O Νευρογλωσσικός Προγραμμιτισμός, Neuro-Linguistic Programming (NLP), μελετά τη δομή του πώς οι άνθρωποι σκέφτονται και πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Προφανώς, η δομή για κάτι τόσο υποκειμενικό δεν επιδέχεται ακριβείς, στατιστικές φόρμουλες αλλά αντίθετα οδηγεί σε μοντέλα για το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι. Με βάση αυτά τα μοντέλα, έχουν αναπτυχθεί τεχνικές για τη γρήγορη και αποτελεσματική αλλαγή του τρόπου σκέψης, των συμπεριφορών και των πεποιθήσεων.

To NLP ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 ως διπλωματική εργασία στο πανεπιστήμιο Σάντα Κρουζ στην Καλιφόρνια. Ο Richard Bandler και ο καθηγητής, John Grinder, ήθελαν να αναπτύξουν μοντέλα ανθρώπινης συμπεριφοράς για να γίνει κατανοητό γιατί ορισμένα άτομα είναι εξαιρετικά σε ότι κάνουν, ενώ κάποιοι άλλοι που αναλαμβάνουν τα ίδια καθήκοντα αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή τους είναι σχεδόν αδύνατο να ανταποκριθούν.

Με έμπνευση τους πρωτοπόρους στους τομείς της θεραπείας και της προσωπικής ανάπτυξης και εξέλιξης, οι Bandler και Grinder άρχισαν να αναπτύσσουν συστηματικές διαδικασίες και θεωρίες που αποτέλεσαν τη βάση του NLP. Αντικείμενο της μελέτης τους αποτέλεσαν τρεις κορυφαίοι θεραπευτές: η Virginia Satir, εξαιρετική οικογενειακή θεραπεύτρια, που με συνέπεια ήταν σε θέση να επιλύει δύσκολα οικογενειακά προβλήματα, ο καινοτόμος ψυχοθεραπευτής Fritz Perls, ο οποίος προερχόταν από τη σχολή της θεραπείας που είναι γνωστή ως Gestalt, και ο Milton Erickson, ο παγκοσμίως διάσημος υπνοθεραπευτής.

Ο στόχος τους ήταν να αναπτύξουν μοντέλα για το πώς αυτοί οι άνθρωποι είχαν επιτυχημένα αποτελέσματα σε ότι έκαναν. Επιδίωξαν να εντοπίσουν και να διαμορφώσουν τα μοντέλα που οδηγούσαν στα αποτελέσματα και στη συνέχεια να διδάξουν αυτά τα μοντέλα σε άλλους. Οι τρεις ταλαντούχοι θεραπευτές είχαν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, αλλά οι ερευνητές ανακάλυψαν κάποια μοτίβα που ήταν αρκετά παρόμοια. Αυτά τα μοντέλα αποτέλεσαν τη βασική δομή του NLP, με ονόματα όπως: meta-model, submodalities, reframing, language patterns, well formedness conditions και eye accessing clues.

Η φράση «Neuro – Linguistic Programming» περιγράφει τη διαδικασία για το πώς μια προσωπικότητα δημιουργεί και εκφράζει τον εαυτό της. Με απλά λόγια, όλοι απαρτιζόμαστε από μια νευρολογία που μεταφέρει πληροφορίες για το περιβάλλον που κινούμαστε στο κεντρικό νευρολογικό μας σύστημα και το μυαλό μας. Επίσης, από τη στιγμή που είμαστε πλάσματα που δίνουμε έννοιες, μεταφράζουμε αυτές τις αντιλήψεις σε έννοιες, πεποιθήσεις και προσδοκίες.

Καθώς από την απλή παιδική σκέψη οδηγούμαστε σε μια πιο σύνθετη σκέψη του ενήλικου ανθρώπου, έχουμε την τάση να φιλτράρουμε, να νοθεύουμε και να μεγεθύνουμε τα ερεθίσματα που παίρνουμε από το περιβάλλον μας, έτσι ώστε να ταιριάζουν με το αναλυτικό πρόγραμμα που έχουμε αναπτύξει για να εξηγήσουμε την εμπειρία της ζωής μας.

