Σε μία ενοποιημένη Ευρώπη και στo πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου επιχειρηματικού κόσsμου, ποιες είναι αυτές οι γνώσεις που οφείλουμε να διαθέτουμε τόσο ως οργανισμοί, όσο και ως εργαζόμενοι για να παραμένουμε ανταγωνιστικοί;

Η παγκοσμιοποίηση, παιδί εννοιολογικά του Theodore Levitt και κύριο μέσο έκφρασης των υποστηρικτών του «laissez-faire» καπιταλισμού, είναι σαφές ότι έχει θέσει τις δικές της βάσεις τόσο στον εσωτερικό τρόπο λειτουργίας των εταιρειών, όσο και στον τρόπο συναναστροφής της με τους εξωτερικούς παράγοντες.

Η παγκοσμιοποίηση ώθησε τις επιχειρήσεις και τα κράτη ανά τον κόσμο να γίνουν περισσότερο εξωστρεφείς και προσαρμόσιμοι σε ότι αφορά τους συνεργάτες τους και τις αλλαγές που επιφέρει η δυναμική ενός τέτοιου φαινομένου κοινά αποδεκτού από την πλειοψηφία, με την προοπτική δημιουργίας μίας παγκόσμιοποιημένης αγοράς.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο όρος παγκοσμιοποίηση χωρίζεται σε πέντε επίπεδα: τη βιομηχανική παγκοσμιοποίηση (πολυεθνικές εταιρείες), τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση (παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές), την πολιτική παγκοσμιοποίηση, την παγκοσμιοποίηση της πληροφόρησης και της τεχνολογίας και τέλος την πολιτισμική παγκοσμιοποίηση.

Απόδειξη της τάσης αυτής είναι η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και ένα πλήθος άλλων στα χρόνια που ακολούθησαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε όλες αυτές τις εκφάνσεις του πολυπολιτισμικού φαινομένου και της όλης προσπάθειας ώστε τα θέματα να εξετάζονται με γνώμονα το διεθνές «καλό», καθίσταται αναγκαία η δημιουργία ή η υιοθέτηση ενός κοινά αποδεκτού κώδικα ή καλύτερα γλώσσα επικοινωνίας για να αποτελέσουν όλοι μέλος μίας «global civil society».

Do you speak English?
Η σύγχρονη αγγλική γλώσσα αρκετές φορές είναι σε θέση να χαρακτηρίζεται ως η πρώτη παγκόσμια lingua franca, επειδή διευκολύνει την επικοινωνία των ατόμων από διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες, καθώς είναι εκτενώς διαδεδομένη και ευρέως κατανοητή. Έχει κατακτήσει τον τίτλο της «διεθνούς γλώσσας» στους τομείς των επικοινωνιών, του διαδικτύου, των επιχειρήσεων και της πολιτικής.

Κατέχει τη δεύτερη θέση ως μητρική γλώσσα και την πρώτη θέση ως ξένη γλώσσα με ποσοστό 51%. Αφετηρία αυτής της τεράστιας εξάπλωσης και αποδοχής της, υπήρξε η ίδρυση των αποικιών και ακολούθως η ανάδειξη των ΗΠΑ, η πλειοψηφία των οποίων έχει ως μητρική γλώσσα την αγγλική, σε υπερδύναμη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η γνώση της αγγλικής να καταστεί απαραίτητη σε ένα ευρύ εργασιακό φάσμα, ενώ σε πολλές χώρες που δεν αποτελεί την επίσημη γλώσσα, να είναι απαραίτητη ως προσόν για την εξεύρεση εργασίας. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό όπου πάνω από μισό δισεκατομμύριο ανθρώπων σε όλο τον κόσμο να τη μιλούν τουλάχιστον σε βασικό επίπεδο.

Εκπαίδευση
Οι ξένες γλώσσες και η χρήση τους στη γραπτή και προφορική επικοινωνία αποτελούν «διδακτέα ύλη» για όλους. Για τα στελέχη που το επιθυμούν μπορούν να γίνουν δεξιότητες επίκτητες μεν, ζωτικής σημασίας δε, για την επιτυχή σταδιοδρομία τους μέσα και έξω από την εταιρεία.

