Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αλλά και εξαιτίας οικονομικών ή γεωπολιτικών δυσχερειών στη χώρα προέλευσής τους, πολλοί είναι οι αλλοδαποί που επιθυμούν να εργαστούν στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις οδηγούνται στην πρόσληψη αλλοδαπών εργαζομένων. Το τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί στη θέση να προσλάβει ένα αλλοδαπό υπήκοο. Η πρόσληψη αλλοδαπού υπηκόου υπόκειται σε συγκεκριμένες διαδικασίες, οι οποίες ωστόσο δεν πρέπει να αποθαρρύνουν τον εργοδότη. Στην πραγματικότητα, εάν ο ιδανικός υποψήφιος είναι αλλοδαπός, πρέπει να τηρούνται ορισμένοι κανόνες συναρτήσει της εθνικότητάς του προκειμένου να τον απασχολήσει. Δύο βασικές κατηγορίες προκύπτουν: αυτή των ευρωπαίων υπηκόων και αυτή των μη- ευρωπαίων.
Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις σύνθετες συνέπειες των διευρύνσεων της Ε.Ε. κατά το 2004 και 2007, πολλά κράτη μέλη της Ε.Ε. των 15 εισήγαγαν «περιορισμούς διέλευσης» στην κυκλοφορία των εργαζομένων που προέρχονται από τα νέα κράτη-μέλη. Έτσι, για τους υπηκόους των 15 «παλιών» κρατών-μελών της Ε.Ε. και δη πριν από το Μάιο του 2004, καθώς και για τους Κύπριους και τους Μαλτέζους πολίτες, δεν απαιτούνται ιδιαίτεροι τύποι. Αυτή η ελευθερία πρόσβασης στην εργασία εφαρμόζεται, επίσης, και στους πολίτες της Ελβετίας, καθώς και των τριών κρατών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας: την Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία.

Ως προς τους υπηκόους κρατών που προσχώρησαν στην Ε.Ε. την 1η Ιανουαρίου 2004, ήτοι της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Εσθονίας, η Ελλάδα έχει αφήσει κατά μέρος όλους τους περιορισμούς για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας μέχρι την 1η Μαΐου 2006. Υιοθέτησε κάποιους περιορισμούς ως προς τους Βουλγάρους και τους Ρουμάνους πολίτες, των οποίων τα κράτη προσχώρησαν την 1η Ιανουαρίου 2007, αλλά τους ανακάλεσε τον Ιανουάριο του 2009. Κατ’ επέκταση, το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού θα πρέπει να τηρεί κατά την πρόσληψη ενός εργαζομένου υπηκόου κράτους-μέλους της Ε.Ε. την ίδια διαδικασία, όπως και για ένα Έλληνα πολίτη.

Μη υπήκοοι Ε.Ε.
Η πρόσληψη ως προς τους εργαζομένους μη υπηκόους της Ε.Ε. είναι πολύ πιο σύνθετη. Νόμος, που ψηφίστηκε το Φεβρουάριο του 2009, αξιώνει από τις επιχειρήσεις, που θέλουν να προσλάβουν αλλοδαπό μη Ευρωπαίο υπήκοο, ένα σύνολο ετήσιου κέρδους ανώτερο των 60.000 ευρώ και ανώτερο των 24.000 ευρώ για τις μονοπρόσωπες επιχειρήσεις. Δεν πρόκειται όμως παρά για την αρχή του γραφειοκρατικού και διαδικαστικού λαβυρίνθου. Στην πράξη, μόλις ο εργοδότης βρει τον ιδανικό υποψήφιο στο πρόσωπο ενός αλλοδαπού μη υπηκόου της Ε.Ε., ο τελευταίος οφείλει να επιστρέψει στη χώρα προέλευσής του για να ζητήσει visa εργασίας στις ελληνικές προξενικές αρχές.

Για την απόκτηση της visa, ο Έλληνας εργοδότης οφείλει να συμπληρώσει κάθε σχετικό έγγραφο πρόσληψης, να τα υποβάλει στον ΟΑΕΔ και, το δυσκολότερο εμπόδιο που πρέπει να υπερνικήσει είναι να αποδείξει ότι δεν υπάρχει κανένας Έλληνας ή Ευρωπαίος πολίτης ικανός να καταλάβει τη θέση, να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους προτίμησε αυτόν και τελικά να καταθέσει εγγύηση ισότιμη με περισσότερους μήνες μισθού.

Μετά την έγκριση του ΟΑΕΔ, αποστέλλονται μια επίσημη πρόσκληση εργασίας και ένα συμβόλαιο εργασίας στο προξενείο της χώρας καταγωγής του, που θα καλέσουν τον υποψήφιο σε συνέντευξη, για να του χορηγηθεί η visa εργασίας. Αυτό το διαδικαστικό στάδιο μπορεί να διαρκέσει έως και ένα έτος. Με τη visa ανά χείρας ο υποψήφιος θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα λάβει το πρωτότυπο της σύμβασης εργασίας με το οποίο, σε προθεσμία τριακονθήμερη, υποχρεούται να κάνει αίτηση για ΑΦΜ, ΙΚΑ και άδεια διαμονής και εργασίας.

Στη σύγχρονη πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας, οι επιχειρήσεις είναι όλο και περισσότερο πρόθυμες να προσλάβουν άτομα διαφορετικής «κουλτούρας» και να συνεργαστούν με ξένους εταίρους. Ακόμα κι αν διαπιστώνουμε ένα άνοιγμα της αγοράς στην εργασία αλλοδαπών Ευρωπαίων πολιτών, η γραφειοκρατία καθιστά την εργασία των αλλοδαπών μη Ευρωπαίων πραγματικό πεδίο μάχης, αλλά στην ιστορία αυτή δεν πρέπει να ξεχνάμε τον ανθρώπινο παράγοντα.

Επί του πρακτέου, για τη διασφάλιση της επιτυχίας της επιχείρησης, η οποία απασχολεί ήδη αλλοδαπούς υπηκόους ως προσωπικό, είναι ζωτικής σημασίας η τήρηση όλων των αναγκαίων διατυπώσεων με ότι νομικό ζήτημα συνεπάγονται αυτές.