Το φαινόμενο του εργασιακού στρες, το οποίο σε παγκόσμιο επίπεδο επηρεάζει περισσότερο από το 50% του ανθρώπινου δυναμικού, εντείνεται ακόμα περισσότερο σε περιόδους κρίσης και οικονομικών αναταραχών. Στην Ελλάδα της ύφεσης, 2 στους 3 εργαζόμενους θεωρούν ότι η εργασία έχει βλάψει την υγεία τους, ενώ 1 στους 2 αναφέρει προβλήματα στην πλάτη ή άγχος - ποσοστό διπλάσιο από των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών.

Το στρες είναι αυτό που αισθάνεται κάποιος όταν καλείται να διαχειριστεί περισσότερα από όσα έχει συνηθίσει. Όταν κάποιος έχει στρες, το σώμα του αντιδρά σαν να βρισκόταν σε κίνδυνο. Παράγει ορμόνες που επιταχύνουν το ρυθμό της καρδιάς, μας κάνουν να αναπνέουμε ταχύτερα και προκαλούν ανεξήγητη κούραση, μεταξύ άλλων. Κάποιο επίπεδο στρες είναι φυσιολογικό, ή ακόμα και χρήσιμο, αφού μπορεί να βοηθήσει σε περιπτώσεις που κανείς πρέπει να εργαστεί σκληρά ή να αντιδράσει γρήγορα. Για παράδειγμα, μπορεί να βοηθήσει κάποιον να κερδίσει έναν αγώνα, ή να ολοκληρώσει εγκαίρως μία σημαντική εργασία. Αλλά αν συμβαίνει συχνά ή διαρκεί πολύ, μπορεί να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις, όπως πονοκεφάλους, στομαχικές διαταραχές, πόνους στη μέση και προβλήματα στον ύπνο. Μπορεί να εξασθενίσει το ανοσοποιητικό σύστημα, ή ακόμα να επιδεινώσει ένα ήδη υπάρχον πρόβλημα υγείας. Ταυτόχρονα, επιδρά αρνητικά στη διάθεση του ανθρώπου, ενώ δυσχεραίνει τις διαπροσωπικές σχέσεις και μειώνει την απόδοση στην εργασία.

«Οδηγείτε αμέριμνα όταν ξαφνικά κάποιο αυτοκίνητο με πολύ μεγάλη ταχύτητα διασχίζει κάθετα τον δρόμο σας. Φρενάρετε απότομα και τελικά αποφεύγετε τη σύγκρουση. Μόλις βρεθήκατε σε κίνδυνο. Η καρδιά σας χτυπάει δυνατά, το στόμα σας έχει στεγνώσει, νοιώθετε κόμπο στο στομάχι, η αναπνοή σας είναι ρηχή και γρήγορη, τα χέρια έχουν ιδρώσει, νοιώθετε θυμό. Μόλις ενεργοποιήθηκε η αντίδραση μάχης ή φυγής. Έχετε την ανάγκη να δώσετε μάχη ή να καταφύγετε σε ασφαλέστερο μέρος. Το βράδυ έχετε δυσκολία στον ύπνο, σκεπτόμενοι τι θα μπορούσατε να είχατε πάθει. Καθυστερείτε να φύγετε το πρωί, κρύβετε τα πραγματικά σας συναισθήματα από τους οικείους σας. Ξεκινούν οι φοβίες-αποφεύγετε το συγκεκριμένο δρόμο ή έχετε υπερδιέγερση ακούγοντας μια κόρνα αυτοκινήτου τις επόμενες ημέρες. Όσες περισσότερες είναι οι άνευ λόγου ενεργοποιήσεις, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να εξαντληθεί το σώμα μας σωματικά και ψυχολογικά.