Είναι μία δεξιότητα στην οποία μπορούν να «επενδύσουν» τόσο οι ίδιοι, όσο και οι εταιρείες τους με άμεση «απόδοση» τουλάχιστον σε ψυχολογικούς όρους. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα, η εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι συνυφασμένη με την ιδιωτική εκπαίδευση.

Δεδομένου της ύπαρξης ενδιαφέροντος και θέλησης από την πλευρά του ατόμου και της εταιρείας, όπως επίσης και ύπαρξης του διαθέσιμου χρόνου φυσικά, η επιλογή του εξωτερικού μας συνεργάτη ως προς την εκμάθηση είναι αρκετά σημαντική. «Ο όγκος των πληροφοριών και των αυθεντικών κειμένων που διατίθενται πια στο διαδίκτυο είναι τεράστιος ενώ παράλληλα είναι έντονη η στροφή των μεγάλων εκδοτικών οίκων ξενόγλωσσων βιβλίων στα βιβλία εκμάθησης ορολογίας» αναφέρει η Χαρά Μαρτζούκου, Director of Business, Benefit Language Programmes & Services και συνεχίζει «Οι συνθήκες αυτές σε συνδυασμό με τη στενή συνεργασία με την ίδια την εταιρεία για την παροχή αυθεντικού υλικού προς επεξεργασία μας επιτρέπουν να δημιουργούμε για το κάθε πρόγραμμα από το μηδέν ένα ξεχωριστό syllabus, έτσι ώστε να καλύπτεται πλήρως η σχετική ορολογία και να περιγράφονται αναλυτικά οι αντίστοιχες διαδικασίες και εφαρμογές».

Η εποχή μας άλλωστε, αποδεικνύεται εξαιρετικά απαιτητική προς όλες τις κατευθύνσεις γι’ αυτό το λόγο μεγαλύτερη ευελιξία, προσαρμογή και επιπρόσθετα προσόντα ή ταλαντούχα στελέχη, μας βοηθάνε να αναπτύξουμε ένα είδος «άμυνας» απέναντι σε αυτές τις αλλαγές.


Έλληνες και γλωσσομάθεια
Σε μία τόσο μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονά τουριστική και με ανεπτυγμένο εμπόριο, η εκμάθηση μίας τουλάχιστον ξένης γλώσσας φαντάζει υποχρεωτική και θεωρείται απαραίτητο εργαλείο για κάθε έλληνα επαγγελματία. Απόδειξη κατανόησης αυτής της ανάγκης είναι το μεγάλο ποσοστό γλωσσομάθειας που εμφανίζουν οι Έλληνες.

Θα μπορούσε αρκετά εύκολα να θεωρηθεί εθνικό μας «χόμπι» καθώς στην Ελλάδα μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά της. Το 44,8% των Ελλήνων, ηλικίας 25-64 ετών δηλώνει ότι μιλάει μία ξένη γλώσσα, με 35,7% τον αντίστοιχο μέσο όρο των υπόλοιπων κρατών-μελών, ενώ το 21,9% δήλωσε ότι μιλάει δύο ή περισσότερες ξένες γλώσσες σύμφωνα με έρευνα του Ευρωβαρόμετρου.

Από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά μαθητών που διδάσκονται τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα καταγράφονται στην Ελλάδα (92%), η οποία ακολουθείται από την Ιταλία (74%) και την Ιρλανδία (73%). Όλο αυτό αναδεικνύει και ενδυναμώνει την ακόλουθη φιλοσοφία που θέλουν τους Έλληνες να παρουσιάζουν μία σχετική ευκολία στην εκμάθηση.

Ένας λόγος που συμβάλει επιπλέον σε αυξημένα επίπεδα γλωσσομάθειας, είναι το κατά πόσο η μητρική γλώσσα είναι διαδεδομένη σε παγκόσμιο επίπεδο και δεδομένου ότι τα ελληνικά είναι μία δύσκολη γλώσσα συγκριτικά με άλλες.

