Η ενδυνάμωση της αγοράς εργασίας με σύγχρονες γνώσεις και ευελιξία στο εργασιακό περιβάλλον, ώστε άνθρωποι και επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις αλλαγές στην εργασία και τα επαγγέλματα, αποτελεί μια από τις βασικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2030.

Αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων η ειδική έκδοση του ΣΕΒ με τίτλο #SEV4Europe, την οποία ο Σύνδεσμος έδωσε στη δημοσιότητα με αφορμή τις προσεχείς εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, 17 εκατ. πολίτες ζουν και εργάζονται σε άλλες χώρες της Ε.Ε., αξιοποιώντας την ενιαία αγορά που διευρύνει τις επαγγελματικές προοπτικές τους.

Παρόλα αυτά, οι επιχειρήσεις αναζητούν νέους τρόπους αύξησης της δεξαμενής διαθέσιμων ταλέντων λόγω της εντεινόμενης δημογραφικής γήρανσης και του σημαντικού χάσματος δεξιοτήτων.

Πέρα από τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα, οι ελλείψεις καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού οδηγούν σε αύξηση του εσωτερικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών.

Επίσης, τα τελευταία 5 χρόνια χαρακτηρίστηκαν από την αυξανόμενη ρύθμιση του εργασιακού περιβάλλοντος σε ζητήματα που αποτελούν παραδοσιακά εθνική αρμοδιότητα.

Αυτή η προσέγγιση συχνά, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε., ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ενδεικτικοί της κατάστασης είναι οι αριθμοί που παρατίθενται στην έρευνα. Έτσι, 265 εκατ. πολίτες βρίσκονταν σε εργασιακή ηλικία το 2022, έναντι πρόβλεψης για μόνο 258 εκατ. το 2030. Από την άλλη, μόλις το 54% των πολιτών της Ε.Ε. έχει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, ποσοστό που περιορίζεται στο 44% στους άνω των 55 ετών. Τέλος, στο 46% των επιχειρήσεων, η έλλειψη χεριών με ψηφιακές δεξιότητες περιορίζει τις παραγωγικές δυνατότητες.

Η πρόκληση και οι στόχοι
Σύμφωνα με την μελέτη του ΣΕΒ, η Ε.Ε. χρειάζεται περισσότερα, και πιο εξειδικευμένα χέρια και μυαλά, «ειδικά σε μια εποχή όπου η τεχνολογία αλλάζει την εργασία». Επιπλέον, «είναι αναγκαία η διαμόρφωση ενός ισορροπημένου, ευέλικτου και αποτελεσματικού εργασιακού πλαισίου». Η μελέτη #SEV4Europe, εξάλλου, επισημαίνει τρεις βασικούς στόχους προς την παραπάνω κατεύθυνση.

Ο πρώτος στόχος, αφορά την κατάρτιση περισσότερων εργαζόμενων με σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες. Ένας τρόπος επίτευξης αυτού του στόχου είναι η συντονισμένη προσέλκυση περισσότερων νέων στα επιστημονικά πεδία STEM, αλλά και η ένταξη μαθημάτων STEM σε περισσότερα προγράμματα εκπαίδευσης/ κατάρτισης.

Ο δεύτερος στόχος αφορά στη δημιουργία ισχυρών εθνικών συστημάτων κατάρτισης/εκπαίδευσης για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, με τη συμμετοχή ποσοστού άνω του 60% των εργαζομένων σε προγράμματα επανακατάρτισης έως το 2030, μέσα από την αναθεώρηση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων για προγράμματα που συνδέονται με την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας.

Προτείνεται δε, τουλάχιστον το 20% των φοιτητών να συμμετέχει σε προγράμματα Erasmus+ (το ποσοστό αυτό είναι μόλις 2% σήμερα) μέσα από την ενίσχυση της κινητικότητάς τους.

Τέλος, σύμφωνα πάντα με τον ΣΕΒ, ο τρίτος στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου εργασιακού περιβάλλοντος με σεβασμό στην κοινωνική διάσταση, την ευελιξία, τη συμπερίληψη και την ανταγωνιστικότητα της αγοράς εργασίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να αξιοποιηθούν στο μέγιστο τα άρθρα της Συνθήκης της ΕΕ (154, 155), ώστε οι οδηγίες εργασιακής/κοινωνικής πολιτικής να είναι αποτέλεσμα συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων και εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα απαιτείται διαμόρφωση ειδικότερων πολιτικών για την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) στην εργασία. «Η ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας με σύγχρονες δεξιότητες και ένα ανθρώπινο κεφάλαιο που επιβραβεύεται για την απόδοσή του, είναι προϋποθέσεις μιας συμπεριληπτικής ευημερίας. Η κάλυψη των ποσοτικών και ποιοτικών ελλείψεων, η μεγαλύτερη απορροφητικότητα από την αγορά εργασίας και η προσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στις ανάγκες της αγοράς, περνάνε από εθνικές πολιτικές που βασίζονται σε ένα αποτελεσματικό ευρωπαϊκό πλαίσιο» καταλήγει η μελέτη, για την αγορά εργασίας.