Οι απειλές μπορεί να είναι πραγματικές ή φανταστικές, με τα ίδια ακριβώς συμπτώματα (π.χ. όταν μας καλεί ο προϊστάμενος στο γραφείο του ύστερα από παράπονο σημαντικού πελάτη). Τα συμπτώματα μπορεί να είναι σιωπηλά ή να φωνάζουν από μακριά. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται διαφορετικά τις αγχογόνες καταστάσεις της καθημερινότητας γιατί τις νοηματοδοτεί με διαφορετικό τρόπο και έχει διαφορετικά αποθέματα. Η επιχείρηση όμως οφείλει να προνοήσει και να αφουγκραστεί έγκαιρα τα ανησυχητικά συμπτώματα και να προσαρμόσει τις συνθήκες εργασίας, τις διαδικασίες και συμπεριφορές με γνώμονα την πρόληψη των ψυχοκοινωνικών κινδύνων (ΨΚΚ) και του εργασιακού άγχους», όπως πολύ παραστατικά εξηγεί η Νέλλυ Γιαννακά, Ψυχολόγος, EAP Project Manager, Ergonomia. Και ενώ οι αιτίες που προκαλούν στρες είναι πολλές, το εργασιακό στρες αναδεικνύεται σε μία εκ των κυριότερων και συνηθέστερων.

Το στρες που σχετίζεται με την εργασία
Ο σωστός σχεδιασμός και η σωστή οργάνωση και διαχείριση της εργασίας είναι το ζητούμενο, αλλά όταν αυτά τα στοιχεία λείπουν, το στρες που σχετίζεται με την εργασία (work related stress) είναι αναπόφευκτο. Αυτού του είδους το στρες αναπτύσσεται όταν ένας εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τις απαιτήσεις των καθηκόντων που του ανατίθενται. Και όπως κάθε είδους στρες, μπορεί να αποτελέσει την αιτία ασθενειών οι οποίες, όπως είναι γνωστό, συνδέονται με υψηλά επίπεδα απουσιών, υψηλό turnover του ανθρώπινου δυναμικού και άλλα ζητήματα όπως μειωμένη απόδοση, περισσότερα λάθη κ.λπ. Το εργασιακό στρες μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε, σε οποιοδήποτε επίπεδο της ιεραρχίας, ανεξαρτήτως κλάδου ή μεγέθους της εταιρείας.

Αποτελεί έναν σημαντικό κίνδυνο για τις περισσότερες εταιρείες και για αυτό η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης αναδεικνύεται σε υψίστης σημασίας προτεραιότητα για τους εργοδότες και φυσικά τους επαγγελματίες του HR. Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό ότι η υπερβολική ή παρατεταμένη πίεση στην εργασία μπορεί να δημιουργήσει υψηλά επίπεδα στρες στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με τον οργανισμό HSE (Health & Safety Executive) του Ηνωμένου Βασιλείου, το εργασιακό στρες είναι «η δυσμενής αντίδραση των ανθρώπων απέναντι σε υπερβολικές πιέσεις ή άλλου είδους απαιτήσεις της δουλειάς». Οι άνθρωποι αγχώνονται υπερβολικά όταν αισθάνονται ότι δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους -είτε πρόκειται για υλικούς και οικονομικούς είτε για συναισθηματικούς πόρους- για να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις.

