Tο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ έδωσε χθες στη δημοσιότητα την Ενδιάμεση Έκθεση του 2022 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το α’ εξάμηνο του 2022 το ποσοστό απασχόλησης και το ποσοστό ανεργίας παρουσίασαν σημαντική βελτίωση σε σχέση με το 2021. Το β’ τρίμηνο το ποσοστό απασχόλησης ήταν 60,5%, ενώ το ποσοστό ανεργίας 12,2%. Η αγορά εργασίας έχει ήδη ανακάμψει από το σοκ της πανδημικής κρίσης και δεν φαίνεται να επηρεάζεται, προς το παρόν, αρνητικά από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση και την πληθωριστική έξαρση εκτιμά το Ινστιτούτο. Ωστόσο, τα διαρθρωτικά της προβλήματα παραμένουν κάτι που αποτυπώνεται εν μέρει και στο γεγονός ότι το β’ τρίμηνο του 2022 το ποσοστό απασχόλησης ήταν το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ, ενώ η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας ήταν κατά 22,1% χαμηλότερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Τουρισμός και εστίαση ενισχύουν την αύξηση της απασχόλησης
Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης εντοπίζεται στον κλάδο της παροχής καταλύματος και εστίασης και ακολούθως στο εμπόριο. «Επί της ουσίας ο ιδιωτικός τομέας δημιουργεί θέσεις απασχόλησης σε κλάδους που παράγουν χαμηλή προστιθέμενη αξία, είναι χαμηλής παραγωγικότητας και προσφέρουν χαμηλούς μισθούς» αναφέρεται μεταξύ άλλων.  Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με το Ινστιτούτο, η απασχόληση στον τριτογενή τομέα της οικονομίας έχει ανακάμψει στο επίπεδο του 2008, ενώ η απασχόληση στον δευτερογενή τομέα παραμένει κατά 38% χαμηλότερη από το 2008. Το δ’ τρίμηνο του 2021 και το α’ τρίμηνο του 2022 υπήρξε σημαντική αύξηση της ημιαπασχόλησης, η οποία περιορίστηκε το β’ τρίμηνο του 2022. Το 50% των ημιαπασχολούμενων επιθυμούσε να εργαστεί με πλήρες ωράριο, αλλά δεν μπορούσε να βρει θέση πλήρους απασχόλησης.

Ο κύριος όγκος των υποαπασχολούμενων είναι ηλικίας 30-44 ετών και ακολούθως 45-64 ετών. Η έρευνα εξετάζει και τις εξελίξεις στο θέμα του κατώτατου μισθού και επισημαίνει ότι μετά τις αυξήσεις του το 2022, η Ελλάδα ανήλθε στην 11η θέση από τη 16η στην οποία βρισκόταν το 2021. Η εξέλιξη αυτή κρίνεται θετική, ωστόσο ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας εξακολουθεί να είναι κάτω από το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης. «Η απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού είναι διαρκής όσο αυξάνεται το επίπεδο τιμών και επομένως θα πρέπει να υπάρξει νέα και σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού το 2023» αναφέρει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Τέλος, η προστασία των εργαζομένων στην Ελλάδα από συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι αξιοσημείωτα περιορισμένη, εκτιμά το Ινστιτούτο. «Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με σχετική οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει το ποσοστό κάλυψης των συλλογικών συμβάσεων κατά 54,2 ποσοστιαίες μονάδες» καταλήγει.