Το βρέφος περνά μέσα από τη «μαγική σκέψη» και τα διάφορα άλλα στάδια της ανάπτυξης, στο δρόμο προς την ενηλικίωση. Η μελέτη του πώς τα κάνουμε όλα αυτά, τα νοήματα που πηγάζουν από τις αντιλήψεις μας, ο εσωτερικός προγραμματισμός και οι εξωτερικές συμπεριφορές που έχουμε δημιουργήσει για να εξηγήσουμε, να προβλέψουμε και να δώσουμε νόημα στον κόσμο που μας περιβάλλει αποτελούν τον πυρήνα του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού.

Πρακτική εφαρμογή
Το NLP αποτελεί μια εξαιρετικά ισχυρή έννοια. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι περιλαμβάνει τις πιο προσιτές, θετικές και χρήσιμες πτυχές της σύγχρονης ψυχολογίας και έτσι οι τεχνικές του μπορεί να είναι χρήσιμες σε σχεδόν κάθε πτυχή των προσωπικών και διαπροσωπικών σχέσεων. To NLP έχει πολλές ευεργετικές χρήσεις σε επίπεδο αυτο – ανάπτυξης, καθώς και σε επίπεδο επιχειρήσεων και οργανισμών.

Για παράδειγμα, ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός επιτρέπει την καλύτερη επικοινωνία στην εξυπηρέτηση των πελατών, καθώς και τις πωλήσεις. Το NLP επιτρέπει την καλύτερη γνώση και τον έλεγχο του εαυτού μας, την καλύτερη εκτίμηση των συναισθημάτων και το στυλ συμπεριφοράς του άλλου ατόμου, η οποία με τη σειρά της επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση και τη συνεργασία. Επίσης, βελτιώνει την κατανόηση σε όλες τις προσωπικές επικοινωνίες, ιδίως συνεντεύξεις και εκτιμήσεις.

Αποτελεί επιπλέον ένα εργαλείο της συναισθηματικής νοημοσύνης, η οποία είναι μια πτυχή της θεωρίας της πολλαπλής νοημοσύνης. Μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί ως όπλο στη διαχείριση του άγχους και την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης και της εμπιστοσύνη. Η ενσυναίσθηση, η οποία αποτελεί μία από τις βασικές αρχές του Νευρολογικού Προγραμματισμού σαφώς συνεισφέρει στην πρακτική εφαρμογή των ηθικών ζητημάτων.

«Η εκπαίδευση σε προγράμματα κατάρτισης NLP είναι σαν να παίρνεις μια ισχυρή δόση βιταμινών» εξηγεί ο Tony Nutley, Director του UKCPD και συνεχίζει: «Λέω συχνά ότι τα προγράμματα κατάρτισης NLP είναι τα απόλυτα προγράμματα προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης, καθώς η διαδικασία της εκπαίδευσης βοηθάει εκείνους που λαμβάνουν μέρος να αποκτήσουν νέες και πολύ διαφορετικές προοπτικές στη ζωή τους.

Επίσης, τα βασικά εργαλεία και τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται είναι επικεντρωμένα στο να ενθαρρύνουν μια πολύ θετική στάση, και σας δίνει τα εργαλεία για να γίνουν όλα αυτά πραγματικότητα». «Μια εκπαίδευση NLP έχει πολλά να προσφέρει ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε ατόμου ή εταιρείας» λέει η Μυρσίνη Κάνκελ -Αν., BSBA – MSc – MBA Trainer & Master Practitioner of NLP, Time-Line Therapy® & Hypnosis Hellenic NLP Academy. Σύμφωνα με την ίδια «το σημαντικότερο είναι ότι μας βάζει να κατανοήσουμε πρώτα τον τρόπο που λειτουργεί ο άνθρωπος, άρα και εμείς οι ίδιοι και στη συνέχεια μια πληθώρα τεχνικών για το πώς να αντιμετωπίσουμε το περιβάλλον μας.