Το έντονο ή παρατεταμένο στρες μπορεί να οδηγήσει σε σωματικές και ψυχικές ασθένειες – από άγχος και κατάθλιψη μέχρι καρδιακές παθήσεις, πόνους στη μέση ακόμα και εξαρτήσεις από αλκοόλ ή ναρκωτικά. Σύμφωνα με την ετήσια Absence Management survey του CIPD, το στρες είναι μία βασική αιτία για απουσίες λόγω ασθένειας στους οργανισμούς. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Εβίνα Ηλιοπούλου, Ψυχολόγος, Senior Account Manager της Hellas EAP «Το εργασιακό στρες εκδηλώνεται όταν οι απαιτήσεις στην εργασία υπερβαίνουν την ικανότητα και τους μηχανισμούς που διαθέτει ο εργαζόμενος να αντεπεξέλθει σε αυτές. Ως αποτέλεσμα, προκύπτουν βλαβερές συνέπειες στη σωματική και συναισθηματική του υγεία, ευνοώντας ταυτόχρονα την εκδήλωση συμπεριφορών που μπορούν να δημιουργήσουν κινδύνους για τον ίδιο, τους συναδέλφους και την εταιρεία. Συνήθη συμπτώματα σωματοποίησης του στρες είναι πονοκέφαλοι, ταχυκαρδίες, στομαχικά προβλήματα, πίεση, αϋπνίες, κόπωση κ.ά., ενώ παρατηρείται η τάση να υιοθετούνται επιβλαβείς συνήθειες όπως κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ και ψυχοφαρμάκων ως τρόποι ανταπόκρισης.

Η εργασιακή απόδοση εμφανίζει διακυμάνσεις ή μείωση, παρουσιάζονται προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης, δυσκολία λήψης αποφάσεων, λάθη, ατυχήματα, έλλειψη αυτοπεποίθησης, απουσίες, παρουσιασμός κ.ά. Η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και η εμπιστοσύνη πλήττονται, επίσης. Ένας στρεσαρισμένος εργαζόμενος μπορεί εύκολα να γίνει οξύθυμος, να εκδηλώσει παθητικο-επιθετικές συμπεριφορές προς συναδέλφους, πελάτες, εταιρεία και οικογένεια, να εμφανίσει τάσεις απομόνωσης και κοινωνικής απόσυρσης. Η χρόνια έκθεση στο στρες μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ευνοώντας την εκδήλωση σοβαρών ψυχικών και οργανικών ασθενειών όπως κατάθλιψη, καρδιαγγειακά νοσήματα, κ.ά.».

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μερικές φορές υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στους όρους «πίεση» και «στρες». Είναι υγιές και απαραίτητο οι άνθρωποι να βιώνουν προκλήσεις στη ζωή τους, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν κάποια πίεση, όπως για παράδειγμα η ανάγκη γρήγορης λήψης αποφάσεων όταν κάποιος είναι αντιμέτωπος με κάποιο κίνδυνο. Μέχρις ορισμένου σημείου, μία αύξηση στην πίεση μπορεί να βελτιώσει την απόδοση του εργαζομένου. Ωστόσο, αν η πίεση γίνει υπερβολική, χάνει τα ευεργετικά της αποτελέσματα και μπορεί να αποβεί επιβλαβής έως και καταστρεπτική για την υγεία.

Κρίσιμης σημασίας η αντιμετώπιση
Οι εταιρείες καλούνται να αντιμετωπίσουν το εργασιακό στρες για να διασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία τους και να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για την αποδοτικότητα τους. Ταυτόχρονα, οι εταιρείες φέρουν, όχι μόνο ηθική, αλλά και νομική ευθύνη απέναντι στο ανθρώπινο δυναμικό τους. Και αυτό γιατί το εργασιακό στρες έχει αναγνωριστεί σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο ως ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τόσο τους εργαζομένους όσο και τους εργοδότες. Έχοντας αναγνωρίσει την ανάγκη για ανάληψη από κοινού δράσης επί του θέματος αυτού, οι ευρωπαίοι κοινοτικοί εταίροι υπέγραψαν τη συμφωνία-πλαίσιο για το εργασιακό άγχος στις 8 Οκτωβρίου 2004. Σύμφωνα με την Οδηγία-πλαίσιο 89/391, «όλοι οι εργοδότες έχουν νομική υποχρέωση να προστατέψουν την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων. Το καθήκον αυτό ισχύει για τα προβλήματα εργασιακού άγχους στο βαθμό που αυτά εμπεριέχουν κίνδυνο για την εργασιακή ασφάλεια και υγεία».

