Η ποιότητα των θέσεων εργασίας την τελευταία δεκαετία επηρεάσθηκε από την κρίση, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) μετά την αξιολόγηση στοιχείων από 45 χώρες. Η ποιότητα των αποδοχών μειώθηκε στα δύο-τρίτα των χωρών του ΟΟΣΑ - ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Ταυτόχρονα, η ασφάλεια των εργαζομένων στην αγορά εργασίας επιδεινώθηκε στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ (ιδιαίτερα στην Ισπανία και την Ελλάδα), ενώ η ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος άλλαξε με διαφορετικό τρόπο στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Η βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η ποιότητα των θέσεων εργασίας είναι υψηλότερη στην Αυστραλία, την Αυστρία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, τη Νορβηγία και την Ελβετία. Αντίθετα, σχετικά χαμηλή ποιότητα των θέσεων εργασίας διαπιστώθηκε στην Εσθονία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία, την Ισπανία και την Τουρκία. Σημειώνεται ότι ο ΟΟΣΑ έχει αναπτύξει ένα πλαίσιο για να μετρά και να αξιολογεί την ποιότητα των θέσεων εργασίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τρεις πτυχές: α) την ποιότητα των αποδοχών, η οποία δείχνει την έκταση στην οποία οι αποδοχές συμβάλλουν στην ευημερία των εργαζομένων και μετράται με τις μέσες αποδοχές και την κατανομή τους β) την ασφάλεια στην αγορά εργασίας, η οποία καταγράφει τους κινδύνους απώλειας της θέσης εργασίας και του οικονομικού κόστους που έχει για τους εργαζόμενους. Μετράται με τον κίνδυνο ανεργίας και τα επιδόματα ανεργίας σε περίπτωση που βρεθεί κάποιος άνεργος και γ) την ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος, η οποία αφορά στη φύση και το περιεχόμενο της εργασίας, τις συμφωνίες για το ωράριο εργασίας και τις σχέσεις στη θέση εργασίας και μετράται με τη συχνότητα καταπόνησης στην αγορά εργασίας.

Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία εντοπίζονται μεγάλες διαφορές μεταξύ ομάδων εργαζομένων. Πιο συγκεκριμένα, οι νέοι και ανειδίκευτοι δεν τείνουν μόνο να έχουν τη χειρότερη επίδοση όσον αφορά την απασχόλησή τους, αλλά έχουν επίσης χαμηλότερες αποδοχές και σημαντική υψηλότερη ανασφάλεια στην αγορά εργασίας και υψηλότερη καταπόνηση στην εργασία (ιδιαίτερα όσοι έχουν χαμηλή εξειδίκευση). Οι γυναίκες έχουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης από τους άνδρες και αντιμετωπίζουν μία μεγάλη απόκλιση στις αποδοχές τους (από τους άνδρες). Ταυτόχρονα, είναι λιγότερο πιθανό να καταπονηθούν στην εργασία τους σε σχέση με τους άνδρες.