Σημείωμα της γράφουσας: «Μα νομίζεις ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο;»
«Ααα, πρέπει να σκληρύνεις, για να πετύχεις στον κόσμο των επιχειρήσεων!»
«Καλά, Κ.Κ.Ε. ψηφίζεις;»

11 πλέον τα κεράκια που σβήνω στην αγορά εργασίας και το δονκιχωτικό σύνδρομο, η αλλεργία προς την απάθεια και η επιθυμία για μια καλύτερη εργασιακή πραγματικότητα, ανεξαρτήτως χρώματος, επιμένουν. Κάπως έτσι γεννήθηκαν και συνεχίζουν να γεννιούνται οι ιστορίες JobBlow (διαβάζεται και ερμηνεύεται κατά βούληση και συνείδηση). Πραγματικά θα ευχόμουν να ήταν ολότελα δημιούργημα της φαντασίας μου. Όμως όλες προέρχονται από υπαρκτά πρόσωπα, από αληθινά περιστατικά του εργασιακού βίου πειραγμένα με μια δόση σουρεαλισμού, χιούμορ, κυνισμού, ίσως και μελαγχολίας...

Για καφέ με θέα τη θάλασσα…
– Και δεν φοράει καν Prada, ρε συ Λένα. Να πω τουλάχιστον ότι οι υστερίες της ντύνονταν με μια δόση αισθητικής… Η κακόγουστη δευτεράντζα πάει σύννεφο. Και δεν δουλεύω σε περιοδικό περιωπής ούτε μου δίνουν ρούχα μεγάλων σχεδιαστών. Σε μια οικογενειακή ελληνική εταιρεία της πλάκας είμαι που έπιασε δυο δεκάρες πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
– Ε τότε γιατί δεν φεύγεις, βρε πουλάκι μου;
– Και πού να πάω εν τω μέσω κρίσης; Το ξέρουν καλά οι εργοδότες και σε ζορίζουν μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Διώξανε άλλους τρεις από τα κεντρικά την προηγούμενη εβδομάδα και στα καταστήματα ρούχων ο Διευθυντής κάνει και πώληση και ταμείο και αποθήκη και λάντζα. Υπάλληλοι-πολυμίξερ έχουμε γίνει!
– Δύσκολοι καιροί και δεν βλέπω φως στο τούνελ.
– Ούτε εγώ, Λένα. Σκέφτομαι σοβαρά να την κάνω για έξω. Αλλά πού και πώς…

Ακούγεται κινητό να χτυπάει με ringtone το μουσικό θέμα εισόδου του Darth Vader από τον Πόλεμο των Άστρων.
– Ωχ αυτή είναι!
– Κυριακάτικα;;;
– Δεν έχεις καταλάβει μάλλον το μέγεθος των παθών μου. Είναι η 3η φορά που με παίρνει από το πρωί… Ναι, έλα Μάντυ μου (με μελιστάλαχτη φωνή και ύφος λίγο πριν την κατάποση δραμαμίνης) πες μου… Ναι, ναι, ναι! Και βέβαια ναι. Μην ανησυχείς καθόλου.
– Μάντυ;
– Από το Διαμάντω. Μην το ψάχνεις. Άκου τι ήθελε τώρα. Να σκανάρω το ωροσκόπιό της από όλες τις κυριακάτικες εφημερίδες και να της στείλω email μέχρι τις 17.00. Είναι σε κρουαζιέρα στον Αργοσαρωνικό.
– Τι να πω…
– Μην πεις τίποτα. Μήπως να σκανάρω και να της στείλω και τη σύμβασή μου που λέει ότι η θέση μου είναι Marketing Assistant και εργάζομαι πενθήμερο;
– Κρίση, γλυκιά μου. Μην ξεχνάς την κρίση. Εισπνοή – εκπνοή.
– Πάμε, Λένα.  Έχω δουλειές με φούντες και είναι ήδη 15.30!

Τη Δευτέρα η Μάντυ είχε ορίσει σύσκεψη του Τμήματος για τις 08.30. Η ίδια εμφανίστηκε αμέριμνη, με φρεσκοβαμμένα νύχια στις 11.00. Την απώλεια του στρας από τον αντίχειρα του αριστερού της χεριού πλήρωσε με μια κατσάδα η γραμματέας της που της ζήτησε -άκουσον, άκουσον- να βάλει υπογραφές.