Είναι ίσως από τις λίγες προσεγγίσεις που ξεκινάνε πρώτα με το να κατανοήσουμε εμάς τους ίδιους και στη συνέχεια πώς να διαχειριστούμε τις καταστάσεις γύρω μας. Αν έπρεπε να συνοψίσω σε δύο λέξεις το μεγαλύτερο όφελος μιας εκπαίδευσης NLP είναι ότι μας μαθαίνει πώς να είμαστε ευέλικτοι και όπως λέει και ο νόμος της αναγκαίας πολυπλοκότητας το άτομο ή το σύστημα με την μεγαλύτερη ευελιξία είναι και αυτό που μπορεί να ελέγξει το σύστημα».

«Τα οφέλη είναι δεδομένα σε επαγγελματικό επίπεδο αλλά υπάρχουν και απεριόριστα οφέλη και σε προσωπικό» τονίζει ο John Stockdale, Master Coach & Trainer of NLP, Stockdale & Associates και Performance Partnership. «Ο εκπαιδευόμενος στον Νευρογλωσσικό Προγραμματισμό μαθαίνει τον τρόπο και τις τεχνικές ελέγχου των παραμέτρων που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του σε κάθε τομέα της ζωής του. Έτσι λοιπόν αποκτά και τον έλεγχο για τα αποτελέσματα που θέλει να πετύχει.

Επιπρόσθετα, αποκτά και την κατανόηση του τρόπου συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων, την κατανόηση της λειτουργίας του υποσυνειδήτου και του σημαντικού ρόλου που παίζει αυτό στις αποφάσεις μας, καθώς και πώς μπορεί να αντικαθιστά ανεπιθύμητες αναποτελεσματικές συμπεριφορές με επιθυμητές και αποτελεσματικές» καταλήγει ο ίδιος. Η εμπειρία όσων ακολουθούν μια εκπαίδευση σε NLP, είναι σύμφωνα με τους ίδιους, καταλυτική και έχει επίδραση σε όλες τις πτυχές της ζωής τους.

Οι τεχνικές που μαθαίνονται μέσω αυτής προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα στους εργαζόμενους σε διάφορες ιεραρχικές βαθμίδες ενός οργανισμού. Ο J. Stockdale δηλώνει χαρακτηριστικά: «Η εκπαίδευση στο NLP μεμονωμένα ή και σε συνδυασμό με άλλες προσεγγίσεις, απευθύνεται σε κάθε επίπεδο μίας εταιρείας ή οργάνωσης, καθώς έχει να κάνει με τη βελτίωση και αρίστευση της απόδοσης κάθε πτυχής ενός εργαζομένου.

Για το καλύτερο αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσέγγισης βέβαια, ειδικά όσον αφορά το cultural change & organizational transformation, είναι σημαντικό να ξεκινάει η διαδικασία από την κορυφή και στη συνέχεια να διαχυθεί προς τις υπόλοιπες ομάδες και διοικητικές βαθμίδες. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν όλοι να “μιλάνε την ίδια γλώσσα” και να εξασφαλίζουν τη συνολική πρόοδο της εταιρείας».

«Το NLP αφορά τη γλώσσα και τα επαναλαμβανόμενα μοντέλα (πρότυπα) άρα οι εφαρμογές του είναι απεριόριστες. Τα εργαλεία και η θεωρία του NLP έχουν επιτυχώς εφαρμοστεί σε Εκπαιδευτικούς, Αθλητές, Προγράμματα Ηγεσίας, Προγράμματα Διαχείρισης Αλλαγών, Ψυχολόγους, Δικηγόρους, Πολιτικούς, Στελέχη Πωλήσεων, Ανθρωπίνου Δυναμικού και ουσιαστικά οπουδήποτε υπάρχει επικοινωνία, εσωτερική ή εξωτερική» επισημαίνει ο T. Nutley.


Δομή και Αρχές
«Ο θεματολογικός κορμός μιας εκπαίδευσης NLP διαφέρει ανάλογα με τις ανάγκες του κοινού. Μπορεί να είναι από πωλήσεις, διαπραγματεύσεις, HR μέχρι και προσωπική ανάπτυξη ή και μια μίξη αυτών. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες βάσεις που πρέπει να μπουν όταν κάποιος ξεκινάει μια εκπαίδευση NLP» εξηγεί η Μ. Κάνκελ και συνεχίζει «Ξεκινάμε με ένα σημαντικό κεφάλαιο που έχει να κάνει με το να κατανοήσουμε το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, στη συνέχεια με τις βασικές αρχές του NLP και έπειτα μπαίνουμε στο μεγάλο κεφάλαιο που λέγεται επικοινωνία.

