Η κρίση δημοσίου χρέους και η αδυναμία δανεισμού της Ελλάδας αποτελούν αφορμή για την πλήρη ανατροπή των δεδομένων του εργατικού δικαίου μέσω του «μνημονίου».

Το σχέδιο προγράμματος που συμφωνήθηκε από την κυβέρνηση, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ε.Κ.Τ. και το Δ.Ν.Τ. (τη λεγόμενη «τρόικα») για τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης, αποτυπώθηκε στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, κοινώς γνωστά ως «μνημόνιο».

Το μνημόνιο προσαρτάται στο ν.3845/2010 ως παράρτημα ΙΙΙ και IV. Το παρόν άρθρο θα αναφερθεί σε ποια μέτρα επιβάλλει το μνημόνιο στο πεδίο του εργατικού δικαίου. Τα μέτρα αυτά αποτυπώνουν ένα ελάχιστο standard (ως προς το δυσμενές) των ρυθμίσεων που θα προωθήσει το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς μη συμμόρφωση με αυτά θα προκαλέσει επιπλοκές στη συνέχιση της δανειοδότησης της χώρας μας, ανεξάρτητα από το είδος της διεθνούς δεσμευτικότητας του μνημονίου. Ήδη, ο νόμος που ενσωματώνει το μνημόνιο (ν. 3845/2010) αναφέρεται με ορισμένες διατάξεις του στην αγορά εργασίας, ενώ επίκειται η θέση σε ισχύ προεδρικών διαταγμάτων με πρόταση του Υπουργού Εργασίας.

Το Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής (Παράρτημα ΙV ν.3845/2010) προβλέπει τα εξής μέτρα να έχουν ληφθεί μέχρι το τέταρτο 3μηνο του 2010 για την «ενδυνάμωση των θεσμών της αγοράς εργασίας»:

  • Μεταρρύθμιση του πλαισίου μισθολογικών διαπραγματεύσεων στον ιδιωτικό τομέα.
  • Μείωση της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας και μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του χρόνου εργασίας.
  • Δυνατότητα στα τοπικά σύμφωνα να θέτουν τις μισθολογικές αυξήσεις χαμηλότερα από τις κλαδικές συμφωνίες και να εισάγουν αμοιβές που θα συνδέονται με την παραγωγικότητα σε επίπεδο επιχείρησης.
  • Αλλαγή του κανονισμού σχετικά με το σύστημα διαιτησίας (Νόμος 1876/1990), έτσι ώστε και τα δύο μέλη να μπορούν να καταφύγουν στη διαιτησία αν διαφωνούν με τη πρόταση του μεσολαβητή.
  • Υιοθέτηση νομοθεσίας για τους κατώτατους μισθούς με εισαγωγή μισθών κάτω από τον κατώτατο μισθό (sub-minima) για ευάλωτες ομάδες, όπως οι νέοι και οι μακροχρόνια άνεργοι.
  • Εφαρμογή μέτρων που θα εγγυώνται ότι οι τρέχοντες κατώτατοι μισθοί θα παραμείνουν σταθεροί σε ονομαστικούς όρους για τρία χρόνια.
  • Παράταση της περιόδου μαθητείας για νέες θέσεις εργασίας στο ένα έτος.
  • Μείωση του συνολικού επιπέδου αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης και διασφάλιση ότι το καθεστώς αποζημίωσης θα είναι το ίδιο για ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες.
  • Αύξηση του ελαχίστου ορίου ενεργοποίησης των κανόνων μαζικών απολύσεων ειδικά για μεγάλες επιχειρήσεις.
  • Διευκόλυνση της χρήσης συμβάσεων προσωρινής εργασίας και ημιαπασχόλησης.

Όλα σχεδόν τα ανωτέρω πεδία ο ν. 3845/2010 προβλέπει ότι μπορεί να ρυθμίζονται με προεδρικά διατάγματα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (Άρθρο δεύτερο, παρ. 9).

Το ίδιο όμως άρθρο ρυθμίζει την «επιταγή επανένταξης στην αγορά εργασίας» (παρ.4), την επιχορήγηση των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης για την πρόσληψη μακροχρόνια ανέργων (παρ. 5) και τη σύμβαση απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας -ανώτατης διάρκειας 12 μηνών και αμειβόμενης ακαθάριστα με το 80% του βασικού μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ – (παρ. 6). Μια πολύ σημαντική για το εργατικό δίκαιο ρύθμιση του ν. 3845/2010 είναι η πρόβλεψη στην παρ.7 του δευτέρου άρθρου ότι οι ομοιοεπαγγελματικές και οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των κλαδικών και της ΕΓΣΣΕ, ενώ οι κλαδικές μπορούν να αποκλίνουν έναντι της ΕΓΣΣΕ.

Η ρύθμιση αυτή, παρόλο συμβατή με τα προβλεπόμενα από το μνημόνιο ανατρέπει τη λειτουργία ενός βασικού κανόνα του εργατικού δικαίου, της αρχής της προστασίας (εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη ΣΣΕ), ενώ καταργεί στην πράξη τη θέσπιση ελαχίστων δεσμευτικών όρων εργασίας από την ΕΓΣΣΕ. Κρίσιμοι από άποψη συνταγματικού δικαίου θα είναι, μεταξύ άλλων, οι κανόνες για τη διαιτησία στην περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, καθώς το άρθρο 22 § 2 του Συντάγματος την κατοχυρώνει.

Σε κάθε περίπτωση, οι διαθέσεις των συνδικαλιστικών φορέων δείχνουν ότι θα χρησιμοποιηθούν όλα τα ένδικα βοηθήματα προκειμένου να μην εφαρμοστούν τουλάχιστον ορισμένα από τα παραπάνω μέτρα, ενώ όλα τα δεδομένα μαρτυρούν ότι ο δικαστής που θα κληθεί να τάμει τη διαφορά θα έχει σίγουρα δύσκολο έργο.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε: E: [email protected], T: 210-6431387, F: 210-6460313.