Επιπρόσθετα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι συνολικά στην Ευρώπη γίνεται μία εντεινόμενη προσπάθεια για την εκμάθηση ξένων γλωσσών θέτοντας την ως προτεραιότητα και θεσπίζοντας μία σειρά οδηγιών, κανονισμών και προγραμμάτων για την υποστήριξη της. Το 2001 μάλιστα καθιέρωσε την 29η Σεπτεμβρίου, ως ημέρα γλωσσών.

Τέλος θα μπορούσαμε να κάνουμε μνεία στα θετικά της γλωσσομάθειας και με ιατρικό υπόβαθρο, όπως λόγου χάρη ότι αποτελούν «αντίδοτο» της άνοιας έχοντας επιπρόσθετες ευεργετικές συνέπειες στον εγκέφαλο του ατόμου.

Επιχειρήσεις
Καθώς οι επιχειρήσεις καταβάλουν προσπάθειες να ενταχθούν στους κόλπους μίας παγκόσμιας αγοράς ώστε να αποτελέσουν μέρος της και ίσως να διεκδικήσουν κάποιο μερίδιο της ζήτησης για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, αυτομάτως οφείλουν να είναι πιο εξωστρεφείς και να συμβαδίζουν με το εταιρικό προφίλ που επιθυμούν να υιοθετήσουν.

Αυτό αποτυπώνεται αρχικά στη διάθεσή τους για εναγκαλισμό ξένων συνεργατών, προϋποθέτοντας μία σειρά από αλλαγές τόσο σε εσωτερικό, όσο και εξωτερικό επίπεδο. Απαιτούνται νέες προτεραιότητες και προσεγγίσεις όσον αφορά την εμπορική και εργασιακή πολιτική που θα εφαρμόσουν πιστά, έτσι ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα τους και να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες που δημιουργούνται από το παγκόσμιο αυτό οικονομικό άνοιγμα.

Απόρροια των προαναφερόμενων είναι η ανάγκη ενός κοινού κώδικά επικοινωνίας. Πολλές είναι οι εταιρείες οι οποίες έχουν προχωρήσει σε συγχωνεύσεις, εξαγορές ή ακόμα έχουν δημιουργηθεί εξαρχής με σκοπό να λειτουργήσουν ως υποκατάστημα-θυγατρική κάποιας ξένης εταιρείας. Πώς επικοινωνούν όμως τα στελέχη και πώς δίνουν αναφορές στους εξωτερικούς τους συνεργάτες;

Επικοινωνία στα αγγλικά, είναι συνήθως η απάντηση δεδομένου ότι η γλώσσα αυτή έχει καθιερωθεί ως η κατεξοχήν επαγγελματική. Επομένως η άπταιστη κατανόηση και χρήση της από μέρους των στελεχών είναι σημαντική για την όποια πορεία του οργανισμού.

Ένας άλλος παράγοντας που συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αγορά εργασίας, με τη νοητή «κατάργηση» των συνόρων μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μέσω της παγκοσμιοποίησης στο αντίστοιχο παγκόσμιο. Την προσφορά εργασίας την καθορίζει πλέον το ενεργό ανθρώπινο δυναμικό, όχι αποκλειστικά της χώρας στην οποία ανήκει η έδρα της εταιρείας, αλλά και το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό άλλων χωρών, γειτονικών ή μη.

Άλλωστε η μετακίνηση στελεχών είναι πλέον σύνηθες φαινόμενο και πολλές φορές ακολουθείται από τυχόν σπουδές στο εξωτερικό και στη συνέχεια απορρόφηση από την αγορά της εκάστοτε χώρας όπου πραγματοποιούνται.

Άλλα προσόντα;
Αρκετές είναι οι επιχειρήσεις που στρέφονται σε καινούργιες αγορές είτε για να καλύψουν κάποιο διαφαινόμενο «κενό», είτε γιατί θεωρούν ότι μπορούν να είναι πιο ανταγωνιστικοί σε κάποιο τομέα ο οποίος εμφανίζει κάποια δυναμική και εξέλιξη σύμφωνα με τα ισχύοντα δεδομένα.

