Σημείωμα της γράφουσας: «Μα νομίζεις ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο;»
«Ααα, πρέπει να σκληρύνεις, για να πετύχεις στον κόσμο των επιχειρήσεων!»
«Καλά, Κ.Κ.Ε. ψηφίζεις;»

11 πλέον τα κεράκια που σβήνω στην αγορά εργασίας και το δονκιχωτικό σύνδρομο, η αλλεργία προς την απάθεια και η επιθυμία για μια καλύτερη εργασιακή πραγματικότητα, ανεξαρτήτως χρώματος, επιμένουν. Κάπως έτσι γεννήθηκαν και συνεχίζουν να γεννιούνται οι ιστορίες JobBlow (διαβάζεται και ερμηνεύεται κατά βούληση και συνείδηση). Πραγματικά θα ευχόμουν να ήταν ολότελα δημιούργημα της φαντασίας μου. Όμως όλες προέρχονται από υπαρκτά πρόσωπα, από αληθινά περιστατικά του εργασιακού βίου πειραγμένα με μια δόση σουρεαλισμού, χιούμορ, κυνισμού, ίσως και μελαγχολίας...

Κάπου στο Βόρειο Πόλο, λίγες ημέρες πριν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αντί για κάλαντα και γιορτινά τραγούδια, θυμωμένες φωνές ταράζουν την κατάλευκη σιωπή…

– Τι θα πει φέτος θέλετε να πληρωθείτε υπερωρίες και βαρέα ένσημα, αλλιώς δεν πάτε πουθενά; (με ακόμα πιο αναψοκοκκινισμένα μάγουλα)
– Άκουσε να σου πω, Βασίλη… (προτάσσοντας τα κέρατά του)
– Εεεε! (του πέφτει από τα χέρια ο κουραμπιές) Σαν να παραγνωριστήκαμε εδώ πέρα μου φαίνεται. Σκέτο Βασίλη, Ρούντολφ;
– Ναι, σκέτο. (αδιάφορα) Στο τελευταίο meeting που είχαμε με τα υπόλοιπα ελάφια αποφασίσαμε να καταργήσουμε τους τίτλους εξάρτησης και εκμετάλλευσης. Κομμένο το «Άγιε» λοιπόν! Άλλωστε η θρησκεία είναι το όπιο του λαού.
– Αμ, δεν φταίει κανένας άλλος. (πετάγεται από την πολυθρόνα του) Εγώ φταίω που μου ζήτησες πέρυσι δώρο τα Άπαντα του Μαρξ και έσπευσα να εκπληρώσω την ευχή σου.
– Ξύπνησαν οι σκλάβοι, Βασίλη. Το αίτημά μας είναι δίκαιο! (η μύτη του κοκκινίζει επικίνδυνα)
– Σε απόσταση αναπνοής από τη Μεγάλη Βραδιά; Μάλλον σκέτος εκβιασμός είναι.
– Δουλεύουμε χρονιάρες μέρες, μες το κρύο και τ’ αγιάζι, χωρίς διάλειμμα. Και οι απλοί deliverάδες καλύτερης μεταχείρισης τυγχάνουν. (με θυμό)
– Μα εσείς όλο το χρόνο κάθεστε και…

– Τι ξεδιάντροπη ψευτιά! (τον διακόπτει) Εμείς καθόμαστε; Ποιοι μεταφέρουν τα υλικά για την κατασκευή των δώρων, Βασίλη; Ποιοι σε βοηθάνε στη συντήρηση της πολυτελούς ροζ βίλας που έχτισες με το δικό μας ιδρώτα; Ποιοι κουβαλάνε τα ψώνια της μόλις 25 ετών γυναίκας σου, όταν βγαίνει για ώρες στα μαγαζιά; Ποια φτηνά εργατικά πόδια δούλεψαν φέτος στο εργοστάσιο, όταν τα ξωτικά έκαναν απεργία, ζητώντας μονιμοποίηση και συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ανάλογο με τα έτη προϋπηρεσίας;

– Άλλος παραλογισμός κι αυτός! Ξεκάθαρα εποχιακή δουλειά κάνουν! Τι μονιμοποίηση και αηδίες; Άσε που τα περισσότερα ξωτικά είναι πάνω από 100 ετών. Δεν σε καταλαβαίνω. Θες να πέσει έξω η επιχείρηση και να μείνουμε όλοι άνεργοι; (τραβάει τα γένια του)
– Υπερβολές του κίτρινου Τύπου! (ρουθουνίζοντας) Η μονοπωλιακή μπίζνα που έχεις στήσει δεν κινδυνεύει και το ξέρεις.
– Ρούντολφ, το τραβάς! Για μένα αυτό που κάνω δεν είναι επιχείρηση, είναι λειτούργημα… (με βλέμμα όλο αθωότητα)
– Πες τα σε κανέναν άλλον αυτά. Έχω κασέτες με τις συνομιλίες και τις συμφωνίες που κάνεις με μεγάλες διαφημιστικές. Ένα θα σου πω: γνωστό σαλαμάκι που σαρώνει φέτος. Τι έγινε και χλώμιασες; (με σαρκασμό) Έτσι και βγω στα κανάλια, την έκατσες, παππού. (ανάβει πούρο γελώντας)


