Ο Κανονισμός εργασίας μπορεί να προβλέπει εγκύρως όρους αναφορικά με την εμφάνιση των μισθωτών εφόσον τίθενται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και κατ’ επέκταση, θεωρούνται θεμιτοί περιορισμοί των προσωπικών επιλογών του εργαζομένου.

Ο εργοδότης είναι ελεύθερος να αποφασίσει όχι μόνο αν θα συνάψει σύμβαση εργασίας αλλά και με ποιον θα συνάψει, καθώς η ελευθερία επιλογής του προσώπου του αντισυμβαλλομένου αποτελεί συστατικό στοιχείο της συνταγματικώς κατοχυρωμένης συμβατικής ελευθερίας. Τα κίνητρα, δηλαδή, για την επιλογή συγκεκριμένου προσώπου καταρχήν δεν ενδιαφέρουν ούτε ελέγχονται ως παραγωγικά αίτια της βούλησής του.

Οικονομική ελευθερία
Η προβληματική της οικονομικής ελευθερίας, όπως κατέδειξε πρόσφατη απόφαση (ΜονΠρΘεσ 21178/09), αναπτύσσεται και σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις όπως αυτήν κατά την οποία η ελευθερία αυτή συγκρούεται με την ελευθερία έκφρασης του εργαζομένου, της οποίας πτυχή είναι και η εξωτερική εμφάνιση.

Συγκεκριμένα, οι κανονισμοί σχετικά με την ευπρεπή εμφάνιση των εργαζομένων, των οποίων η αποδοχή αποτελούσε προϋπόθεση για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας με μια ξενοδοχειακή επιχείρηση, κρίθηκε ότι συνιστούν θεμιτούς περιορισμούς των προσωπικών επιλογών των εργαζομένων. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό λοιπόν, κρίθηκε νόμιμη η καταγγελία της σύμβασης υπαλλήλου ο οποίος αρνείτο να τηρήσει τους όρους ως προς την ευπρεπή εμφάνισή του.

Εν προκειμένω, η πολιτική της επιχείρησης όπως εγγράφως διατυπωνόταν, αναφερόταν στην ευπρεπή εμφάνιση των υπαλλήλων της που συναλλάσσονται με τους πελάτες και εξειδικευόταν με κανονισμούς περί της ένδυσής τους (ειδική στολή σε κάθε τμήμα), την προσωπική υγιεινή, το μήκος, το χρώμα και την κόμμωση των μαλλιών ανδρών και γυναικών, τη μη χρήση κοσμημάτων κ.λπ.

Η πολιτική αυτή της επιχείρησης θεωρείται σύμφωνη με τη διεθνή πρακτική για υπαλλήλους πολυτελών ξενοδοχείων, χώρων αναψυχής και καζίνο, ώστε να διασφαλίζεται η ευπρεπής εμφάνιση των υπαλλήλων χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις από ένα αποδεκτό για την κοινή αντίληψη standard εμφάνισης καθώς επίσης η διαμόρφωση εικόνας μιας εύρυθμης λειτουργίας, τάξης και διακριτικής πολυτέλειας στην επιχείρηση.

Οι ανωτέρω κανονισμοί θεωρήθηκαν από το δικαστήριο θεμιτοί περιορισμοί των προσωπικών επιλογών των εργαζομένων επιβαλλόμενοι νομίμως κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Εξάλλου, η υποχρεωτική συμμετοχή των υπαλλήλων πριν από την πρόσληψή τους σε τμήματα εκπαίδευσης όπου, μεταξύ των θεμάτων για τα οποία ενημερώνονται, συμπεριλαμβάνονται ζητήματα εμφάνισης και συμπεριφοράς τους καθώς και η παράδοση στους εργαζομένους του Κώδικα Δεοντολογίας και Συμπεριφοράς, συντείνει στην άποψη ότι η αποδοχή των όρων αυτών αποτελούσε  προϋπόθεση σύναψης συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.

Διευθυντικό δικαίωμα
Η συγκεκριμένη νομολογιακή γραμμή, όπως αποτυπώνεται στην ανωτέρω απόφαση-οδηγό, καταδεικνύει τους περιορισμούς άσκησης των συγκρουόμενων συμφερόντων, όταν, καίτοι ο υπάλληλος τηρεί αδιαμαρτύρητα την πολιτική της επιχείρησης και έχει δεσμευτεί εγγράφως ότι θα εξακολουθήσει να την τηρεί, αρχίζει να παραβαίνει τους όρους αυτούς. Ο εν λόγω υπάλληλος συνέχισε μεν να εμφανίζεται στην εργασία του αρνούμενος να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των προϊσταμένων του να κόψει τα μαλλιά του και καθόσον δε γινόταν δεκτός στο χώρο εργασίας, προέβη σε διαμαρτυρία για καταχρηστική μη αποδοχή της εργασίας του. Η εναγομένη τελικά προχώρησε σε καταγγελία της σύμβασής του καταβάλλοντάς του αποζημίωση.

Η καταγγελία αυτή, η οποία οφειλόταν σε άρνηση του εργαζομένου να διατηρεί το μήκος των μαλλιών του κοντό, κρίθηκε έγκυρη από το δικαστήριο, ως εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δικαιολογούμενη από το συμφέρον του να τηρείται από το σύνολο των εργαζομένων η συγκεκριμένη πολιτική ως προς την ευπρεπή εμφάνιση και ενδυμασία τους.

Τούτο ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η επιχείρηση δεν κατήγγειλε τη σύμβαση με τρόπο απότομο και καταχρηστικό ούτε τον προσέβαλε ως προσωπικότητα προκαλώντας του ηθική βλάβη, δεδομένου ότι τον είχε προειδοποιήσει προφορικά και εγγράφως αμέσως μόλις ο ενάγων άρχισε να παρουσιάζει εικόνα αποκλίνουσα από αυτήν του υπαλλήλου της επιχείρησης, ενώ ακολούθησε τη νόμιμη οδό της καταγγελίας καταβάλλοντας του τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης υπό την ειδικότερη έκφανση της επιλογής εξωτερικής εμφάνισης δεν παραβιάζεται όταν ο φορέας του έχει στα πλαίσια της δικής του οικονομικής ελευθερίας συναινέσει να περιοριστεί. Εντούτοις, με δεδομένο ότι τα προαναφερθέντα όρια μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων είναι ρευστά, μεγαλύτερη ασφάλεια στην επιχείρηση παρέχει αναμφίβολα μια εξειδικευμένη νομική συμβουλή.