Συνεπώς καλούνται να προωθήσουν τις υπηρεσίες τους σε καταναλωτές που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα αφού απευθύνονται ουσιαστικά σε κάποια άλλη αγορά. Σε αυτή την περίπτωση στελέχη τα οποία μιλούν άπταιστα ή σχετικά καλά τη γλώσσα της χώρας στην οποία επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους, αποδεικνύονται πολύτιμοι συνεργάτες του οργανισμού.

Αυτό ενισχύεται και από τη διαπίστωση ότι αρκετές είναι οι φορές που πολύγλωσσα άτομα συνθέτουν τη «ναυαρχίδα» μιας επιχείρησης. Ένας ακόμη παράγοντας που ωθεί τις επιχειρήσεις να αναζητούν προσωπικό με γνώση ξένων γλωσσών ή ακόμη πιο σύνηθες φαινόμενο να εκπαιδεύουν το ανθρώπινο δυναμικό που ήδη διαθέτουν, αποτελεί η συνεργασία σε επίπεδο προμηθευτών με άλλες χώρες, όπου εμφανίζεται η ανάγκη υπογραφής συμβάσεων σε άλλη γλώσσα.

Όλα αυτά συμβάλλουν αναμφισβήτητα στη δημιουργία μίας ανάγκης όπου η διαπραγμάτευση σε κάθε επίπεδο συνεργασίας απαιτεί τουλάχιστον κάποιο βασικό επίπεδο γνώσεως τυχόν επιθυμητής για τον οργανισμό ξένης γλώσσας.

Η διαπραγμάτευση για το κόστος, τις διαδικασίες και η ανάλυση της αγοράς του ενδιαφέροντός τους (εργασίας, ζήτησης ή προσφοράς αγαθών) δεν επιδέχεται διαμεσολάβηση ανάμεσα στους συμβαλλόμενους και ειδικά λόγω κάποιας ανεπάρκειας σε γνωστικό επίπεδο μίας γλώσσας, διαφορετικής από την εκάστοτε μητρική.

Συμπερασματικά λοιπόν εκτός από την εκμάθηση των πιο δημοφιλών γλωσσών από τους Έλληνες και όχι μόνο (Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Γερμανικά) επιδιώκεται και η μάθηση γλωσσών που θα αποτελέσουν αναμφισβήτητα εργαλεία της δουλειάς τους.


Απαραίτητο εργαλείο
Η γλωσσομάθεια έχει αυξηθεί γεωμετρικά τις τελευταίες δεκαετίες. Μεγάλο μέρος των επαγγελμάτων απαιτεί «καλή» γνώση κάποιας δεύτερης γλώσσας. Το επικοινωνιακό περιβάλλον κατακλύζεται από ξένες γλώσσες.

Επομένως η ένταξη και κατ’ επέκταση η εκμάθηση των γλωσσών αυτών, αγγλικά εν προκειμένω σε πρώτη φάση, έρχεται θα λέγαμε φυσικά. Το διεθνές περιβάλλον της εργασίας έχει επιβάλλει τα δικά του απαιτούμενα χαρακτηριστικά-προσόντα για να ενταχθεί κάποιος στο ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας ή να εξελιχθεί εντός αυτής ώστε να συνεχίσει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της.

Η γλωσσομάθεια εντέλει παραμένει «κλειδί» για την επαγγελματική επιτυχία, ιδιαίτερα στην Ευρώπη όπου η γνώση και η ευχέρεια περισσότερων των δύο γλωσσών συνιστά σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την επιλογή ενός στελέχους. Συνήθως οι επιχειρήσεις θέτουν ως πρώτη επιλογή ξένης γλώσσας την αγγλική, χωρίς όμως να μην αξιολογείται θετικά και η γνώση άλλων γλωσσών.