– Με ξεφτίλισε μιλάμε (κλαίγοντας). Και κάνει και γιόγκα για διαχείριση του στρες ανάθεμά την. Θα τα βροντήξω και θα φύγω από δω μέσα.
– Ηρέμησε, βρε Πόπη. Δεν την ξέρεις πια;
– Ναι, αλλά κάθε μέρα είναι και μια καινούρια πρόκληση με δαύτην. Δεν βοηθάει και ο Θεός να μείνω έγκυος και να χτυπήσω μια 9μηνη ακινησία να τα δει όλα η φώκια.
– Σσσς! Μείνε έγκυος πρώτα και μετά φωνάζεις όσο θέλεις.
– Λοιπόν, πάω μέσα, για να τις δείξω τις διαφημιστικές προτάσεις για την καταχώριση.
– Κουράγιο!
– Μην ανησυχείς. Την κουλαντρίζω εγώ.
(στο χτύπημα της πόρτας ως απάντηση βαρύγδουπο «μπρος»)
– Καλημέρα, Μάντυ.
– Καλά, ρε Ευαγγελία, πόσο δύσκολο είναι να σκανάρεις σωστά 2 σελίδες; Μου βγήκαν τα μάτια, για να διαβάσω όσα μου έστειλες. Απορώ πώς πήρες τα πτυχία.
(εισπνοή – εκπνοή)
– Και ήταν και σκατά τα ζωδιακά νέα για τον Σκορπιό. Να πεταχτείς στο διάλειμμα να μου φέρεις το «Άστρα και Κάρμα» να δω τι μου γίνεται.
– Έφερα τις προτάσεις για την καταχώριση.
– Επιτέλους! Τόσες μέρες τις περιμένω.
– Μα την Πέμπτη έδωσες την εντολή. Πιο γρήγορα δεν…
– Ποτέ δεν θα καταλάβεις τη φιλοσοφία μου, Ευαγγελία. (με απογοήτευση). Ποτέ… Η λεπτομέρεια και η ταχύτητα κάνουν τον πρωταθλητή. Για αυτό θα μείνεις μια υπάλληλος χωρίς εξέλιξη, μόνιμα στον πάγκο. Αλλά δεν πειράζει και οι βοηθητικοί χρειάζονται.
– Δες τις προτάσεις σε παρακαλώ. (καταπίνοντας έναν λυγμό)
– Απαπα! Τι αίσχος! Τι βαρετές. Κάλεσε αμέσως τον γραφίστα. Να έρθει εδώ ΤΩΡΑ!
– Είναι σε συνέδριο εκτός γραφείου, Μάντυ.
– Και εκτός θα παραμείνει. Πες στο Λογιστήριο να ετοιμάσει την εκκαθάρισή του και να πάει σπίτι του.
– Μα, Μάντυ…
– Δεν έχει μα και ξε-μα. Πεινάνε οι γραφίστες εκεί έξω, θα βρούμε άλλον.
– Μα δεν έχετε προλάβει να μιλήσετε να του πεις ακριβώς τι θέλεις.
– Proactive! Θα έπρεπε να είχε μαντέψει. Ο άχρηστος…
– Μα…
– Φύγε κι εσύ μην ξεσπάσω πάνω σου. ΦΥΓΕ! (φοβερά εκνευρισμένη).


