Όπως είναι κοινά αποδεκτό, η σύμβαση, µε την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας.

Λόγω, όμως, της ιδιομορφίας της, η σύμβαση δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά µε το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται µόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.

Βαθμός ετοιμότητας
Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για τη λεγόμενη «σχέση ετοιμότητας για εργασία», η οποία ανάλογα µε το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:

(α) τη «γνήσια ετοιμότητα για εργασία», στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, μόλις παραστεί ανάγκη.

Σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και, συνεπώς, η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα µε την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού.

(β) τη «µη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης», κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, δύναται, δηλαδή, να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και

(γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν «ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας» και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε, ανάλογα µε τα χρονικά διαστήματα, υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και, ειδικότερα, αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή µη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη µία ή άλλη κατηγορία.

Οργάνωση του χρόνου εργασίας
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι µε την 2003/88/ΕΚ του Συμβουλίου κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς του π.δ. 88/99, ως χρόνος εργασίας νοείται κάθε περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εναγόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα µε τις ισχύουσες ρυθμίσεις, για κάθε κατηγορία εργαζομένων. Ως περίοδος ανάπαυσης νοείται κάθε περίοδος που δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων, µε τη χορήγηση σε αυτούς των καθαριζόμενων κατ’ ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ’ ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών εργασίας, κατά µέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα µε τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του.

Απαραίτητη η νομική συμβουλή
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα ήταν σκόπιμο ο εργοδότης να καταφεύγει στη νομική συμβουλή πριν τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εκάστοτε ατομικής συμβάσεως εργασίας, τόσο για να διαφανεί εάν πράγματι θα πρέπει η εργασιακή σχέση να διέπεται από τις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά µε το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, όσο, φυσικά, και για επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή διασφάλιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των δύο μερών. Κατά αυτόν τον τρόπο, αποφεύγονται εξώδικες ή δικαστικές διενέξεις που θα πλήξουν μοιραία τη σταθερότητα και την ισορροπία στην εργασιακή σχέση.