέσεις είναι η ελαστικότητα, η οποία προσιδιάζει στις σύγχρονες μεταβαλλόμενες ανάγκες των επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα της ελαστικότητας αυτής είναι να έχουν θεσμοθετηθεί παρεκκλίσεις από το παραδοσιακό εργατικό δίκαιο.

Μία από αυτές τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης είναι και η σύμβαση μερικής απασχόλησης, η οποία γνωρίζει τα τελευταία χρόνια σημαντική ανάπτυξη με πλεονεκτήματα τόσο για τον εργοδότη, όσο και για τον εργαζόμενο. Η σύμβαση μερικής απασχόλησης είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται εργασία σε χρόνο μικρότερο από τον κανονικό και καταβάλλονται ανάλογα μειωμένες αποδοχές. Καταρτίζεται βάσει της συμβατικής ελευθερίας χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν ειδικοί όροι και προϋποθέσεις.

Στο πλαίσιο της κατάρτισής της όμως ισχύουν και ειδικές προστατευτικές ρυθμίσεις, οι οποίες έχουν θεσπισθεί στα πλαίσια της εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 97/81/ΕΚ για την απαγόρευση της δυσμενέστερης μεταχείρισης των εργαζομένων με μερική απασχόληση σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης. Στη χώρα μας το καθεστώς της μερικής απασχόλησης ρυθμίζεται στο άρθρο 38 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010. Σύμφωνα με την παρ. 1 της ανωτέρω διάταξης η συμφωνία μερικής απασχόλησης μπορεί να γίνει τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας όσο και κατά τη διάρκειά της και μπορεί να έχει αόριστη ή ορισμένη διάρκεια.

Τα μέρη μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα οποιαδήποτε από τις περιόδους αναφοράς (ημέρα, εβδομάδα, δεκαπενθήμερο, μήνα) και να καθορίσουν τον μειωμένο χρόνο εργασίας χωρίς ο νόμος να θέτει όρους για ελάχιστο ή μέγιστο χρόνο απασχόλησης. Η συμφωνία μερικής απασχόλησης πρέπει να καταρτισθεί εγγράφως και να γνωστοποιηθεί μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και αν δεν τηρηθεί επέρχεται (απόλυτη) ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας για μερική απασχόληση. Περαιτέρω εάν δεν ακολουθήσει η γνωστοποίηση στην Επιθεώρηση Εργασίας η συμφωνία «τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση», ισχύει δηλαδή νόμιμο (μαχητό) τεκμήριο περί σύμβασης εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Η αμοιβή της μερικής απασχόλησης ρυθμίζεται στην παρ. 9 της ως άνω διάταξης και για τον υπολογισμό της πολλαπλασιάζεται το ωρομίσθιο που λαμβάνει ο «συγκρίσιμος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης», δηλαδή αυτός που εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα στην ίδια επιχείρηση και υπό τις αυτές συνθήκες, επί τις ώρες εργασίας του μερικώς απασχολούμενου. Όσον αφορά στην παροχή πρόσθετης εργασίας του μερικώς απασχολούμενου στο εδ. α’ της παρ. 11 του άρθρου 38 καθιερώνεται ρύθμιση αντίστοιχη αυτής του άρθρου 659 ΑΚ, στο εδ β’ όμως ορίζεται ότι «ο μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο».

Προκειμένου να ενθαρρύνονται οι εργαζόμενοι στην επιλογή της μερικής απασχόλησης ο νόμος (παρ. 12 και 13 της ανωτέρω διάταξης), έχει εισάγει ρυθμίσεις για τη δυνατότητα μετατροπής της σχέσης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης και το αντίστροφο. Εισάγεται έτσι δικαίωμα προτεραιότητας του μερικώς απασχολούμενου για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης καθώς και δικαίωμα του εργαζομένου με πλήρη απασχόληση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση.

Ο εργοδότης δεν μπορεί να τροποποιήσει μονομερώς την κατανομή του χρόνου εργασίας όπως αυτή έχει συμφωνηθεί. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το εδ. 4 της παρ. 3 του άρθρου 38 για την επιβολή μονομερώς συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις όμως που ορίζει η εν λόγω διάταξη και ως μέσο για αποφυγή απολύσεων. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 38 «καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη». Και στην περίπτωση αυτή όμως εάν η πρόταση του εργοδότη δικαιολογείται από οικονομικοτεχνικούς λόγους και για την αποφυγή απολύσεων η καταγγελία που ακολουθεί την απόρριψη της πρότασής του δεν προσκρούει στην απαγόρευση της ανωτέρω διάταξης.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313