Mε αφορμή τον νέο κατώτατο μισθό, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς έστειλε εκ νέου επιστολή στην αρμόδια Υπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης Δ. Μιχαηλίδου, τονίζοντας ότι «η νέα αυτή αύξηση, ξεπερνά τις δυνατότητες μεγάλου ποσοστού επιχειρήσεων και ειδικά των μικρομεσαίων. Αυτό συμβαίνει διότι η αύξηση κατά 50 ευρώ του μηνιαίου κατώτατου μισθού κοστίζει στην επιχείρηση σχεδόν 63 ευρώ μηνιαίως ενώ, σύμφωνα και με πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η αύξησή του δημιουργεί πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις και για τους υπόλοιπους μισθωτούς».

Και συνεχίζει: «Τη στιγμή που πλήθος μικρομεσαίων επιχειρήσεων αγωνιούν για την βιωσιμότητά τους, εξαιτίας του υψηλού κόστους επανατροφοδότησής τους, των συσσωρευμένων οφειλών και της έλλειψης ρευστότητας, είναι απαραίτητη η αισθητή μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Άλλωστε η χώρα μας βρίσκεται στις 4 ακριβότερες ανάμεσα σε 37 κράτη-μέλη
του ΟΟΣΑ ως προς τις εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, με ποσοστό 26% έναντι 18,2%, που είναι ο μέσος όρος για τα κράτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Ειδικά, εάν κυβερνητικό στόχο αποτελεί η ετήσια αύξηση κατά 5% του κατώτατου μισθού έως το τέλος της τετραετίας και πολύ περισσότερο όταν με το τελευταίο φορολογικό νομοσχέδιο οι αυξήσεις των μισθών ανεβάζουν το ύψος του τεκμαρτού εισοδήματος και τα φορολογικά βάρη των εμπόρων».

Ως εκ τούτου, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς επανακαταθέτει 3 προτάσεις. Πρώτον να συνδυαστεί η αύξηση με φορολογικές ελαφρύνσεις των δικαιούχων του κατώτατου μισθού, δεύτερον, να διασυνδεθεί το ύψος του επιδόματος ανεργίας με στοχευμένη εκπαίδευση, ώστε να μην αποτελεί επιλογή και τρίτον, να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις να προσλάβουν προσωπικό και στις υψηλές κλίμακες μισθοδοσίας, ειδικά τώρα που θα πρέπει να επενδύσουμε σαν χώρα σε ένα μοντέλο με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και ισχυρής ανταγωνιστικότητας.