Πάνω στο κεφάλαιο “επικοινωνία” μπορούμε να κάνουμε εκπαιδεύσεις που να κρατάνε μήνες αφού εδώ κρύβονται ζωτικές γνώσεις για την επιτυχία μας ή για την επιτυχία μιας εταιρείας». Ο Νευρογλωσσικός προγραμματισμός αποτελείται από ένα σύνολο ισχυρών τεχνικών για την ταχεία και αποτελεσματική τροποποίηση της συμπεριφοράς, καθώς και μια φιλοσοφία που παρέχει κατευθύνσεις. Βασίζεται σε τέσσερις αρχές λειτουργίας:

1. Γνωρίστε τα αποτέλεσμα που θέλετε να επιτύχετε.

2. Αποκτήστε επαρκή λειτουργία των αισθητήριων οργάνων ώστε να καταλαβαίνετε αν κινείστε προς τη σωστή κατεύθυνση ή αν απομακρύνεστε από το επιθυμητό αποτέλεσμα.

3. Αποκτήστε ευελιξία στη συμπεριφορά, έτσι ώστε να μπορείτε να μεταβάλετε τη συμπεριφορά σας μέχρι να φτάσετε στα αποτελέσματα που επιδιώκετε.

4. Αναλάβετε δράση… τώρα.

Είναι σημαντικό να προκύπτουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση των αποτελεσμάτων και θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι περιπλανώνται τυχαία σχεδόν στη ζωή. Το NLP τονίζει τη σημασία του να ζεις έχοντας ένα συνειδητό σκοπό. Προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα είναι απαραίτητο κάποιος να δράσει και να μιλήσει με συγκεκριμένους τρόπους. Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός διδάσκει μια σειρά από μοντέλα που έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά και επιτρέπουν στους ανθρώπους να αλλάξουν τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων.

Κατά τη χρήση οποιουδήποτε από αυτά τα μοντέλα συμπεριφοράς το NLP υπογραμμίζει τη σημασία της συνεχούς «παρακολούθησης» του ατόμου ή των ατόμων που αλληλοεπιδρούν ώστε να διαπιστωθεί αν αυτό που κάνουν έχει αποτέλεσμα. Αν δεν λειτουργεί, είναι σημαντικό να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Η ιδέα είναι να μεταβάλλουμε τη συμπεριφορά μας μέχρι να έχουμε τα αποτελέσματα που επιθυμούμε. Αυτή η μεταβολή στη συμπεριφορά μόνο τυχαία δεν είναι. Προϋποθέτει τη συστηματική εφαρμογή των μοντέλων NLP. Είναι, επίσης, σημαντικό να αναλάβουμε δράση, δεδομένου ότι τίποτα δεν συμβαίνει μέχρι κάποιος να πάρει την πρωτοβουλία. Άρα, ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός περιλαμβάνει κάποιος να σκέφτεται, να παρατηρεί και να πράττει ώστε να προσλαμβάνει ότι επιθυμεί από τη ζωή.

1. H επίτευξη αποτελεσμάτων
Η σημασία του να γνωρίζει κάποιος τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα είναι εξόχως σημαντική. Παρόλα αυτά πολλοί άνθρωποι δεν έχουν αυτή την επίγνωση, κάποιοι άλλοι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς θέλουν, αλλά ξέρουν τι δεν θέλουν και η ζωή τους βασίζεται στο να απομακρύνονται από αυτά που δεν θέλουν. Το NLP τονίζει τη σημασία της μετάβασης προς τα ατομικά θέλω. Μόλις κάποιος καθορίσει το στόχο μπορεί να αρχίσει να επικεντρώνεται στην επίτευξή του.

Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός παραθέτει ορισμένες συνθήκες των οποίων τα αποτελέσματα θα πρέπει να πληρούν. Η πρώτη από αυτές είναι ότι το αποτέλεσμα θα πρέπει να αναφέρεται στη θετική άποψη, δηλαδή σε αυτό που το άτομο θέλει και όχι στο τι δεν θέλει. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι τα αποτελέσματα θα πρέπει να είναι ελέγξιμα και να αποδεικνύονται στην αισθητηριακή εμπειρία. Πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία με αποδεικτικά στοιχεία. Αν αυτό δεν συμβαίνει, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μετρηθεί η πρόοδος προς την επίτευξη του αποτελέσματος. Με μια διαδικασία αποδεικτικών στοιχείων για το αποτέλεσμα, είναι δυνατό να καθοριστεί εάν σημειώνεται πρόοδος.

Τρίτον, η επιθυμητή κατάσταση θα πρέπει να μπορεί να γίνει αισθητή. Θα πρέπει να είστε σε θέση να πείτε πώς θα είστε, πώς θα ακούγεστε και πώς θα αισθανθείτε αν επιτευχθεί το αποτέλεσμα. Τέταρτον, το αποτέλεσμα ή η επιθυμητή κατάσταση πρέπει να αρχίζει και να συνεχίζεται με συγκεκριμένο θέμα. Αυτό τοποθετεί το άτομο σε θέση ελέγχου αλλά και ευθύνης για την επίτευξη του αποτελέσματος. Δεν πρόκειται για ένα σωστό αποτέλεσμα, όταν κάποιος άλλος κάνει κάτι ή όταν κάποιος άλλος αλλάζει. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι το αποτέλεσμα να βασίζεται στο ότι αλλάξατε εσείς ή ότι αλλάξατε κάτι στη συμπεριφορά σας και έτσι καταφέρατε να επιφέρετε αλλαγή και σε κάποιον άλλον.

Επίσης, το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένο σε κάποιο πλαίσιο. Μέσω του NLP πάντα γίνονται προσπάθειες να δημιουργηθούν περισσότερες επιλογές και ποτέ να μειωθούν οι επιλογές ή ο αριθμός των πιθανών απαντήσεων. Αντίθετα, ο στόχος είναι, αντί να αυξάνονται οι επιλογές ή οι διαθέσιμες απαντήσεις υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Το επιθυμητό αποτέλεσμα πρέπει να διατηρήσει οποιοδήποτε θετικό προϊόν της υπάρχουσας κατάστασης. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε το σύμπτωμα της υποκατάστασης μπορεί να κάνει την εμφάνισή του.

Τέλος, το αποτέλεσμα ή η επιθυμητή κατάσταση θα πρέπει να είναι… «φιλικά προς το περιβάλλον». Θα πρέπει να εξετάζετε τις συνέπειες για τον εαυτό σας και για τους άλλους ανθρώπους και να μην επιδιώκετε αποτελέσματα που οδηγούν στο να βλάψετε κάποιον άλλον ή ακόμα και εσάς τους ίδιους.

2. Η όξυνση των αισθήσεων
Μόλις αναγνωρίσετε το επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να έχετε καλή λειτουργία των αισθητήριων οργάνων ώστε να διαπιστώνετε αν κινείστε προς την κατεύθυνση αυτή ή όχι. Το NLP διδάσκει τη δυνατότητα για «ταξινόμηση» ή «ανάγνωση» των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται τη δυνατότητα να ερμηνεύσει κάποιος τις αλλαγές στον τόνο των μυών, το χρώμα του δέρματος, το μέγεθος των χειλιών, το ρυθμό της αναπνοής και στη στάση του ατόμου. Όσοι έχουν εκπαιδευτεί στο Νευρογλωσσικό Προγραμματισμό χρησιμοποιούν τόσο αυτές όσο και άλλες ενδείξεις για να καθορίσουν τον αντίκτυπο που έχουν σε άλλους ανθρώπους.

Οι πληροφορίες αυτές χρησιμεύουν ως ανάδραση ως προς το αν το άλλο άτομο έχει φτάσει στην επιθυμητή κατάσταση. Μια σημαντική, που συχνά αγνοείται, παράμετρος είναι να γνωρίζετε πότε πρέπει να σταματήσετε, δηλαδή πότε το άλλο άτομο βρίσκεται στην κατάσταση που επιθυμείτε.