«Η πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση του εργασιακού στρες καθίσταται επιτακτική ανάγκη, λαμβάνοντας υπόψη τα τεράστια κόστη (εμφανή αλλά και κρυφά) που επιφέρει η μη διαχείρισή του σε ατομικό, οργανωσιακό και εθνικό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, με βάση πρόσφατη έρευνα, στη Μ. Βρετανία το εργασιακό στρες κοστίζει στις επιχειρήσεις €1.220 ανά εργαζόμενο ετησίως από τη μείωση της παραγωγικότητας, αύξηση παρουσιασμού και απουσιών, εμφάνιση κατάθλιψης και εναλλαγή εργαζομένων. Στο πλαίσιο της παρούσας κοινωνικοοικονομικής ύφεσης στην Ελλάδα ειδικότερα, η επένδυση στην πρόληψη και ενίσχυση της υγείας του ανθρώπινου δυναμικού και η ενσωμάτωσή της στη στρατηγική των επιχειρήσεων, μπορεί να μειώσει σημαντικά οικονομικά και «ανθρώπινα» κόστη σε όλα τα επίπεδα. Ένα μη υγιές και στρεσσογόνο εργασιακό περιβάλλον που λειτουργεί κατασταλτικά και όχι προληπτικά είναι λιγότερο ανθεκτικό και προσαρμοστικό στις αλλαγές και τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Σε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον κάθε “υγιής” προσπάθεια προς ανάκαμψη και προσωπική και επαγγελματική ευημερία δύσκολα μπορεί να αποδώσει», επισημαίνει η Ε. Ηλιοπούλου.

«Είναι πολυτέλεια να μιλάμε για πρόληψη των ΨΚΚ και του εργασιακού άγχους εν μέσω κρίσης; Και βέβαια όχι, αν αναλογιστούμε τις σοβαρές συνέπειες ως αποτέλεσμα της μη έγκαιρης αντιμετώπισής τους. Σκεφτείτε το επίπεδο του εργασιακού άγχους για τον εργαζόμενο σαν μια τεντωμένη χορδή βιολιού έτοιμη να σπάσει… τα αποτελέσματα μπορεί να είναι: μείωση επιθυμίας για εργασία, μείωση ικανότητας συγκέντρωσης, απλή παρουσία χωρίς απόδοση (presenteeism), μειωμένη εργασιακή δέσμευση, αύξηση συμπτωμάτων κακής σωματικής και ψυχικής υγείας, συχνές επιζήμιες αποφάσεις, πρόστιμα και δικαστικές διενέξεις, κακές συναδελφικές σχέσεις, μειωμένη απόδοση και παραγωγικότητα, κακή φήμη της εταιρείας, αύξηση των εργατικών ατυχημάτων κ.ά.», συμπληρώνει η Ν. Γιαννακά. Και φυσικά το κύριο βάρος αυτής της προσπάθειας βαραίνει, κυρίως, τους ώμους του τμήματος Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού και τους επαγγελματίες του HR.


Αντιμετώπιση
Υπάρχουν τέσσερις βασικές προσεγγίσεις, σύμφωνα με το CIPD, τις οποίες οι εταιρείες μπορούν να ακολουθήσουν προκειμένου να αντιμετωπίσουν το εργασιακό άγχος. Αυτές οι προσεγγίσεις μπορούν να αξιοποιηθούν μεμονωμένα ή συνδυαστικά, ανάλογα με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις και ζητούμενα της εταιρείας. Έλεγχος πολιτικών, διαδικασιών και συστημάτων: η εταιρεία θα πρέπει να μπει στη διαδικασία ελέγχου (audit) των πολιτικών της, των διαδικασιών της και των συστημάτων της προκειμένου να διασφαλίσει ότι παρέχει ένα εργασιακό περιβάλλον που προστατεύει την ευεξία του ανθρώπινου δυναμικού και ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει τους πιθανά ταραγμένους εργαζόμενους και να τους παρέχει τα κατάλληλα επίπεδα υποστήριξης.

