Σε πολυμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης, των κοινωνικών εταίρων, των δανειστών, διεθνών οργανισμών αλλά και ανεξάρτητου Σώματος (που θα συγκροτηθεί για να «μετρά» τις επιπτώσεις κάθε μισθολογικής παρέμβασης στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα) παραπέμπονται η αύξηση του κατώτατου μισθού, οι αλλαγές σε ομαδικές απολύσεις, εργασιακές σχέσεις, προνόμια συνδικαλιστών, καθώς και του νόμου για την κήρυξη των απεργιών.

Η κυβέρνηση, δεσμεύτηκε συγκεκριμένα:

α) να «εξορθολογίσει» και σε «βάθος χρόνου» να αυξήσει τον κατώτατο μισθό με ένα τρόπο που θα διαφυλάξει την ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές της απασχόλησης,
β) να μεταβεί σε μια «έξυπνη» – νέα προσέγγιση στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας με «ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και δικαιοσύνης»,
γ) να υιοθετήσει τις βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε. σε όλο το εύρος της νομοθεσίας που αφορά την αγορά εργασίας (δηλαδή στο καθεστώς των ομαδικών απολύσεων, στην προσωρινή εργασία, στα προνόμια των συνδικαλιστών, στη διαδικασία κήρυξης απεργιών κ.ά. που ήταν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης των δανειστών με την προηγούμενη κυβέρνηση) «μέσω διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους,
δ) να προβλέψει κίνητρα για τη δήλωση εργασίας και
ε) να επεκτείνει τα υπάρχοντα σχέδια που παρέχουν προσωρινή απασχόληση στους ανέργους, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον, όμως, υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια και να αναβαθμίσει τα προγράμματα επιμόρφωσης των μακροχρόνια ανέργων.