3. Ευελιξία στη συμπεριφορά
Η τρίτη αρχή λειτουργίας του NLP είναι να μεταβάλετε τη συμπεριφορά σας μέχρι να λάβετε την απάντηση που θέλετε. Αν αυτό που κάνετε δεν λειτουργεί, τότε θα πρέπει να κάνετε κάτι άλλο. Θα πρέπει να χρησιμοποιείτε τους αισθητήρες σας για να καθορίσετε αν αυτό που κάνετε σας οδηγεί προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Αν η απάντηση είναι θετική θα πρέπει να συνεχίσετε. Αν, όμως διαπιστώσετε ότι με μια συγκεκριμένη συμπεριφορά απομακρύνεστε από τους στόχους σας, τότε θα πρέπει να την αλλάξετε.

4. Η ώρα της δράσης
Μια ακόμα αρχή λειτουργίας του NLP είναι να αναλαμβάνουμε δράση τώρα. Στη συγκεκριμένη εκπαίδευση το τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να αλλάξετε τη συμπεριφορά σας.


Προϋποθέσεις
Υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις που διέπουν το NLP και αποτελούν προϋποθέσεις για την αποτελεσματική επικοινωνία. Μερικές από αυτές είναι οι εξής:

1. Η έννοια της επικοινωνίας είναι η απάντηση που λαμβάνετε. Στην επικοινωνία εύκολα συμπεραίνετε ότι μεταφέρετε πληροφορίες σε ένα άλλο πρόσωπο. Έχετε πληροφορίες που σημαίνουν κάτι για το άλλο άτομο και στοχεύετε στο να καταλάβει ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε.Συχνά κάποιος υποθέτει ότι αν ακριβολογεί στα λεγόμενά του η ευθύνη του για αποτελεσματική επικοινωνία σταματάει εκεί. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αλήθεια. Όσοι είναι πραγματικά αποτελεσματικοί στην επικοινωνία συνειδητοποιούν ότι η ευθύνη τους δεν τελειώνει με το πέρας της συνομιλίας. Αντιλαμβάνονται ότι, για πρακτικούς λόγους, αυτό που επικοινωνούν είναι ότι το άλλο πρόσωπο νομίζει ότι λένε και όχι αυτό που σκοπεύουν να πουν. Συχνά, αυτά τα δύο διαφοροποιούνται αισθητά.

Σε επίπεδο επικοινωνίας είναι σημαντικό αυτό που ο άλλος νομίζει ότι λέμε και πώς αντιδρά σε αυτό. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι δίνουμε έμφαση στην απάντηση που λαμβάνουμε. Αν η απάντηση δεν είναι αυτή που θέλουμε, τότε θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε τα επικοινωνιακά μας εργαλεία μέχρι να λάβουμε την επιθυμητή απάντηση.

Έχουν εντοπιστεί πολλές πηγές «παρεξήγησης». Η πρώτη προκύπτει από το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος έχει μια διαφορετική εμπειρία ζωής που συνδέεται με κάθε λέξη. Η δεύτερη παρεξήγηση προκύπτει από την αδυναμία να συνειδητοποιήσουμε ότι ο τόνος της φωνής ενός ατόμου αλλά και η έκφραση του προσώπου του επίσης μεταφέρουν πληροφορίες, και ότι το άλλο άτομο μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτά το ίδιο αισθητά όσο και στις λέξεις που εκστομίζετε.

2. Ο «χάρτης» και το «έδαφος». Όσοι διακρίνονται στην επικοινωνία συνειδητοποιούν ότι οι αναπαραστάσεις που χρησιμοποιούν για να οργανώνουν τις εμπειρίες τους από τον κόσμο (χάρτης), δεν είναι ο κόσμος (έδαφος). Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων σημασιολογικών επιπέδων. Πρώτον, υπάρχει ο κόσμος. Δεύτερη έρχεται η εμπειρία του ατόμου ως προς τον κόσμο. Αυτή η εμπειρία είναι ο «χάρτης» του ατόμου ή το «μοντέλο» του κόσμου και είναι διαφορετικά για κάθε άνθρωπο.