Η προσέγγιση που εστιάζει στο πρόβλημα (problem-centred): παρέχει ένα μοντέλο επίλυσης προβλημάτων για την αντιμετώπιση του άγχους και άλλων ψυχο-κοινωνικών ζητημάτων. Εξετάζει τα ζητήματα και τα προβλήματα που προκύπτουν μέσα στον εργασιακό χώρο και αναγνωρίζει τις πιθανές αιτίες και εντοπίζει τρόπους επίλυσής τους. Η διαδικασία αναγνώρισης, μπορεί να περιλαμβάνει τη διεξαγωγή ενός risk assesment, την εξέταση των επιπέδων απουσίας λόγω ασθένειας, το feedback των εργαζομένων και την περιορισμένη αποδοτικότητα. H προσέγγιση που εστιάζει στο well-being του ανθρώπινου δυναμικού: βασίζεται στην άποψη ότι ο στόχος είναι η μεγιστοποίηση του well-being του ανθρώπινου δυναμικού. Αν και αξιοποιεί παρόμοια εργαλεία με την προσέγγιση που εστιάζει στο πρόβλημα, είναι πολύ περισσότερο προδραστική στην αναγνώριση των τρόπων για τη δημιουργία ενός υγιούς ανθρώπινου δυναμικού. Η προσέγγιση που εστιάζει στον εργαζόμενο (employee-centerd): εστιάζει στον εργαζόμενο σε ατομικό επίπεδο. Η εταιρεία παρέχει στον εργαζόμενο την απαραίτητη εκπαίδευση και υποστήριξη προκειμένου να τον βοηθήσει να διαχειριστεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην εργασία του. Αυτή η προσέγγιση εστιάζει στην παροχή συμβουλών και εκπαίδευσης για τη διαχείριση του άγχους.

Ο ρόλος του εξωτερικού συνεργάτη
Η αντιμετώπιση του εργασιακού άγχους δεν είναι μία εύκολη διαδικασία, καθώς απαιτεί μεταξύ άλλων και εξειδικευμένες γνώσεις, όπως γνώσεις ψυχολογίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή ενός εξωτερικού συνεργάτη κρίνεται σχεδόν απαραίτητη, και η επιλογή του σωστού συνεργάτη είναι κρίσιμης σημασίας. Όπως εξηγεί η Χριστίνα Μαζουροπούλου, Ψυχολόγος, Senior Account Manager στην Hellas EAP, «Βασικό κριτήριο για την επιλογή ενός εξωτερικού παρόχου είναι η εξειδίκευση και τεχνογνωσία που διαθέτει στον τομέα πρόληψης και διαχείρισης του εργασιακού στρες και των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στον εργασιακό χώρο. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι διαθέτει επιστημονικά άρτια καταρτισμένους συμβούλους με συνεχή εκπαίδευση και εμπειρία στην εφαρμογή των συμπεριφοριστικών επιστημών στην εργασία και στη δυναμική του εργασιακού περιβάλλοντος.

Ως επιτυχημένο πρόγραμμα διαχείρισης του εργασιακού στρες δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο μια μεμονωμένη εφαρμογή, όπως μια εκπαίδευση, αλλά ένα ολιστικό και διαχρονικό πρόγραμμα προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Η επιτυχία του προϋποθέτει μια καλή αποτύπωση των αναγκών του εκάστοτε εργασιακού χώρου, την ανάπτυξη ειδικά διαμορφωμένων προγραμμάτων με βάση τις συγκεκριμένες προκλήσεις (εργαζομένων, στελεχών, επιχείρησης και κλάδου), τη δυνατότητα παροχής εύρους υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των πηγών και επιπτώσεων του εργασιακού στρες σε ατομικό και οργανωσιακό επίπεδο και τη δυνατότητα μέτρησης του αποτελέσματος».

