Άραγε δύναται η επίκληση εν γένει του Δημοσίου Συμφέροντος να δικαιολογεί τη σοβαρή επέμβαση του νομοθέτη σε βασικά ατομικά δικαιώματα και εν προκειμένω στην περιουσία και την εν γένει οικονομική ελευθερία;

Το ερώτημα αυτό κλήθηκε κατ’ ουσίαν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ) να απαντήσει με πρόσφατη απόφαση της (υπ’ αριθ. 3316/2014) και εν τέλει κατά πλειοψηφία απεφάνθη αρνητικά. Ειδικότερα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα του άρθρου 30 παρ.5 του ν.3296/2004 περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων από το Σ.Δ.Ο.Ε. αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες κατοχυρώνεται η επαγγελματική και οικονομική ελευθερία αλλά και το δικαίωμα στην περιουσία του ατόμου.Με την προαναφερθείσα νομοθετική διάταξη του 2004 ορίστηκε η σύσταση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (Υ.Π.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών και πλέον Σ.Δ.Ο.Ε στην οποία και εδόθησαν ευρύτατες εξουσίες ελέγχου, ήτοι μεταξύ άλλων και της δυνατότητας να επιβάλλει το μέτρο της δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες διάπραξης διαφόρων παραβάσεων μεταξύ των οποίων και σοβαρών παραβάσεων οικονομικής φύσης και με σκοπό την αποκάλυψη αυτών.

Κατά συνέπεια στην περίπτωση που το ΣΔΟΕ στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων είχε τέτοιες υπόνοιες, προχωρούσε συνήθως σε δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου προσώπου με αποτέλεσμα το πρόσωπο εις βάρος του οποίου επιβάλλονταν αυτά, να μην έχει πλέον την εξουσία όχι μόνο διάθεσης αλλά ούτε καν χρήσης των δεσμευόμενων περιουσιακών στοιχείων του και αποστερούμενο μάλιστα αυτών για αόριστο χρονικό διάστημα.

Η νομοθετική πρόβλεψη της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων γεννήθηκε με την αιτιολογία της διασφάλισης των δημοσιονομικών συμφερόντων του Δημοσίου, ήτοι να δύναται το Δημόσιο να ικανοποιηθεί μελλοντικώς εφόσον στα πλαίσια σχετικού ελέγχου προέκυπτε ότι οι πιθανολογούμενες παραβάσεις για τις οποίες υπήρχε αρχική υπόνοια τέλεσης, έχουν όντως τελεσθεί. Η εν λόγω υπόθεση ήχθη ενώπιον του ΣτΕ κατόπιν αίτησης ακύρωσης επιχειρηματία στον οποίο επιβλήθηκε από το ΣΔΟΕ η δέσμευση των τραπεζικών του λογαριασμών του λόγω υπονοιών -κατόπιν ελέγχου- περί πιθανότητας τέλεσης αδικημάτων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας. Το Δ’ Τμήμα του Δικαστηρίου, το οποίο και αρχικά απασχόλησε η υπόθεση, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν είναι συνταγματική η επιβολή αυτών των μέτρων και παρέπεμψε περαιτέρω κατά το Σύνταγμα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου να αποφανθεί επ’ αυτού. Η Ολομέλεια επανέλαβε κατ’ ουσίαν την κρίση του Τμήματος περί αντισυνταγματικότητας της εν λόγω δέσμευσης στηρίζοντας το σκεπτικό της στο ότι δεν υπήρχε κατ’ ουσίαν πρόβλεψη στο προκείμενο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή στο νόμο και σχετικό εκτελεστικό διάταγμα που εκδόθηκε εν συνεχεία προς περαιτέρω ρύθμιση του ζητήματος) για το εν λόγω μέτρο.

Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν υπήρχε αναφορά στις προϋποθέσεις επιβολής του μέτρου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο (ήτοι τρόπος/ποσό δέσμευσης) και ούτε καν της διαδικασίας επιβολής ή άρσης αυτής. Τονίζεται δε ότι επιπλέον, δεν ετίθετο από τον νομοθέτη περιορισμός ως προς την έκταση και τη χρονική διάρκεια των δεσμευόμενων περιουσιακών στοιχείων. Ως επί το πλείστον επισημάνθηκε από το Δικαστήριο ότι τέτοια επιβολή αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας, διότι με τη χρήση αορίστων εννοιών όπως αυτής του Δημοσίου Συμφέροντος, προσφέρεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση ως προς την επιβολή του μέτρου, ήτοι επιβολή αυτού κατά την εκτίμηση της Διοίκησης.

Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο τόνισε καταληκτικά πως δεν αφήνεται στην προκείμενη περίπτωση το περιθώριο να θέσει εκείνο, το πρώτον, τα της επιβολής του εν λόγου μέτρου, καθότι αφ’ ης στιγμής, δεν έχει πράξει αυτό ο ίδιος ο νομοθέτης, κάτι τέτοιο θα σήμαινε υποκατάσταση του τελευταίου και κατ’ αποτέλεσμα ανεπίτρεπτη από το Σύνταγμα υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω σημαντική απόφαση, ανοίγει αναντίρρητα ο δρόμος στις επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν τέτοια μέτρα με την κατάλληλη νομική αρωγή, να δικαιωθούν.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313