Οι κλάδοι στους οποίους απαιτείται περισσότερο η επικοινωνία σε διαφορετικές γλώσσες, πέραν της μητρικής είναι των καταναλωτικών προϊόντων, του λιανικού εμπορίου, των τεχνολογιών και της παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών. Αναφορικά με τα καθήκοντα, η γλωσσομάθεια απαιτείται κατά προτεραιότητα από τα στελέχη του marketing και των πωλήσεων και εν συνεχεία από όλες τις βαθμίδες του ανθρώπινου δυναμικού.

Για το συγκεκριμένο θέμα η Χ. Μαρτζούκου εξηγεί «Πλέον, δεδομένων των συνθηκών, ακόμη και “παραδοσιακές” ελληνικές εταιρείες στηρίζουν την ανάπτυξή τους στην εκπαίδευση των εργαζομένων τους στις ξένες γλώσσες, οπότε η επιλογή εκπαίδευσης δεν εξαρτάται από το αντικείμενο της επιχείρησης αλλά από τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες».

Benefits ή les avantages…
Οι εταιρείες που αναπτύσσουν ένα πολυεθνικό προφίλ είτε μέσω της πρόσληψης ενός αλλόγλωσσου, είτε μέσω συνεργασίας με τη «μητρική» εταιρεία, είτε ακόμη μέσω της ανάγκης εσωτερικής επικοινωνίας σε άλλη γλώσσα, αποζητούν κάποιο επιπρόσθετο όφελος.

Συνήθως αυτή η ανάγκη καλύπτεται με εσωτερική εκπαίδευση των στελεχών που εντάσσονται ήδη στο ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας, καθώς διαθέτουν την εταιρική κουλτούρα και την απαραίτητη αφοσίωση στον στρατηγικό της σκοπό. Τα οφέλη ύπαρξης στελεχών που έχουν λάβει εκπαίδευση ως προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι αρκετά και είναι στενά συνδεδεμένα με την εταιρική επιτυχία.

Αρχικά βελτιώνεται η επικοινωνία προς και από την αγορά, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε κάποια ξένη αγορά. Αυξάνονται οι διαπραγματευτικές ικανότητες σε κάθε επίπεδο και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Χ. Μαρτζούκου «Την ίδια στιγμή η άρτια χρήση κοινής γλώσσας στις διαπραγματεύσεις και τις συνεργασίες καλλιεργεί, τόσο συνειδητά όσο και υποσυνείδητα, το κλίμα εμπιστοσύνης και καλής θέλησης που θέλουμε να εξασφαλίσουμε για τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο του σήμερα».

Σε γενικές γραμμές η γλωσσομάθεια επιδρά θετικά στην ψυχολογία του στελέχους τονώνοντας την αυτοπεποίθησή του, με ευεργετικά αποτελέσματα κατ’ επέκταση και στην ίδια την εταιρεία. Συμβάλει στην πνευματική καλλιέργεια του ατόμου διευρύνοντας τους κοινωνικούς του ορίζοντες και προωθώντας την περαιτέρω ανάπτυξη της κριτικής του ικανότητας.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι εμφανίζει μία πιο ολοκληρωμένη επιστημονική κατάρτιση αφού με αυτό τον τρόπο έχει πρόσβαση και σε ξένη βιβλιογραφία. Τέλος, έρχεται έστω και με αυτόν το νοητό τρόπο σε επαφή με άλλους λαούς και πολιτισμούς διευρύνοντας έτσι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζει τα θέματα που του προκύπτουν ξεφεύγοντας από την αποκλειστική και στείρα αναγωγή τους στα δεδομένα της χώρας του.

Σύμφωνα με έρευνα του York University, όσοι μιλούν δύο και πλέον γλώσσες αποδεικνύονται ικανότεροι στην εναλλαγή εργασιών και στην εστίαση της προσοχής τους σε μία εργασία. Άλλωστε πέρα από τα άμεσα οφέλη που μια εταιρεία μπορεί να αποκομίσει από τα στελέχη της, επιπρόσθετα επιτυγχάνει κάποια θετική προώθηση του ονόματός της προσελκύοντας τελικά ταλαντούχους υποψηφίους από αυτό το πολυεθνικό προφίλ της.