Βγαίνει έξω, πέφτει στην αγκαλιά της γραμματέως και ξεσπάει σε κλάματα.
– Αχ, καλά που την κουλαντρίζεις κι εσύ. Η παλιό Κρουέλα…
– Και… μόλις (με λυγμούς) απέλυσε και τον Κώστα.
– Ιησούς Χριστός νικά! Καλά, θα γίνει χαμός μόλις του το πουν. Δεν μασάει αυτός με τέτοια.
(ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Κρουέλα)
– Πόπη, το τσάι που άφησες στο γραφείο μου δεν… Καλά τι κλαις εσύ σαν γυναικούλα; Είσαι σε επαγγελματικό χώρο, για μαζέψου σε παρακαλώ. Λοιπόν, το τσάι μου δεν είναι σίγουρα αυτό το πράσινο που παίρνουμε από το βιολογικό κατάστημα. (με ανακριτικό ύφος)
– Έχεις δίκιο, Κρουέλα… (χάνει τα λόγια της λίγο πριν το εγκεφαλικό) Μάντυ, Μάντυ μου!
– Κρουέλα;;;
– Δεν είπα αυτό… Αυτό που… (ψελλίζοντας κατακόκκινη)
– Άκυρη η απόλυση του Κώστα. Σε 10 λεπτά να έχεις φύγει εσύ, Πόπη. Όπως είσαι. Ευαγγελία, αναβαθμίζεσαι σε διπλό ρόλο. Είσαι και Προσωπική Βοηθός μου πια.
– Μα…
– Πάλι μα; Θέλεις να φύγεις με την Πόπη;
– Όχι…
– Χμ… Γρήγορα στο βιολογικό να πάρεις green tea με άρωμα ginger. Κόψε τιμολόγιο στην εταιρεία. Και γυρνώντας σταμάτησε στο pet shop να πάρεις το σαμπουάν για τις ανταύγειες της Κλεοπάτρας. Ακόμα κλαις;
– Όχι, Μάντυ. Πάω αμέσως. (ρουφώντας τη μύτη της και κοιτώντας ενοχικά την Πόπη να αδειάζει το συρτάρι της) Αλήθεια πού είναι η Κλεοπάτρα σήμερα;
– Παναγία μου! Πού την άφησα την κουκλίτσα μου;
– Μην ανησυχείς, Μάντυ, είμαι σίγουρη ότι ίσα-ίσα που θα ένιωσε τις ρόδες του φορτηγού. Και μετά θα είδε ένα ήρεμο, λευκό φως… (καγχάζοντας η Πόπη)
– ΦΥΓΕ, χαιρέκακο πλάσμα! Έξω! Θεέ μου, πού την άφησα;
– Μάντυ, ηρέμησε και προσπάθησε να θυμηθείς. Πότε την είδες τελευταία φορά;
– Στο πεντικιούρ! Την ξέχασα στο σαλόνι αισθητικής. Πάρε τηλέφωνο αμέσως! Μάλλον όχι…πήγαινε να την πάρεις τώρα!!!
Μισή ώρα μετά η Ευαγγελία και η γάτα της Βεγγάλης με το όνομα Κλεοπάτρα βρίσκονταν μέσα σε ταξί, μποτιλιαρισμένες στη Μητροπόλεως.
– Αχ, ρε Κλεοπάτρα. Αν μπορούσες να μιλήσεις κι εσύ ποιος ξέρει τι θα έλεγες…
Πήγε να τη χαϊδέψει, αλλά η γάτα τη γρατζούνισε.
– Απαπα!
– Εμένα πάντως, κοπελιά, (ο ταρίφας, κοιτώντας τα πόδια της από το καθρεφτάκι) αυτό το ζωντανό με φοβίζει. Μήπως να σταματήσουμε για έναν καφέ να πάρεις μια ανάσα; Ακινητοποιημένοι είμαστε που είμαστε…
– Εγώ θα έπρεπε να σε φοβίζω πιο πολύ. (βάζοντας τις φωνές) Κοίτα χριστιανέ μου μπροστά σου και παράτα μας.
– Αγριόγατα και η κυρία…μου αρέσει!
– Μα το Θεό, θα κατέβω τώρα! (πιάνοντας την πόρτα)
– Καλά, κοπελιά, ένα κομπλιμέντο κάναμε.

Όταν έφτασαν στο γραφείο η Πόπη είχε φύγει από ώρες και η Μάντυ μάλωνε με τον Κώστα.
– Μου μιλάς εσύ για καλαισθησία; Με τι γούστο; Εγώ δουλεύω 20 χρόνια, έχω πάρει τόσα βραβεία.
– Δεν είσαι αρκετά καλός και δημιουργικός για εμάς όμως, Κώστα. Ίσως πέρασε πια η μπογιά σου…
– Τι να σου πω…Να προσπαθήσω να σου μιλήσω για Τέχνη είναι σαν να προσπαθώ να μάθω σε έναν κροκόδειλο να τρώει με μαχαίρι και πιρούνι.
– Πώς τολμάς;;; (κατακόκκινη)
– Η αλήθεια πονάει έτσι;
Εν ριπή οφθαλμού η Μάντυ βουτάει το χαρτοκόπτη και του τον καρφώνει στο χέρι.
– Βοήθειαααα! Είναι παρανοϊκή. (κραυγή πόνου)
– Για να δούμε ποιος πονάει τώρα. Χα!
– Βοήθεια, Ευαγγελία, φώναξε την αστυνομία. (σε απόγνωση)
– Φώναξε την αστυνομία, Ευαγγελία, και πέρνα και από τον ΟΑΕΔ ευθύς αμέσως. (με τρελή χαρά).

