Στα ποινικά δικαστήρια, όταν εκδικάζονται ποινικά αδικήματα, ένας τρόπος ώστε ο καταδικασθείς να τύχει μειωμένης ποινής είναι να επικαλεστεί και να αποδείξει το περιεχόμενο ενός «πρότερου έντιμου βίου».

Πιο συγκεκριμένα, οφείλει να τεκμηριώσει ότι έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή έως το χρόνο που διαπράχθηκαν οι παράνομες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Για να γίνει αποδεκτό από την πλευρά του δικαστηρίου το ελαφρυντικό αυτό, θα πρέπει να αποδειχτεί ότι το συγκεκριμένο έγκλημα αποτελεί μία «παραφωνία» στη μέχρι τότε ζωή του, η οποία υπήρξε καθόλα άψογη, με αναφορά σε θετικές ενέργειες και όχι απλά βασιζόμενη στην απουσία εγκληματικής δράσης. Έτσι, ο κατηγορούμενος δεν κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από την πράξη του αυτήν, αλλά από τη γενικότερη διαγωγή του, και υπόκειται στον δικαστή η απόφαση της αντίστοιχης μείωσης της προβλεπόμενης ποινής.

Σε ένα εργασιακό περιβάλλον και πιο συγκεκριμένα κατά τη διαδικασία του recruitment & resourcing, το περιεχόμενο του πρότερου βίου για ένα στέλεχος διαμορφώνεται από την εργασιακή εμπειρία που έχει αποκτήσει κατά το παρελθόν. Ειδικότερα, για την πλήρωση θέσεων εργασίας όπου η εμπειρία σε αντίστοιχη θέση θεωρείται απαραίτητη, η επίδειξη του πρότερου εργασιακού βίου επιβάλλεται εκ των πραγμάτων. Εκτός όμως από την εργασιακή εμπειρία, ένα στέλεχος διαθέτει κι άλλα χαρακτηριστικά σύμφωνα με τα οποία ενισχύει την καταλληλότητα του για μια θέση, και δεν είναι άλλα από τις γνώσεις που αποδεικνύει μέσα από τους τίτλους σπουδών που έχει λάβει. Η επένδυση στη γνώση συνήθως αποτιμάται αρκετά επωφελής, με τις εταιρείες να αναζητούν στελέχη με «τεκμηριωμένα» προσόντα ή ακόμη και να εκπαιδεύουν το ανθρώπινο δυναμικό τους ώστε να δηλώνουν προετοιμασμένες στις σημερινές προκλήσεις.