Τον τρόπο πρόσληψης στελεχών αλλάζει η έλλειψη δεξιοτήτων σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η PwC πραγματοποιώντας συνεντεύξεις με 1.322 διευθύνοντες συμβούλους από 77 χώρες.

Σύμφωνα με αυτήν, οι εταιρείες δυσκολεύονται πλέον να βρουν εργαζόμενους που να διαθέτουν τις δεξιότητες που απαιτούνται για την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους. Συγκεκριμένα, τα τρία τέταρτα των 1.300 ερωτηθέντων χαρακτηρίζουν την έλλειψη δεξιοτήτων ως τη μεγαλύτερη απειλή για τις επιχειρήσεις τους. Αυτή η εκτίμηση έχει σημειώσει αύξηση 10% σε σχέση με το 2014 και έχει αυξηθεί κατά 46% μέσα στην τελευταία εξαετία.

Πιο προβληματισμένοι εμφανίζονται, σύμφωνα με την έρευνα, οι διευθύνοντες σύμβουλοι στην Ιαπωνία και την Αφρική – πάνω από 9 στους 10 ερωτηθέντες δηλώνουν ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα βασικών δεξιοτήτων θέτει σε κίνδυνο τις προοπτικές ανάπτυξης των οργανισμών τους – με την Κίνα (90%), το Χονγκ Κονγκ (85%), το Ηνωμένο Βασίλειο (84%) και τη Ρουμανία (84%) να ακολουθούν.
 
Οι εταιρείες, προκειμένου να καλύψουν το κενό αυτό, έχουν αυξήσει τον αριθμό των προσωρινά απασχολούμενων, των εξωτερικών συνεργατών και των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, ψάχνουν για ένα πιο πλήρες μείγμα δεξιοτήτων σε σχέση με το παρελθόν και αναζητούν τις δεξιότητες που χρειάζονται σε διαφορετικές γεωγραφικές τοποθεσίες, κλάδους ή δημογραφικές ομάδες.

Επίσης, η κάλυψη του κενού δεξιοτήτων αποτελεί σημαντικό λόγο για εξαγορές και συγχωνεύσεις, με πάνω από το ένα τέταρτο των διευθυνόντων συμβούλων να δηλώνει ότι η εξασφάλιση κορυφαίων στελεχών είναι ο κύριος λόγος συνεργασίας με άλλους οργανισμούς. Αυτό οδηγεί, σύμφωνα με την PwC, σε μια νέου είδους οικονομία στην οποία κυριαρχούν τα ελεύθερα επαγγέλματα, την επονομαζόμενη «gig economy», στην οποία οι εργαζόμενοι με τις πιο περιζήτητες δεξιότητες θα είναι σε θέση να αποφασίζουν το πού και το πώς θα εργάζονται αλλά και για ποιον.