Η ιστορία είναι «πολύγλωσση»
Καθ’ όλη τη διάρκεια και εξέλιξη της ιστορίας πολλές ήταν εκείνες οι φορές που η υιοθέτηση μίας κοινής γλώσσας και ενός κοινού κώδικά επικοινωνίας έκανε την εμφάνισή της ως επιτακτική ανάγκη για την ομαλή λειτουργία του συνόλου.

Πολλές φορές η επικοινωνία μεταξύ λαών, διαφορετικών εθνών, που δεν μοιράζονταν την ίδια μητρική γλώσσα έθεσε τις βάσεις για την εισαγωγή μίας βοηθητικής, δεύτερης πιθανότατα γλώσσας. Σημαντικό παράδειγμα απόδειξης της εντεινόμενης αυτής ανάγκης ήρθε με την έλευση της αποικιοκρατίας.

Στο πλαίσιο του έντονου επεκτατισμού τον 15ο αιώνα, κυρίως από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις καθιστώντας τις αποικίες ως άμεσο αποδέκτη της γλώσσας του «κατακτητή». Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε ιστορικά όταν εμφανίστηκαν ως κοινή διάλεκτος αποδοχής τα Κοινά Ελληνικά, τα Λατινικά και τα Γαλλικά κατά τηνπερίοδο ακμής των αντίστοιχων κρατών – πολιτισμών.

Πολλές φορές όμως καταβλήθηκε η προσπάθεια δημιουργίας και όχι υιοθέτησης, μίας κοινής διαλέκτου, η οποία σκοπό είχε να καλύψει κάποιες ανάγκες στην επικοινωνία σε διεθνές επίπεδο, να αποτελέσει μία συμπληρωματική γλώσσα και όχι να αντικαταστήσει τις αντίστοιχες μητρικές.

Οι πρώτες πλήρως αναπτυγμένες τεχνητές γλώσσες που γνωρίζουμε, καθώς και οι πρώτες τεχνητές γλώσσες που επινοήθηκαν κυρίως ως βοηθητικές γλώσσες, εμφανίστηκαν τον 19ο αιώνα με πρώτη τη Σολρεσολ (του Francois Sudre-1827) γνωστή αλλιώς και ως «μουσική γλώσσα», η οποία βασιζόταν σε μουσικές νότες.

Ακολούθησαν πλήθος γλωσσών που προσπάθησαν να λάβουν διεθνή αναγνώριση με εμβληματική παρουσία αυτή της Εσπεράντο (1887), η οποία αποτέλεσε την πλέον δημοφιλή τεχνητή γλώσσα και τέλος την Ιντερλίνγκουα (Διεθνής Ένωση Βοηθητικών Γλωσσών-1951) όπου και αποτέλεσε ένα μεγάλο πρόταγμα για την ανακάλυψη ενός κοινού Ευρωπαϊκού λεξιλογίου.


Viewpoint
Γλωσσική στρατηγική: προστιθέμενη αξία

Ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης της ενιαίας αγοράς και της αυξημένης κινητικότητας μέσα στην ΕΕ και γενικότερα της παγκοσμιοποίησης, η πρόκληση της πολυγλωσσίας, αποκτά νέα δυναμική, πράγμα που δεν είναι πουθενά περισσότερο ορατό απ’ ότι στη διαγλωσσική και τη διαπολιτισμική επικοινωνία.

Σήμερα, ομιλούνται και χρησιμοποιούνται στα εδάφη των κρατών μελών πάνω από 450 διαφορετικές γλώσσες. Η γλώσσα είναι μέσο επικοινωνίας, αλλά είναι επίσης και σημαντική πτυχή της προσωπικής, κοινωνικaής και πολιτιστικής ταυτότητας.