Τη σημασία του κατάλληλου συνεργάτη επισημαίνει και η Ν. Γιαννακά: «Ο εξωτερικός συνεργάτης είναι σαν το μαέστρο που με δεξιοτεχνία και με κατάλληλες μεθόδους και εργαλεία -μπακέτα- μπορεί να καθοδηγήσει την ορχήστρα ώστε να επιτευχθεί η αρμονία στην εργασιακή καθημερινότητα. Είναι ο συνεργάτης που έχει μια ολιστική προσέγγιση στην πρόληψη των ΨΚΚ και στη διαχείριση του εργασιακού άγχους, με εμπειρία ετών σε παρεμβάσεις σε διαφόρων μεγεθών και κλάδων επιχειρήσεις, με την ευελιξία να επανασχεδιάζει τις προτάσεις του, να αξιολογεί τα αποτελέσματα για να αφήσει σαν παρακαταθήκη ειδική γνώση και διαδικασίες στους διευθυντές και τους υπεύθυνους των επιχειρήσεων που θα συνεχίσουν το έργο του. Βασικό κριτήριο φαίνεται τέλος να αποτελεί η δυνατότητα του συνεργάτη να κατανοήσει το “ψυχογράφημα” της επιχείρησης ώστε να “παντρέψει” τα προγράμματα διαχείρισης του εργασιακού άγχους με εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες (Προγράμματα υποστήριξης Ανθρώπινου Δυναμικού – EAP Programs) και με υπηρεσίες προαγωγής της υγείας και ευεξίας (wellness programs)».

Τα στατιστικά
Tο φαινόμενο του εργασιακού στρες αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων και των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο, υπερβαίνοντας συχνά και το 50% του ενεργού εργατικού δυναμικού μιας χώρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Υγεία και την Ασφάλεια της Εργασίας έχει αναγνωρίσει το εργασιακό άγχος ως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου. Σύμφωνα με παλαιότερες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότεροι από 41 εκατομμύρια Ευρωπαίοι (σχεδόν 1 στους 3) έχουν προσβληθεί από το εργασιακό άγχος, γεγονός που μεταφράζεται σε εκατομμύρια ημέρες απουσίας από την εργασία, απώλεια εσόδων κ.λπ.

Σύμφωνα με έρευνα του Eurofound, τα τελευταία 20 χρόνια η εντατικοποίηση της εργασίας έχει επηρεάσει τις συνθήκες εργασίας όλων των εργαζομένων ανά την Ευρώπη. Ειδικότερα οι έλληνες εργαζόμενοι έχουν περιορισμένη δυνατότητα να καθορίζουν οι ίδιοι το ωράριο εργασίας τους, έστω εν μέρει, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξισορρόπηση επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου. Περισσότεροι έλληνες εργαζόμενοι θεωρούν ότι η εργασία έχει βλάψει την υγεία τους σε σύγκριση με άλλους στην Ευρώπη – 68,1% έναντι 35,2%. Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες αναφέρει προβλήματα στην πλάτη και άγχος εξαιτίας της εργασίας, ποσοστό διπλάσιο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό.

Ταυτόχρονα, ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για την Ελλάδα όσον αφορά «τα ατυχήματα και τα προβλήματα υγείας που συνδέονται με την εργασία», η οποία δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2014, αποκάλυψε πως το τρίτο πιο κοινό είδος προβλήματος υγείας που σχετίζεται με την εργασία, μετά τα μυοσκελετικά προβλήματα (59%) και τα προβλήματα της καρδιάς και του κυκλοφορικού συστήματος (13%), είναι το «στρες, κατάθλιψη ή άγχος», με ποσοστό 7%. Ειδικότερα για την ψυχική υγεία στην κύρια εργασία, βρέθηκε πως ο πιο επικίνδυνος παράγοντας είναι η μεγάλη πίεση χρόνου ή φόρτου, με 27,2%.