Κάθε άτομο δημιουργεί ένα μοναδικό μοντέλο του κόσμου και έτσι ζει σε μια κάπως διαφορετική πραγματικότητα από όλους τους άλλους. Δεν λειτουργείτε άμεσα στον κόσμο, αλλά με βάση την εμπειρία σας σε αυτόν. Αυτή η εμπειρία μπορεί να είναι ή μπορεί και να μην είναι η σωστή. Στο βαθμό που η εμπειρία σας έχει μια παρόμοια δομή με τον κόσμο, είναι σωστή και αυτό αντιπροσωπεύει τη χρησιμότητά της. Η εμπειρία ενός ατόμου, ο χάρτης, το μοντέλο ή η απεικόνιση του κόσμου καθορίζει το πώς θα αντιλαμβάνεται τον κόσμο και ποιες είναι οι επιλογές που έχει στη διάθεσή του.

3. Η γλώσσα είναι μια δευτερεύουσα αναπαράσταση της εμπειρίας. Η γλώσσα βρίσκεται σε ένα τρίτο σημασιολογικό επίπεδο. Πρώτο είναι το ερέθισμα που προέρχεται από τη λέξη. Δεύτερο είναι η αναπαράσταση της εμπειρίας του ατόμου που προέρχεται από αυτό το ερέθισμα. Τρίτο είναι η περιγραφή αυτής της εμπειρίας μέσω της γλώσσας. Η γλώσσα δεν είναι η εμπειρία, αλλά ένα μέσο για την αναπαράσταση αυτής.

Οι λέξεις είναι απλώς αυθαίρετα τεκμήρια που χρησιμοποιούνται για να «απεικονίσουν» πράγματα που ο άνθρωπος βλέπει, ακούει ή αισθάνεται. Οι άνθρωποι που μιλούν άλλες γλώσσες χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις για να εκπροσωπήσουν τα ίδια πράγματα. Επίσης, δεδομένου ότι κάθε άτομο έχει ένα μοναδικό σύνολο από οπτικές και ηχητικές εμπειρίες τα λόγια έχουν διαφορετική σημασία για τον καθέναν. Οι άνθρωποι είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά στο βαθμό που οι έννοιες είναι παρόμοιες. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, κάνουν την εμφάνισή τους προβλήματα.

4. Το μυαλό και το σώμα είναι μέρη του ίδιου «συστήματος» και επηρεάζουν το ένα το άλλο. Δεν υπάρχει ξεχωριστό «μυαλό» και ξεχωριστό «σώμα». Και οι δύο λέξεις αναφέρονται σε πτυχές του ίδιου «συνόλου» οι οποίες ενεργούν ως ένα και επηρεάζουν το ένα το άλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει διαχωρισμός. Οτιδήποτε συμβαίνει σε ένα μέρος του «συστήματος» επηρεάζει ολόκληρο το σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που ένα άτομο σκέφτεται, επηρεάζει το πώς αισθάνεται ενώ η φυσική κατάσταση του σώματος επηρεάζει τον τρόπο που σκέφτεται. Η αντιληπτική μέθοδος, η εσωτερική διαδικασία της σκέψης, η συναισθηματική διαδικασία, η φυσιολογική ανταπόκριση και η συμπεριφορά εξόδου όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα.

5. Ο «νόμος» της απαραίτητης ποικιλίας. Ο έλεγχος στα ανθρώπινα συστήματα αναφέρεται στην ικανότητα να επηρεάσουν την ποιότητα των εμπειριών τόσο των δικών τους όσο και των άλλων ανθρώπων. Το άτομο με τη μεγαλύτερη ευελιξία στη συμπεριφορά – δηλαδή, οι πολλοί τρόποι αλληλεπίδρασης – είναι σε θέση να ελέγχει το σύστημα. Η επιλογή είναι πάντα προτιμότερη από το να μην υπάρχει επιλογή και οι πολλές επιλογές είναι πάντα προτιμότερες από τις λιγότερες.

