Αναμφισβήτητα τα δικαιώματα των εργοδοτών βρίσκονται τις περισσότερες φορές σε σύγκρουση με εκείνα των εργαζομένων. Ειδικότερα, είναι σαφές πως ο εργοδότης δικαιούται να ελέγχει την απόδοση και τη συμπεριφορά των εργαζομένων κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων τους.

Ωστόσο, είναι εύλογη η αντίδραση των εργαζομένων για τις τακτικές παρακολούθησής τους στο χώρο εργασίας. Παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη στάθμισης, αφενός της ανάγκης εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της εκάστοτε εργασιακής σχέσης και αφετέρου, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων.

Το ζήτημα που ανακύπτει γίνεται πολυπλοκότερο, αν λάβουμε υπόψη, την αλματώδη τεχνολογική ανάπτυξη που έχει εισβάλλει σε όλες τις σύγχρονες εταιρείες, οι οποίες χρησιμοποιούν κατά κόρον ηλεκτρονικά συστήματα επικοινωνίας προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητά τους αλλά και να ανταπεξέλθουν στο κλίμα ανταγωνιστικότητας που επικρατεί σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, γεννάται το ερώτημα αν είναι νομικά επιτρεπτή η ηλεκτρονική παρακολούθηση των εργαζομένων, που συνίσταται στη χρήση συστημάτων ελέγχου καθώς και στην παρακολούθηση των ιστοχώρων που επισκέπτονται, των μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και των τηλεφωνημάτων τους.

Ελληνική νομοθεσία
Στην Ελλάδα, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ρυθμίζεται από το Σύνταγμα (άρθρα 9A και 19), από το νόμο 2472/1997 για την προστασία των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και το νόμο 3471/2006 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Υπάρχει, επίσης, η οδηγία 95/46/ΕΚ που αναφέρεται στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία αλλά και με την Ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η χρήση συστημάτων ελέγχου και παρακολούθησης στους χώρους εργασίας είναι επιτρεπτή εφόσον είναι αναγκαία για την ασφάλεια των χώρων αυτών, των προσώπων καθώς και των περιουσιακών αγαθών που βρίσκονται σε αυτούς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρέπει να προβλέπεται η ύπαρξη χώρων που δεν ελέγχονται ούτε παρακολουθούνται. Η συλλογή προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων μέσω της χρήσης αυτών των συστημάτων πρέπει να περιορίζεται στα δεδομένα που σχετίζονται άμεσα με τη σχέση εργασίας και σε καμία περίπτωση με τα προσωπικά στοιχεία ή τις προσωπικές επαφές των εργαζομένων. Ακόμη, τα δεδομένα αυτά πρέπει να είναι ασφαλή από εξωτερικές παρεμβάσεις.

Επιπλέον, η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων που αφορούν τις επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την οργάνωση και τον έλεγχο της διεκπεραίωσης συγκεκριμένης εργασίας ή τον έλεγχο των δαπανών (Οδηγία υπ’αριθμ. 115/2001 της ΑΠΔΠΧ).

Αντίστοιχα, στοιχεία για τις επισκέψεις σε ιστοσελίδες μπορούν να συλλέγονται μόνο μεμονωμένα και κατ’ εξαίρεση και εφόσον υπάρχει υπέρτερο έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας. Η εταιρεία έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν επιτρέπεται στους εργαζομένους να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για προσωπικούς σκοπούς καθώς και το βαθμό στον οποίο αυτό επιτρέπεται.

Εφόσον υπάρχει αυτή η δυνατότητα, θα πρέπει η εργοδότρια εταιρεία να αποφεύγει την παρακολούθηση της συμπεριφοράς και να αρκείται στη χρήση τεχνικών μέσων για τον περιορισμό της πρόσβασης. Με τον υπολογισμό του χρόνου που αφιερώνει ο εργαζόμενος στο ιδιωτικό του δικτυακό ταχυδρομείο ο εργοδότης θα είναι σε θέση να παρακολουθεί το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιεί τον υπολογιστή του για ιδιωτικούς σκοπούς.

Σε κάθε περίπτωση τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων πρέπει να συλλέγονται και να υφίστανται επεξεργασία για σαφείς και συγκεκριμένους σκοπούς, οι οποίοι θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστοί στους εργαζομένους. Δηλαδή, δεν επιτρέπεται η μυστική παρακολούθηση. Επιπλέον απαγορεύεται ο διαρκής έλεγχος με τη μορφή γενικής, συστηματικής και προληπτικής συλλογής.

Τέλος, τα δεδομένα που έχει αποθηκεύσει νομίμως ένας εργοδότης δεν πρέπει να διατηρούνται για περισσότερο από τρεις μήνες. Πάντως, είναι γεγονός ότι η πρόληψη είναι πιο σημαντική από την ανίχνευση παραβατικών συμπεριφορών των εργαζομένων. Γι’αυτό και είναι επιβεβλημένη η τήρηση εκ μέρους των εργοδοτών των γενικών αρχών που ισχύουν σχετικά με την ηλεκτρονική παρακολούθηση.