Πάνω από 60 ώρες πρέπει να εργάζονται οι Έλληνες που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό προκειμένου η οικογένειά τους να ζει πάνω από το όριο της φτώχειας, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ για τον κατώτατο μισθό και το πώς αυτός διαμορφώθηκε στις χώρες-μέλη του κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Από τη σύγκριση στα επίπεδα των κατώτατων μισθών, σε σχέση με τον μέσο μισθό, διαπιστώνει κανείς ότι η Ελλάδα -με το 45%- βρίσκεται πιο κοντά στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά (που κυμαίνονται μεταξύ 35% και 40%) όπως είναι οι: Τσεχία, Μεξικό, Ηνωμένες Πολιτείες, Εσθονία και Ιαπωνία. Άνω του 60% του μέσου μισθού ανέρχεται ο κατώτατος μισθός μετά την κρίση (2013) στη Σλοβενία, τη Γαλλία, τη Χιλή και την Τουρκία.

Σύμφωνα με την μελέτη, αυτό μεταφράζεται σε καθαρές αποδοχές κάτω των τριών δολαρίων ανά ώρα στο Μεξικό, τη Λεττονία, τη Χιλή και την Εσθονία, την Ουγγαρία και την Τσεχική Δημοκρατία, και σε πάνω από εννέα δολάρια στο Λουξεμβούργο και την Αυστραλία. Ταυτόχρονα, η μελέτη εξετάζει επίσης τα εισοδήματα που μια δουλειά με τον κατώτατο μισθό προσφέρει σε μια οικογένεια μετά τον συνυπολογισμό των φορολογικών επιβαρύνσεων, αλλά και των κοινωνικών μεταβιβάσεων.

Έτσι, σύμφωνα με τον οργανισμό, υπάρχουν χώρες στις οποίες οι μισθωτοί με πλήρη απασχόληση που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, ακόμη κι αν εργάζονται πολλές ώρες, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αναλυτικά, στην Ελλάδα, ένας μισθωτός σε μονογονεϊκή οικογένεια με δύο παιδιά ή ένας εργαζόμενος σε οικογένεια με δύο παιδιά, που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, πρέπει να δουλεύει από 60 έως και 70 ώρες την εβδομάδα προκειμένου η οικογένειά του να μη βρίσκεται στο κατώφλι της φτώχειας. Υπάρχουν βέβαια και χώρες, όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που οι απαιτούμενες ώρες εργασίας ανά εβδομάδα είναι οι μισές από αυτές που χρειάζονται στην Ελλάδα.