– Παππού; (κλοτσώντας με νεύρα το σάκο με τα γράμματα) Δεν σε αναγνωρίζω. (αλλάζει ύφος και μετακινείται κοντά του) Ρούντολφ μου, σύνελθε. Εγώ σε έχω σαν παιδί μου τόσα χρόνια…
– Κόψε τις μανατζερίστικες παρόλες, Βασίλη. Είμαστε αμετακίνητοι στη θέση μας. (τραβιέται αποφασιστικά)
– Το bonus που παίρνετε κάθε χρόνο δεν σας φτάνει δηλαδή; (με παράπονο) Άλλα έτσι πάει, τα καλά του εργοδότη τα ξεχνάμε, όταν μας συμφέρει.
– Για ποιο bonus μιλάς; (ετοιμάζει επίθεση με το αριστερό μπροστινό του πόδι) Για τα ψίχουλα που μας αφήνει η Εφορία; Αλλά κι αυτούς θα τους τακτοποιήσουμε! Ετοιμάζουμε δυναμικές κινητοποιήσεις με το νέο έτος μαζί με το σωματείο των ξωτικών.
– Σωματείο;
– Ναι, το ίδρυσαν πρόσφατα. ΞΥΠΝΑ λέγεται. Ξωτικών Υπέρ Πάσης Νίκης Αγώνες. (με περηφάνια)
– Τι ακούω ο Άγιος σήμερα! Μα τα ξωτικά δεν παίρνουν bonus.
– Όχι ακόμα. Περιμένει ο εκπρόσωπός τους έξω να σου πει δυο φωνήεντα επ’ αυτού.

– (απελπισμένος πατάει το κουμπί της τηλεφωνικής ενδοεπικοινωνίας) Μωρό μου, φέρε γρήγορα το χαπάκι για την πίεση.
– Το μωρό μια χαρά το ακούς και το υπακούς, Βασίλη (ειρωνικά). Επιτέλους μάθε να ακούς την ομάδα σου. Μάθε να μας δίνεις κίνητρα. Ως μάνατζερ θέλεις πολλή δουλειά κι έναν έμπειρο coach, για να καταφέρεις να γίνεις ηγέτης. Μην με κοιτάς απορημένος. Παρακολουθώ τους τελευταίους μήνες e-learning MBA πρόγραμμα του North Pole Business School.
– Καλά εμένα, βρε αθεόφοβε, να με πεθάνεις. (παραιτημένος στην πολυθρόνα του) Ρισκάρεις όμως τα παιδάκια να μείνουν χωρίς δώρα φέτος;
– Κόψε το δράμα. Αφενός σίγουρα οι γονείς τους έχουν ήδη πνίξει σε άπειρα δώρα τις τύψεις για τις πολλές ώρες στο γραφείο. Αφετέρου έχουμε sms έτοιμο να φύγει μαζικά. Σκέψου να διαβάσουν τα παιδάκια στα κινητά τους πόσο εκμεταλλευτής είναι ο πολυαγαπημένος τους Άγιος…
– Ούτε εσύ δεν θα έφτανες μέχρι εκεί… (ξαναπατάει ασθμαίνοντας το κουμπί ενδοεπικοινωνίας)
– Θέλεις πραγματικά να μάθεις μέχρι πού μπορώ να φτάσω; (σβήνει το πούρο του με το μπροστινό δεξί του πόδι πάνω στη φλοκάτη).
– Κι εσύ τέκνον, Ρούντολφ;

Η συζήτηση διακόπτεται από το άνοιγμα της πόρτας.
– Να το χαπάκι σου, Μπιλάκο μου. Μα τι έπαθες; (πεταχτή και ανήσυχη) Σε άκουσα αδύναμο στο τηλέφωνο και σου έφερα και λίγο από το σαλαμάκι που μας έστειλαν να δοκιμάσεις. Ρούντολφ, πώς είσαι; Θα μείνεις να φάμε;
– Αχ, μακάρι να μπορούσα, αλλά πρέπει να πηγαίνω. Έχουμε κινητοποίηση για τη Μεγάλη Βραδιά. (χαμογελώντας με νόημα)

Πριν φύγει, σκύβει στο αυτί του πρώην Άγιου, νυν Βασίλη.

– Ψιτ, παππού, και για να μην σου περάσει καμιά άλλη ιδέα από το νου… Αν δεν ικανοποιήσεις πλήρως τα αιτήματά μας, ο μόνος που θα βρεις φέτος πρόθυμος να οδηγήσει έλκηθρο είναι το σαλαμάκι που λέγαμε. Και by the way, για να μην κάθομαι να σου γράφω γράμμα, με τη νέα χρονιά περιμένω και την αύξηση στο δικό μου μισθό που μόλις συμφωνήσαμε!

* and… world peace!