Επίσης, η επικοινωνία σε ξένες γλώσσες, θεωρείται ως μία από τις βασικές ικανότητες αναγκαίες για την προσωπική ολοκλήρωση του ανθρώπου, την κοινωνική συνοχή και την απασχολησιμότητα στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της Γνώσης και της Πληροφορίας.

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών ενισχύει την προσοχή, την αντίληψη, τη μνήμη, τη συγκέντρωση, τη διαμόρφωση εννοιών, την κριτική σκέψη, την επίλυση προβλημάτων και την ικανότητα ομαδικής εργασίας. Επιπλέον, αυτά τα οφέλη τα οποία αποκομίζει ο κάθε άνθρωπος, έχουν μεγάλη σημασία και για την ευημερία των επιχειρήσεων και της κοινωνίας, σε όλα τα επίπεδα.

Μελέτες σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ αποδεικνύουν συνεχώς, ότι οι επιχειρήσεις που ακολουθούν συνεπή γλωσσική στρατηγική, αυξάνουν τον κύκλο εργασιών τους κατά 10-25%. Μια επιτυχημένη γλωσσική στρατηγική μπορεί να ξεκινήσει με μικρές αλλαγές, όπως πρόσληψη προσωπικού με αποδεδειγμένες γλωσσικές δεξιότητες, μιας και στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο των επιχειρήσεων οι δεξιότητες διεθνούς επικοινωνίας αποτελούν ουσιαστικό πλεονέκτημα.

Η διοργάνωση σεμιναρίων εκμάθησης γλωσσών για το προσωπικό και ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σχέδιο εκμάθησης ξένων γλωσσών, ενισχύει τη διαπολιτισμική ικανότητα και επικοινωνία και διευρύνει τους ορίζοντες και τη δέσμευση του προσωπικού.

Η συνεργασία με επαγγελματίες μεταφραστές και διερμηνείς βελτιώνει την ποιότητα και την εικόνα της γραπτής και προφορικής επικοινωνίας της επιχείρησης. Η μετάφραση του website ή του υλικού προώθησης της επιχείρησης, διευρύνει τους ορίζοντές της.

Σε μετοχικά σχήματα με επιχειρήσεις του εξωτερικού, η ενθάρρυνση τακτικών συνεργιών μεταξύ θυγατρικής εταιρείας και μετόχου σε επιχειρησιακά και στρατηγικά θέματα κοινού ενδιαφέροντος, ενισχύουν τόσο την απόδοση, όσο και τις διαπολιτισμικές σχέσεις και ικανότητες αμφοτέρων των πλευρών.

Συνήθως η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, με βάση την ετήσια Αξιολόγηση Απόδοσης και σε συνεργασία με τις λοιπές Διευθύνσεις της εταιρείας, καθορίζει τους εκπαιδευτικούς στόχους του προσωπικού, για όλα τα επίπεδα θέσεων, ανάλογα και με την επιχειρησιακή προτεραιότητα. Κάθε επιχειρηματικός κλάδος έχει τις δικές του ιδιαίτερες ανάγκες, ενώ όλοι οι κλάδοι γενικότερα κερδίζουν σε προστιθέμενη αξία, παρέχοντας εκπαίδευση σε ξένες γλώσσες.

Η απόδοση της επένδυσης, αντικατοπτρίζεται ουσιαστικά στην αυτοπεποίθηση του προσωπικού και τη βελτίωση των ικανοτήτων τους. Η ανάγκη για γνώση ξένων γλωσσών αποδεικνύεται επιτακτική για τις επιχειρήσεις.

Σχεδόν κάθε κλάδος στον οποίο δραστηριοποιείται μία επιχείρηση, έχει ανάγκη από άτομα που έχουν πρόσβαση και ικανότητες σε ξένες γλώσσες. Για αυτό, σκεφτείτε το καλύτερα: Μήπως πρέπει να «βγάλετε γλώσσα» στην επιχείρησή σας;

Σπύρος Ραπτάκης, HR Manager, ELPEDISON Power


Case Study
Ξένες Γλώσσες: Δεδομένες για τους εργαζόμενους μιας πολυεθνικής

Η γνώση ξένων γλωσσών και ειδικά Αγγλικών, είναι κάτι δεδομένο πλέον για τους εργαζόμενους μίας πολυεθνικής εταιρείας σαν την ING.

