Σε μια εποχή που η απασχόληση και οι όροι αυτής βρίσκονται στο νομοπαραγωγικό και κοινωνικοπολιτικό στόχαστρο, λόγω της δριμείας οικονομικής κρίσης, η οποία έπληξε τα παραγωγικά στρώματα και συρρίκνωσε δραματικά τον κόσμο του επιχειρείν, οι μορφές ευέλικτης απασχόλησης επαναπροσδιορίζονται και βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο.

Αυτή τη φορά με απώτερο στόχο την άμεση και καλύτερη δυνατή αξιοποίηση ενός άρτια εκπαιδευμένου –πλην όμως ανενεργού-, εργατικού δυναμικού, με παράλληλη στελέχωση των επιχειρήσεων με τον πλέον σύγχρονο και εξατομικευμένο προς τις ανάγκες τους τρόπο. Το τελευταίο ολοένα και συχνότερα επιτυγχάνεται μέσω των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης, στις οποίες προστρέχουν τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι υποψήφιοι προς εργασία για αμοιβαίο όφελος. Τι είναι όμως οι Ε.Π.Α. και πως μπορεί μια επιχείρηση να επωφεληθεί σήμερα μιας σύμπραξης με αυτές;

Οι Ε.Π.Α. είναι εταιρείες με κύριο αντικείμενό τους την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (τον «έμμεσο» εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης. Προσωρινή νοείται η απασχόληση, η οποία παρέχεται σε κάποιον εργοδότη για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με την Ε.Π.Α. με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η παραχώρηση, δηλαδή, του μισθωτού από τον άμεσο στον έμμεσο εργοδότη γίνεται για να καλυφθούν καταρχήν έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές ανάγκες μιας επιχείρησης. Προς τούτο, ο νομοθέτης (αρθ. 117 παρ. 3 Ν. 4052/2012 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/104/ΕΚ στην ελληνική έννομο τάξη) αύξησε την ανώτατη διάρκεια τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, από δεκαοχτώ (18) μήνες (του Ν. 3846/2010) σε τριάντα έξι (36), κάτι που φαίνεται να ικανοποιεί τόσο τους υποψηφίους όσο και τις επιχειρήσεις που είναι επιφυλακτικές με νέες προσλήψεις.

Σε περίπτωση υπέρβασης, πάντως, των παραπάνω χρονικών ορίων, δηλαδή συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νομίμων ανανεώσεων της ακόμη και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, η σύμβαση μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη αυτοδίκαια μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου, επαγόμενη όλες τις έννομες τούτου συνέπειες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης στον έμμεσο εργοδότη, ο μισθωτός προστατεύεται πλήρως τόσο σε σχέση με τα εργασιακά όσο και τα κοινωνικοασφαλιστικά του δικαιώματα (εις ολόκληρον ευθύνη και των δύο εργοδοτών), προκειμένου να μην υπολείπεται σε τίποτα ενός τακτικού μισθωτού.

Το αντίθετο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης της άνω Οδηγίας και του άρθ. 22 παρ. 1 Σ για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Ούτως ειπείν, οι βασικοί όροι εργασίας των προσωρινώς απασχολούμενων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη, είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν εάν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για την ίδια θέση. Στη σύμβαση μάλιστα που καταρτίζεται ανάμεσα στην Ε.Π.Α. και στο μισθωτό πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι παροχής της εργασίας στον έμμεσο εργοδότη, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις πρέπει αυτός να γνωρίζει (π.χ. οι ιδιαίτεροι επαγγελματικοί κίνδυνοι).

Επιπλέον, στους άνω εργαζομένους παρέχονται οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις (π.χ. σε παροχές σίτισης, παιδικούς σταθμούς, μεταφορικά μέσα κλπ.) που ο έμμεσος εργοδότης διαθέτει στους άμεσους εργαζομένους του, εκτός εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν κάποια διαφορετική μεταχείριση (π.χ. διαφοροποίηση του ωραρίου). Ακόμη, και οι Ε.Π.Α. και οι έμμεσοι εργοδότες οφείλουν να παρέχουν κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης των εργαζομένων τους με σκοπό να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, να εξελίσσεται η επαγγελματική τους σταδιοδρομία και η κινητικότητά τους, αφού θα πρέπει να μην παρεμποδίζεται η μονιμοποίησή τους σε σχέση με άλλους υποψηφίους. Για όλα τα ανωτέρω αρμόδιο εποπτικό όργανο είναι το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Ως εκ τούτου, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής τόσο η συμβατική όσο και η εν τοις πράγμασι προσαρμογή στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.

Για περισσότερες πληροφορίες επί ζητημάτων σχετικών με εργασιακές σχέσεις επικοινωνήστε:
E: [email protected]
T: 210-6431387
F: 210-6460313