Η Ευαγγελία στήλη άλατος, ανίκανη να κάνει οτιδήποτε. Όταν σαν από μηχανής θεός προέβαλε ο Οικονομικός Διευθυντής και ξάδερφος της αιμοσταγούς…δολοφόνου.
– Μα τι φωνές…Παναγία μου! Μάντυ!
Τρέχει, βγάζει τον χαρτοκόπτη και πιάνει τα χέρια της αλαφιασμένης Μάντυ.
– Τηλεφώνησε στον γιατρό μας, Ευαγγελία αμέσως.
– Θα σε σύρω στα δικαστήρια, μωρή, θα σαπίσεις μέσα (ορμώντας να τη χτυπήσει με το άλλο χέρι ο Κώστας).
Φυσικά, στον απατηλό κόσμο των business, όπου οι μνήμες είναι μάλλον βραχυπρόθεσμες και οι φιλίες «άρρηκτες», λίγες μέρες μετά, το περιστατικό είχε ήδη ξεχαστεί. Τι είχε μεσολαβήσει; H μεταφορά ενός παχυλού ποσού σε λογαριασμό του Κώστα, η πλήρης κάλυψη των νοσηλίων του και μια μικρή μηνιαία αύξηση στο μισθό της Ευαγγελίας.


Στο τηλέφωνο στη ζούλα, 10 μέρες μετά…
– Πώς πας κοριτσάκι μου;
– Καλύτερα, Λένα. Από τότε που της ξανάγραψε ο γιατρός τα Zanax ηρέμησε. Το μάτι συνεχίζει να γυαλίζει, αλλά δείχνει ήσυχη, γαλήνια. Και παίζει συνέχεια ΤΖΟΚΕΡ. Κόψαμε τα ζώδια και το ρίξαμε στον τζόγο.
– Να προσέχεις και να μην μένεις ως αργά μόνη μαζί της.
– Εννοείται!

– Ευαγγελία μουυυυ, έλα λίγο στο γραφείο. (μελιστάλαχτα)
– Ωχ, με φωνάζει. Κλείνω, κλείνω!

Την υποδέχεται χαμογελαστή στο γραφείο.
– Θα πεταχτείς σε παρακαλώ μέχρι το βιολογικό για τσάι; Και πέρνα από το προπατζίδικο να δεις και αυτά τα δελτία (και βγάζει από το συρτάρι ένα πάκο δελτία).
– Μα καλά…πόσα συμπληρώσατε;
– Ααα, αρχίσαμε πάλι τα μα; Κοιτά, καλό είναι το Zanax αλλά δεν κάνει και θαύματα. Μην τα πάρω στο κρανίο τώρα! (και η παλιά Μάντυ είχε κάνει δυναμικό comeback).
– Φεύγω αμέσως!

Το προπατζίδικο ήταν άδειο και ο ιδιοκτήτης έπιασε αμέσως δουλειά.
– Ακόμα δεν έχει βρεθεί ο υπερ-τυχερός πάντως, κοπελιά. Φαίνεσαι καλός και βασανισμένος άνθρωπος, στο εύχομαι.
– Μπα, την ξέρω εγώ την τύχη μου… (πεσμένη)
– Μην το λες! Κι αν σου κάτσει; (γελώντας).

Είχαν περάσει 45 λεπτά, όταν ο ιδιοκτήτης αναφώνησε…
– Κοπελιά κέρδισες! Κέρδισες 1.000.000 ευρώ!
– Ορίστε;
– Κέρδισες, παιδί μου! ΚΕΡΔΙΣΕΣ!!! (και πετάχτηκε όρθιος χειροκροτώντας)
– Μα ξέρετε…
– Τι μα; Δεν έχει μα!

Και με τη λέξη-κλειδί «μα» γύρισε το ματάκι της Ευαγγελίας και αναφώνησε όλο χαρά…
– Καλέ κέρδισα! Εγώ κέρδισα!!! ΚΕΡΔΙΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!
Εκείνη την ημέρα η Ευαγγελία δεν γύρισε στο γραφείο ούτε την επόμενη ούτε την μεθεπόμενη. Έχοντας βρει το πού και πώς της για το εξωτερικό, θεώρησε πρέπον να στείλει ένα μήνα μετά ένα δεματάκι χωρίς αποστολέα στην Μάντυ. Περιείχε ένα post it που έγραφε «Μα αφού κέρδισα;», ένα χαρτοκόπτη και ένα κουτάκι Zanax.

* Στην Μ. που ακόμα τρέχει κάθε μέρα στο προπατζίδικο, αναζητώντας το δικό της πού και πώς.