Η ανάγκη αυτή αφορά όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως ιεραρχικής βαθμίδας. Το γνωστικό επίπεδο που απαιτείται, δεν είναι βέβαια το ίδιο για όλες τις θέσεις καθώς διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες.

Τα τελευταία χρόνια, η εταιρεία έκανε μία πολύ μεγάλη προσπάθεια να διασφαλίσει ότι όλοι οι εργαζόμενοι έχουν το απαιτούμενο επίπεδο Αγγλικών, ανάλογα με τη θέση τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία αξιόλογη επένδυση σε αντίστοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα.

Καθώς ο στόχος μας είναι να έχουμε πάντα την καλύτερη δυνατή απόδοση της επένδυσης της εταιρείας (ROI) αλλά και των προσπαθειών των εργαζομένων, τα κριτήρια για την επιλογή συνεργάτη ήταν πολύ αυστηρά.

Πέρα από τις ευνόητες αναγκαίες προϋποθέσεις (πιστοποιήσεις, επίπεδο καθηγητών κτλ), πολύ σημαντικό ρόλο στην επιλογή εκπαιδευτικού φορέα έπαιξε η ευελιξία προσαρμογής στις δικές μας συγκεκριμένες ανάγκες καθώς και η διάθεση βελτίωσης εάν εντοπιζόταν ένα πρόβλημα.

Τα προγράμματα εκμάθησης ξένων γλωσσών πραγματοποιούνταν κυρίως εκτός ωραρίου εργασίας, στις εγκαταστάσεις της εταιρείας μας. Η συνεργάτιδα εταιρεία είχε ήδη αξιολογήσει το επίπεδο των συμμετεχόντων και τους είχε χωρίσει σε ολιγομελή τμήματα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, θεωρήθηκε αναγκαία η οργάνωση ιδιαίτερων μαθημάτων.

Με στόχο την έμφαση στο πρακτικό και όχι τόσο στο θεωρητικό κομμάτι, τα μαθήματα ήταν προσανατολισμένα στη γραπτή και προφορική επικοινωνία μέσα στην επιχείρηση. Κατά τη διάρκεια αλλά και στο τέλος κάθε κύκλου, οι συμμετέχοντες περνούσαν από τη διαδικασία της αξιολόγησης.

Το σημαντικότερο στοιχείο αυτών των προγραμμάτων και καταλύτης της επιτυχίας του τελικού αποτελέσματος, ήταν η δέσμευση των ίδιων των συμμετεχόντων. Στην πλειοψηφία τους ήταν εργαζόμενοι με αρκετά χρόνια στην εταιρεία, οι οποίοι αναγνώρισαν τα προσωπικά οφέλη αυτής της αναπτυξιακής ευκαιρίας, την εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και επένδυσαν πολύ προσωπικό χρόνο.

Μετά από μία πολυετή προσπάθεια, η ING σήμερα έχει ένα επαρκώς εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό όσον αφορά στη χρήση και στην κατανόηση της Αγγλικής γλώσσας. Συνεπώς τα προγράμματα αυτά έχουν ολοκληρωθεί δίνοντας μας τη δυνατότητα να επενδύσουμε τους πόρους μας σε πιο εξειδικευμένες γνώσεις.

Οι expatriates που έρχονται στη χώρα μας μπορούν με άνεση να επικοινωνήσουν και να ενσωματωθούν, ενώ η επικοινωνία με άλλες χώρες και με τα κεντρικά της εταιρείας μας γίνεται πιο εύκολα.

Τέλος, όλοι οι εργαζόμενοι της ING Ελλάδος έχουν πλέον δυνατότητα να συμμετέχουν σε regional projects ή ακόμα και σε short και long term assignments σε άλλες χώρες.

Κέλλυ Παναγιωτίδου, Head of Training & Development, ING Greece