Αυτό σχετίζεται επίσης με την τρίτη γενική αρχή του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δηλαδή, το άτομο θα πρέπει να μεταβάλει τη συμπεριφορά του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό. Αν αυτό που κάνετε δεν λειτουργεί, τότε θα πρέπει να διαφοροποιήσετε τη συμπεριφορά σας και να πράξετε με άλλον τρόπο.

6. Συμπεριφορά και προσαρμογή. Η συμπεριφορά πρέπει να είναι προσανατολισμένη προς την προσαρμογή. Η συμπεριφορά ενός ατόμου καθορίζεται από το πλαίσιο από το οποίο αυτή προέρχεται. Η πραγματικότητά σας ορίζεται από τις αντιλήψεις σας για τον κόσμο. Η συμπεριφορά που επιδεικνύει κάποιος είναι προσαρμοσμένη στην πραγματικότητά του. Όλα τα είδη συμπεριφοράς είναι χρήσιμα σε κάποιο πλαίσιο. Αυτό είναι κάτι που οι άνθρωποι πρέπει να συνειδητοποιήσουν και να αλλάξουν τον τρόπο που φέρονται όποτε είναι σκόπιμο.

7. Η παρούσα συμπεριφορά αποτελεί την καλύτερη επιλογή. Πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει μια θετική πρόθεση. Ο καθένας κάνει την καλύτερη επιλογή που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή, δεδομένου του ποιος είναι, τι εμπειρίες ζωής έχει και ποιες επιλογές γνωρίζει ότι έχει. Για να αλλάξετε την ανάρμοστη συμπεριφορά κάποιου είναι απαραίτητο να του δώσετε και άλλες επιλογές. Μόλις γίνει αυτό θα συμπεριφερθεί αναλόγως.

8. Το πλαίσιο της συμπεριφοράς. Θα πρέπει να αξιολογήσετε τη συμπεριφορά σας στο πλαίσιο του τι μπορείτε να κάνετε. Θα πρέπει να παλέψετε να γίνετε το καλύτερο που μπορείτε.

9. Οι πηγές των αλλαγών. Οι άνθρωποι έχουν όλα όσα χρειάζονται για να πραγματοποιήσουν τις αλλαγές που θέλουν. Ο στόχος είναι να εντοπίσουν ή να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους και να τους καταστήσουν διαθέσιμους στο κατάλληλο πλαίσιο. Το NLP παρέχει τεχνικές για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός.

10. Το πώς των πιθανοτήτων. Εάν οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον είναι ικανό να έχει κάποιες συμπεριφορές, τότε είναι δυνατό και για σας να τις αποκτήσετε. Η διαδικασία του προσδιορισμού του «πώς το κάνεις» ονομάζεται «μοντέλο».

11. Η συμπεριφορά τα λέει όλα. Σαφώς και πρέπει να ακούτε τι λένε οι άνθρωποι, αλλά δώστε μεγαλύτερη προσοχή στο τι κάνουν. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ των δύο θα πρέπει να βασιστείτε στη συμπεριφορά.

12. Διαφοροποίηση συμπεριφοράς και ατόμου. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη. Η συμπεριφορά είναι αυτό που κάποιος λέει, κάνει ή αισθάνεται ανά πάσα στιγμή. Όμως αυτό δεν είναι το άτομο. Το άτομο, ο άνθρωπος είναι κάτι μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο από τη συμπεριφορά του.

13. Δεν υπάρχει η αποτυχία. Υπάρχει μόνο ανατροφοδότηση. Είναι πιο σημαντικό για ένα άτομο να δει την εμπειρία του από την άποψη ενός πλαισίου μάθησης παρά από την άποψη ενός πλαισίου αποτυχίας. Αν ένα άτομο δεν επιτύχει σε κάτι, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποτύχει συνολικά. Σημαίνει απλώς ότι έχει ανακαλύψει έναν τρόπο με τον οποίο κάτι δεν γίνεται. Το άτομο θα πρέπει στη συνέχεια να μεταβάλει τη συμπεριφορά του μέχρι να βρει έναν τρόπο για να πετύχει.