Η συντριπτική πλειοψηφία (81%) των διευθύνοντων συμβούλων μη εισηγμένων ιδιωτικών εταιρειών εκτιμούν ότι η εταιρεία τους θα πετύχει αύξηση εσόδων την ερχόμενη χρονιά, σύμφωνα με την 19η ετήσια παγκόσμια έρευνα της PwC.

Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο των εισηγμένων εταιρειών που ανέρχεται σε 84% ενώ οι επιχειρήσεις που αυτοπροσδιορίζονται ως οικογενειακές είναι αισιόδοξες σε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό που ανέρχεται σε 86%. Όπως και οι συνάδελφοί τους στις εισηγμένες εταιρείες, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των μη εισηγμένων ιδιωτικών εταιρειών εκτιμούν ότι η ανάπτυξη αυτήν την περίοδο θα προέλθει κυρίως από τις ΗΠΑ (37%), την Κίνα (31%) και τη Γερμανία (19%). Και παρά την πρόσφατη αναταραχή που δημιουργήθηκε στην κινεζική αγορά, οι μη εισηγμένες ιδιωτικές εταιρείες θα μπορούσαν να διατηρήσουν πολλά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τις εισηγμένες.

Ταυτόχρονα, η αναζήτηση ικανών στελεχών –που βρίσκεται πάντα ψηλά στη λίστα των θεμάτων που απασχολούν τις οικογενειακές επιχειρήσεις– περιλαμβάνεται στα ευρήματα και της φετινής έρευνας, σύμφωνα με τα οποία το 73% των διευθύνοντων συμβούλων μη εισηγμένων ιδιωτικών εταιρειών εκφράζουν ανησυχίες για τη διαθεσιμότητα κρίσιμων δεξιοτήτων, τάση που παρατηρείται και στο συνολικό δείγμα.

Σύμφωνα με την PwC, αυτή η μάχη για ταλαντούχα στελέχη μπορεί να εξηγήσει και γιατί το 42% των διευθύνοντων συμβούλων των οικογενειακών επιχειρήσεων αναζητούν τρόπους να αλλάξουν την αμοιβή και τα κίνητρα που προσφέρουν οι εταιρείες τους, σε σύγκριση με το 35% των μη εισηγμένων ιδιωτικών εταιρειών γενικά και το 33% του συνολικού δείγματος της έρευνας για τους διευθύνοντες συμβούλους. Κατά τον ίδιο τρόπο, το 33% των μη εισηγμένων ιδιωτικών εταιρειών εστιάζει στις δεξιότητες και την ικανότητα προσαρμογής των εργαζομένων τους, σε σύγκριση με το 24% των εισηγμένων εταιρειών.